Διαφήμιση

Απόρριψη αγωγής διάρρηξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας λόγω πλαστότητας της υπογραφής της δανειακής σύμβασης (ΑΠ 1330/2025)

Η αναιρετικά ανέλεγκτη αξιολόγηση της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και η έλλειψη γεγενημένης απαίτησης της δανείστριας

aporripse-agoges-diarrexes-katadolieutikes-dikaiopraxias-logo-plastotetas-tes-upographes-tes-daneiakes-sumbases-ap-13302025

Απορρίφθηκε από τον Άρειο Πάγο αναίρεση κατά απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί αγωγή διάρρηξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας λόγω έλλειψης γεγενημένης απαίτησης της δανείστριας (ΑΠ 1330/2025).

Το αναιρετικό δικαστήριο επικύρωσε την κρίση του εφετείου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή διάρρηξης, εστιάζοντας στην έλλειψη της πρώτης και βασικής προϋπόθεσης για την άσκησή της, ήτοι της ύπαρξης γεγενημένης και έγκυρης απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως.

Κεντρικό σημείο της αποδεικτικής διαδικασίας υπήρξε η διερεύνηση της εγκυρότητας της δανειακής σύμβασης που επικαλείτο η ενάγουσα, η οποία αποτέλεσε το θεμέλιο της φερόμενης απαίτησης. Το δικαστήριο της ουσίας, συνεκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και δίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα σε διεξοδική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, κατέληξε στην κρίση ότι η υπογραφή στη θέση της δανειολήπτριας δεν ετέθη από την ίδια, αλλά αποτελούσε προϊόν επιδέξιας απομίμησης από τρίτο πρόσωπο. Η διαπιστωθείσα πλαστότητα οδήγησε στην παραδοχή ότι η δανειακή σύμβαση ουδέποτε καταρτίστηκε εγκύρως, καθιστώντας την απόλυτα άκυρη και ανίσχυρη να παραγάγει έννομα αποτελέσματα.

Η αναιρεσείουσα προσέβαλε την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις περί δανείου (806 ΑΚ) και διάρρηξης, ενώ παράλληλα αγνόησε τους ισχυρισμούς της περί πραγματικής παράδοσης του δανείσματος και την τεχνική έκθεση του δικού της γραφολόγου.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του ανωτάτου δικαστηρίου, η εκτίμηση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και των ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων των τεχνικών συμβούλων εναπόκειται στην ελεύθερη και κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Διευκρίνισε δε ότι η δικαστική κρίση περί την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και, ως εκ τούτου, οι αιτιάσεις που αφορούσαν την προτίμηση του πορίσματος της διορισθείσας πραγματογνώμονος έναντι εκείνου του τεχνικού συμβούλου της αναιρεσείουσας κρίθηκαν απαράδεκτες. Επιπλέον, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται έλλειψη νόμιμης βάσης ή αντίφαση στις αιτιολογίες, καθώς το αποδεικτικό πόρισμα περί πλαστότητας διατυπώθηκε με πληρότητα και σαφήνεια, οδηγώντας αναγκαίως στην παραδοχή ότι η φερόμενη οφειλέτιδα δεν δεσμευόταν από την επίδικη σύμβαση.

Περαιτέρω, το δικαστήριο έκρινε ότι η μνεία στην απόφαση ότι «λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα» καλύπτει επαρκώς τόσο τις τεχνικές εκθέσεις όσο και τις ένορκες βεβαιώσεις από άλλες δίκες που προσκομίστηκαν ως δικαστικά τεκμήρια. Απορρίφθηκε, επίσης, ως αβάσιμος ο λόγος περί μη λήψης υπόψη του ισχυρισμού για ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης λόγω μη κλήτευσης των διαδίκων από την πραγματογνώμονα, με τη διευκρίνιση ότι τυχόν παραλείψεις του πραγματογνώμονα ως προς τη διαδικασία ή τις οδηγίες του δικαστηρίου δεν επιφέρουν ακυρότητα, αλλά το δικαστήριο δύναται, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη.

Τέλος, το ανώτατο δικαστήριο επεσήμανε ότι οι λόγοι έφεσης που αφορούν στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν «πράγματα» κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά αποτελούν επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, τα οποία το εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν μέσα από το συνολικό αποδεικτικό του πόρισμα.

Απόσπασμα απόφασης

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 , 19 και 8 του άρθρ.559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 180, 806 και 939 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σε αυτή αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, της ύπαρξης απαίτησης της αναιρεσείουσας από την επίμαχη δανειακή σύμβαση. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στις παραπάνω πλημμέλειες, επειδή δέχθηκε ως ορθή και επιστημονικά τεκμηριωμένη κατά κύριο λόγο, την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, της γραφολόγου πραγματογνώμονος που διορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την διαπίστωση της γνησιότητας της υπογραφής της φερομένης ως δανειολήπτριας στην ίδια σύμβαση, ενώ θεώρησε μη επαρκώς αιτιολογημένη και μη επαρκώς πειστική την γραφολογική γνωμοδότηση - έκθεση του τεχνικού συμβούλου αυτής (της αναιρεσείουσας), παραθέτοντας στο αναιρετήριο, σχετικά πραγματικά επιχειρήματα. Ισχυρίζεται ακόμη η αναιρεσείουσα ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στις ίδιες αναιρετικές πλημμέλειες και επιπλέον στην παραβίαση της διάταξης του άρθρου 806 ΑΚ, επειδή την κρίση του ότι είναι άκυρη η δανειακή σύμβαση γιατί δεν είναι γνήσια η υπογραφή της φερομένης σε αυτή ως δανειολήπτριας, στήριξε κατά κύριο λόγο στο ίδιο το έγγραφο της σύμβασης, ενώ από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο, αποδεικνύεται ότι η ίδια (η αναιρεσείουσα- ενάγουσα- εκκαλούσα), "μεταβίβασε σε μετρητά το ποσό του δανείου στην Ε. Α.". Ότι για την εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 806 ΑΚ είχε διατυπώσει παράπονα με τον πρώτο λόγος της έφεσής της, τα οποία αγνοήθηκαν από το Δικαστήριο. Ο λόγος αυτός ως προς όλες τις αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών (από τους αρ. 1, 19 και 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ), πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), κρίση του Εφετείου περί την εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, μεταξύ των οποίων της πραγματογνωμοσύνης και των τεχνικών εκθέσεων, που όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο.Έτι περαιτέρω, έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον το αποδεικτικό του πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, σχετικά με το προαναφερθέν ουσιώδες ζήτημα, ότι δηλαδή η ένδικη σύμβαση δανείου, είναι άκυρη γιατί δεν έχει υπογραφεί από την φερομένη ως δανειολήπτρια Ε. Α., αλλά ότι η υπογραφή αυτής έχει πλαστογραφηθεί από τρίτο πρόσωπο, σε χρόνο προγενέστερο της φερομένης ως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, και συνεπώς η τελευταία δεν είναι οφειλέτης της αναιρεσείουσας, έχει διατυπωθεί με πληρότητα και σαφήνεια και βρίσκεται σε λογική ακολουθία με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν. Ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του, χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογεί το καθένα ξεχωριστά ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 333/2017, ΑΠ 217/2016).

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.