Διαφήμιση

Εγκυρότητα ιδιόγραφης διαθήκης: Τα όρια της πλάνης στα παραγωγικά αίτια της βούλησης (ΑΠ 858/2025)

Έγκυρη η αποκλήρωση ανιψιών της κληρονομούμενης, λόγω διαφορών με τους γονείς τους - Η πικρία από δικαστική διαμάχη ως ισχυρό κίνητρο τελευταίας βούλησης

egkuroteta-idiographes-diathekes-ta-oria-tes-planes-sta-paragogika-aitia-tes-bouleses-ap-8582025

Απορρίφθηκε από τον Άρειο Πάγο αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης με την οποία είχε κριθεί έγκυρη μεταγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία η διαθέτις απέκλεισε τους ανιψιούς της από την κληρονομιαία περιουσία, εκφράζοντας την έντονη δυσαρέσκειά της για τη στάση των γονέων τους (ΑΠ 858/2025).

Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, η διαθέτις είχε συντάξει αρχικά μία ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία εγκαθιστούσε ως κληρονόμους της, μεταξύ άλλων, τους αναιρεσείοντες ανιψιούς της. Ωστόσο, σε μεταγενέστερο χρόνο, προέβη στη σύνταξη νέας – της επίδικης – ιδιόγραφης διαθήκης, με την οποία ανακάλεσε την προηγούμενη διάταξη τελευταίας βούλησης, αποκλείοντας τους αναιρεσείοντες και καταλείποντας το σύνολο της περιουσίας της στα τέκνα της έτερης αδελφής της. Η μεταστροφή αυτή της βούλησής της υπαγορεύθηκε από την οξεία αντιδικία που ανέκυψε με τους γονείς των αρχικών κληρονόμων, οι οποίοι αρνήθηκαν να συμπράξουν στην αναδιανομή κοινού ακινήτου.

Κατά την κρίση του ανωτάτου δικαστηρίου, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί πλάνης της διαθέτιδος στα παραγωγικά αίτια της βούλησής της, κατ' άρθρο 1785 ΑΚ, τυγχάνει αβάσιμος, καθώς από την ερμηνεία της διαθήκης και τη χρήση της φράσης «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα» προκύπτει ότι μοναδικό κίνητρο της διάταξης ήταν η πικρία και ο θυμός της διαθέτιδος για την άρνηση των γονέων των αναιρεσειόντων να συναινέσουν στην τροποποίηση διανομής ακινήτου. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η βούληση σχηματίστηκε από την υπαρκτή και έντονη δικαστική διαμάχη και όχι από πλάνη περί την πραγματική ή νομική κατάσταση του ακινήτου, σημειώνοντας, επιπλέον, ότι η ιδιότητα της διαθέτιδος ως αρχιτέκτονος ενισχύει το τεκμήριο γνώσης της περί των πολεοδομικών δυνατοτήτων του ακινήτου.

Πιο αναλυτικά, το δικαστήριο επεσήμανε ότι η διάταξη τελευταίας βούλησης δεν θεμελιώθηκε σε μια εσφαλμένη αντίληψη περί του εφικτού ή μη της διανομής, αλλά στην ίδια την άρνηση σύμπραξης των συγγενών της, η οποία βιώθηκε από τη διαθέτιδα ως πράξη αχαριστίας και εχθρότητας. Η νομική αξιολόγηση της πλάνης στα παραγωγικά αίτια απαιτεί το αίτιο να είναι το μοναδικό και αποφασιστικό στη διαμόρφωση της βούλησης. Εν προκειμένω, ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέγνωσε ότι, ακόμη και αν η διαθέτις γνώριζε το νομικά ανέφικτο της αξίωσής της, η συναισθηματική της φόρτιση και η ρήξη των σχέσεων με την αδελφή της και τον γαμπρό της ήταν τα στοιχεία εκείνα που την οδήγησαν στην επιλογή να τιμήσει με την περιουσία της τους άλλους ανιψιούς της, τέκνα της αδελφής που είχε συναινέσει στις επιθυμίες της.

Αναφορικά με τον λόγο αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου κατ' άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, το δικαστήριο διευκρίνισε ότι δεν συμπεριλαμβάνονται στην έννοια των εγγράφων τα τοπογραφικά διαγράμματα, οι τεχνικές εκθέσεις μηχανικών και τα αποσπάσματα του Κτηματολογίου. Κρίθηκε ότι τα μέσα αυτά φέρουν χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως προσώπων με ειδικές επιστημονικές γνώσεις και, ως εκ τούτου, η εκτίμηση του περιεχομένου τους από το δικαστήριο της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για παραμόρφωση. Η παραμόρφωση προϋποθέτει αποκλειστικά διαγνωστικό σφάλμα στην ανάγνωση αποδεικτικών εγγράφων και όχι διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση ή αξιολόγηση των συμπερασμάτων που περιέχονται σε τεχνικά σχεδιαγράμματα.

Τέλος, σχετικά με τη λήψη υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων, το δικαστήριο τόνισε ότι επί συνεκδικάσεως περισσοτέρων αγωγών, η αρχή της δικονομικής αυτοτέλειας επιβάλλει όπως το προβλεπόμενο κατά τον επίδικο χρόνο ποσοτικό όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων υπολογίζεται αυτοτελώς για κάθε αγωγή και όχι συνολικά για τη δίκη. Η παραδοχή αυτή κρίθηκε επιβεβλημένη για τη διασφάλιση της αρχής της ισότητας των δικονομικών όπλων, καθώς η αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε σε μειονεκτική θέση τον διάδικο που συμμετέχει σε περισσότερες αγωγές έναντι των αντιδίκων του. Διευκρινίστηκε δε ότι ένορκη βεβαίωση που δόθηκε στο πλαίσιο της μίας δίκης, εφόσον προσκομίζεται στη συνεκδικαζόμενη, λαμβάνεται υπόψη νομίμως όχι ως αυτοτελές μέσο αλλά ως έγγραφο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, γεγονός που καθιστά την αξιοποίησή της από το Εφετείο απόλυτα σύννομη.

Κατόπιν των ανωτέρω, το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, επικυρώνοντας το κύρος της διαθήκης και την κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Απόσπασμα απόφασης

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, της ιστορικής βάσης της αγωγής των αναιρεσειόντων και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι κύριο και μοναδικό αίτιο και σκοπός της σύνταξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης ήταν για να εκφράσει η διαθέτις την έντονη δυσαρέσκειά της στην άρνηση των γονέων τους να συναινέσουν στο παράνομο και παράλογο αίτημά της, για την εκ νέου διανομή του ακάλυπτου τμήματος του μείζονος επίκοινου ακινήτου, ενώ ήδη είχε προηγηθεί τέτοια διανομή μεταξύ αυτής και των αδελφών της από το έτος 1983 με τη σύσταση νομότυπης κάθετης οροφοκτησίας, καθόσον από πλάνη της διαθέτιδος περί της πραγματικής και νομικής κατάστασης που αφορούσε το ίδιο τμήμα του επίκοινου ακινήτου, η τελευταία πίστευε ότι μπορούσε να γίνει εκ νέου διανομή με διαφορετικό τρόπο, ενώ αν γνώριζε (η διαθέτις) ότι δεν μπορούσε να γίνει νέα διανομή αυτού δεν θα συνέτασσε την εν λόγω διαθήκη με αυτό το περιεχόμενο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο φερόμενος, ως αγνοηθείς, ισχυρισμός των αναιρεσειόντων λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι με την αναγραφή στην επίμαχη διαθήκη της φράσης "αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα" η διαθέτις κατέστησε σαφές ότι το μοναδικό κίνητρο που την ώθησε στη διατύπωση της βούλησής της, κατ' αυτόν τον τρόπο, με τον οποίο αποκλήρωσε (με την ευρεία έννοια) τις ενάγουσες, ήταν η πικρία και ο θυμός που αισθανόταν δικαιολογημένα ή μη, για την άρνηση αφενός μεν της αδελφής της Α. - μητέρας των τελευταίων, να συναινέσει στην εξώδικη τροποποίηση με την εκ νέου διανομή του ακάλυπτου τμήματος του επίκοινου ακινήτου, η οποία είχε ήδη γίνει από το 1983 με την σύσταση κάθετης οροφοκτησίας στο ίδιο τμήμα επί των μελλόντων να ανεγερθούν οικοδομημάτων, κατά τον τρόπο που αυτή και η αδελφή της Π., μητέρα των αναιρεσιβλήτων και τετιμημένων με την διαθήκη, επιθυμούσαν, αφετέρου δε και του συζύγου της προαναφερόμενης αδελφής της Α. και πατρός των αναιρεσειόντων, ο οποίος συντάχθηκε με την άρνηση αυτής, η οποία οδήγησε στην δικαστική διαμάχη μεταξύ τους. Από τις παραδοχές αυτές σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι στη δυσμενή για τους αναιρεσείοντες διάταξη της επίμαχης διαθήκης δεν συνετέλεσαν πεπλανημένα αίτια που διαμόρφωσαν την σχετική βούληση της διαθέτιδος κατά τον χρόνο σύνταξής της, τα οποία έχουν σχέση με την άγνοιά της, περί της πραγματικής και νομικής κατάστασης του επικοίνου ακινήτου και την συναρτώμενη με αυτά δυνατότητα νέας διανομής του, αλλά ότι η τελευταία οδηγήθηκε στην επίμαχη διάταξη από μόνη την άρνηση των γονέων των αναιρεσειόντων να συναινέσουν στην επιθυμία της ιδίας και της αδελφής της Π., για την εξώδικη διανομή του, κατά τον υποδεικνυόμενο από αυτές τρόπο. Σημειωτέον ότι τόσο η διαθέτις όσο και η αδελφή της Π. ήταν αρχιτέκτονες και εξ αυτού τεκμαίρεται ότι γνώριζαν πολύ καλά την πραγματική και νομική κατάσταση του επίκοινου ακινήτου και των δυνατοτήτων περί νέας διανομής αυτού. Επιπλέον ο ίδιος λόγος είναι και απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίκληση της προαναφερόμενης αναιρετικής πλημμελείας πλήττεται, μέσω πραγματικών επιχειρημάτων, αντιθέτων προς τις παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, καθώς και αιτιάσεων αναγομένων στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.