Δικαστήριο ΕΕ: Η άρνηση αναγνώρισης του γάμου που έχουν νομίμως συνάψει δύο πολίτες της Ένωσης του ίδιου φύλου σε άλλο κράτος μέλος είναι αντίθετη στο ενωσιακό δίκαιο
Ιθαγένεια της Ένωσης – Δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών – Πολίτες της Ένωσης του ίδιου φύλου που έχουν συνάψει γάμο ασκώντας το δικαίωμα αυτό – Εθνική ρύθμιση αποκλείουσα αναγνώριση και μεταγραφή για τον λόγο ότι δεν επιτρέπεται ο γάμος μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου
Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος
Με τη δημοσιευθείσα στις 25.11.2025 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι ένα κράτος μέλος υποχρεούται να αναγνωρίσει τον γάμο που έχουν νομίμως συνάψει δύο πολίτες της Ένωσης του ίδιου φύλου σε άλλο κράτος μέλος ασκώντας εκεί το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής.
Ιστορικό της υπόθεσης
Το 2018, δύο Πολωνοί πολίτες, οι οποίοι διαμένουν στη Γερμανία και ο ένας εκ των οποίων έχει και τη γερμανική ιθαγένεια, παντρεύτηκαν στο Βερολίνο. Επιθυμώντας να μεταβούν στην Πολωνία και να διαμείνουν εκεί ως σύζυγοι, ζήτησαν τη μεταγραφή του πιστοποιητικού γάμου που εκδόθηκε στη Γερμανία στο πολωνικό ληξιαρχείο προκειμένου ο γάμος τους να αναγνωριστεί στην Πολωνία.
Συναφώς, επισημαίνεται ότι η μεταγραφή συνεπάγεται τη δημιουργία πολωνικής ληξιαρχικής πράξης, ανεξάρτητης από την πρωτότυπη πράξη, της οποίας η αποδεικτική ισχύς είναι ισοδύναμη με τις ληξιαρχικές πράξεις που εκδίδονται στην Πολωνία.
Ετνούτοις, το αίτημά τους απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι το πολωνικό δίκαιο δεν επιτρέπει τον γάμο μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου. Η μεταγραφή του επίμαχου πιστοποιητικού γάμου θα αντέβαινε, συνεπώς, στις θεμελιώδεις αρχές της πολωνικής έννομης τάξης. Η μεταγραφή ληξιαρχικού εγγράφου αλλοδαπής αρχής συνίσταται στην πιστή και ακριβή μεταφορά του περιεχομένου του εγγράφου στο πολωνικό ληξιαρχείο.
Η μεταγραφή συνεπάγεται τη δημιουργία πολωνικής ληξιαρχικής πράξης, ανεξάρτητης από την πρωτότυπη πράξη, της οποίας η αποδεικτική ισχύς είναι ισοδύναμη με τις ληξιαρχικές πράξεις που εκδίδονται στην Πολωνία.
Οι σύζυγοι προσέφυγαν κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης. Επιληφθέν της υπόθεσης, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Πολωνίας απευθύνθηκε με προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο. Ζήτησε να διευκρινιστεί εάν συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης, ήτοι το άρθρο 20 και το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 7 και του άρθρου 21, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εθνική ρύθμιση η οποία δεν επιτρέπει την αναγνώριση του γάμου που έχουν συνάψει πρόσωπα του ίδιου φύλου σε άλλο κράτος μέλος ούτε τη μεταγραφή, προς τον σκοπό αυτόν, του πιστοποιητικού γάμου στο ληξιαρχείο.
Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, μολονότι οι σχετικοί με τον γάμο κανόνες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά την άσκησή της, να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης. Οι σύζυγοι στην υπόθεση της κύριας δίκης έχουν, ως πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δικαίωμα να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών και το δικαίωμα να ζουν μια ομαλή οικογενειακή ζωή τόσο κατά την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής όσο και κατά την επιστροφή τους στο κράτος μέλος καταγωγής τους. Ειδικότερα, όταν δημιουργούν οικογενειακή ζωή σε κράτος μέλος υποδοχής, ιδίως μέσω του γάμου, πρέπει να έχουν τη βεβαιότητα ότι θα μπορούν να τη συνεχίσουν κατά την επιστροφή τους στο κράτος μέλος καταγωγής.
Η άρνηση αναγνώρισης του γάμου που έχουν νομίμως συνάψει δύο πολίτες της Ένωσης του ίδιου φύλου σε άλλο κράτος μέλος ασκώντας εκεί το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα διοικητικής, επαγγελματικής και ιδιωτικής φύσεως, αναγκάζοντας τους συζύγους να ζουν ως άγαμοι στο κράτος μέλος καταγωγής τους.
Για τον λόγο αυτόν, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια άρνηση είναι αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης. Παραβιάζει όχι μόνον την ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής, αλλά και το θεμελιώδες δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και έχει την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με το δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Συναφώς, το Δικαστήριο παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2023 στην υπόθεση Przybyszewska κ.λπ. κατά Πολωνίας, με την οποία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι η Πολωνία παρέβη την θετική της υποχρέωση να θεσπίσει ένα νομικό πλαίσιο που να καθιστά δυνατή την αναγνώριση και την προστασία ζευγαριών του ίδιου φύλου.
Κατά το Δικαστήριο, η υποχρέωση αναγνώρισης του γάμου μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου δεν θίγει την εθνική ταυτότητα ούτε απειλεί τη δημόσια τάξη του κράτους μέλους καταγωγής των συζύγων. Πράγματι, η υποχρέωση αυτή δεν συνεπάγεται υποχρέωση του κράτους μέλους καταγωγής να προβλέψει τον γάμο μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου στο εθνικό του δίκαιο.
Επιπλέον, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των τρόπων αναγνώρισης ενός τέτοιου γάμου, με τη μεταγραφή του πιστοποιητικού γάμου να αποτελεί απλώς έναν από αυτούς. Ωστόσο, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι όποιος τρόπος και αν επιλεγεί δεν πρέπει καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την αναγνώριση του γάμου ούτε να εισάγει διακρίσεις εις βάρος των ζευγαριών του ίδιου φύλου λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού τους, όπως συμβαίνει όταν το εθνικό δίκαιο δεν προβλέπει, για τα ζευγάρια αυτά, τρόπο αναγνώρισης ισοδύναμο με εκείνον που παρέχεται στα ζευγάρια διαφορετικού φύλου.
Επομένως, δεδομένου ότι η διαδικασία της μεταγραφής είναι ο μόνος τρόπος που προβλέπει το πολωνικό δίκαιο προκειμένου ένας γάμος που έχει συναφθεί σε άλλο κράτος μέλος να αναγνωριστεί πράγματι από τις διοικητικές αρχές, η Πολωνία υποχρεούται να εφαρμόζει τη διαδικασία αυτή αδιακρίτως στους γάμους μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου και στους γάμους μεταξύ προσώπων διαφορετικού φύλου.
Γίνεται υπόμνηση ότι με την προδικαστική παραπομπή τα δικαστήρια των κρατών μελών μπορούν, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει κάθε άλλο εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.
Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
- Ευρωπαϊκό Δίκαιο
- Οικογενειακό Δίκαιο