ΕΔΔΑ: Σύμφωνη με την ΕΣΔΑ η διαβίβαση δεδομένων από τηλεφωνικές παρακολουθήσεις σε άλλη διωκτική αρχή
Η υπόθεση αφορούσε δεδομένα που συλλέχθηκαν νομίμως στο πλαίσιο ποινικών ερευνών μέσω τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και τη διαβίβασή τους στην Αρχή Ανταγωνισμού, η οποία τα χρησιμοποίησε σε μη συναφείς διοικητικές έρευνες σχετικά με τη συμμετοχή των προσφευγουσών εταιρειών σε αθέμιτες εμπορικές πρακτικές
Στην υπόθεση Ships Waste Oil Collector B.V. κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών (προσφυγές υπ’ αριθ. 2799/16, 2800/16, 3124/16 και 3205/16) το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε νόμιμη και σύμφωνη με την ΕΣΔΑ τη διαβίβαση δεδομένων από τηλεφωνικές παρακολουθήσεις στην Αρχή Ανταγωνισμού.
Η υπόθεση αφορούσε τη διαβίβαση δεδομένων που προέκυψαν «παρεμπιπτόντως» (by-catch data), τα οποία συλλέχθηκαν νομίμως στο πλαίσιο ποινικών ερευνών μέσω τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, σε μια άλλη διωκτική αρχή, την Αρχή Ανταγωνισμού. Η τελευταία χρησιμοποίησε τα εν λόγω δεδομένα σε μη συναφείς διοικητικές έρευνες σχετικά με τη συμμετοχή των προσφευγουσών εταιρειών σε πρακτικές καθορισμού τιμών (price-fixing).»
Το ΕΔΔΑ έκρινε, ειδικότερα, ότι οι διαβιβάσεις των δεδομένων ήταν νόμιμες, ότι οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο ήταν επαρκείς, ότι τα ολλανδικά δικαστήρια στάθμισαν δεόντως τα συμφέροντα των προσφευγουσών εταιρειών έναντι εκείνων του κράτους και ότι οι διαβιβάσεις ήταν αναγκαίες για την επιβολή του δικαίου του ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, οι Κάτω Χώρες ενήργησαν εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας.
Ιστορικό υπόθεσης
Οι προσφεύγουσες είναι έξι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης με έδρα τις Κάτω Χώρες.
Στην προσφυγή Ships Waste Oil Collector B.V. κατά Κάτω Χωρών (αρ. 2799/16), η προσφεύγουσα εταιρεία είναι μια εταιρεία με έδρα τις Κάτω Χώρες που δραστηριοποιείται στη συλλογή υγρών αποβλήτων από πλοία στην περιοχή του Ρότερνταμ. Στις προσφυγές Burando Holding B.V. και Port Invest κατά Κάτω Χωρών (αρ. 3124/16 και 3205/16), οι προσφεύγουσες εταιρείες είναι δύο ολλανδικές εταιρείες που επίσης δραστηριοποιούνται στη συλλογή υγρών αποβλήτων από πλοία στην περιοχή του Ρότερνταμ. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η πρώτη ήταν ο μοναδικός μέτοχος της δεύτερης εταιρείας.
Το 2006, η Υπηρεσία Πληροφοριών και Ερευνών (Inlichtingen- en opsporingsdienst) του Υπουργείου Στέγασης, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος ξεκίνησε μια έρευνα με την κωδική ονομασία «Toto», σχετικά με υπόνοιες για ποινικά κολάσιμη πλαστογραφία εγγράφων και συμμετοχή στη διάθεση μολυσμένων αποβλήτων από θυγατρική εταιρεία των Burando Holding και Port Invest. Στο πλαίσιο αυτό, παρακολουθήθηκαν οι τηλεφωνικές συνομιλίες της θυγατρικής εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων συνομιλιών με υπαλλήλους της Ships Waste Oil Collector.
Οι σχετικές συνομιλίες διαβιβάστηκαν, κατόπιν εισαγγελικής άδειας, στην Ολλανδική Αρχή Ανταγωνισμού (Nederlandse Mededingingsautoriteit – την οποία έκτοτε διαδέχθηκε η Αρχή Καταναλωτών και Αγορών (Autoriteit Consument en Markt)) σε διάφορες ημερομηνίες, με την υπόνοια ότι αφορούσαν παραβίαση του δικαίου του ανταγωνισμού, και συγκεκριμένα καθορισμό τιμών.
Μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών βάσει του δικαίου του ανταγωνισμού, οι εταιρείες κρίθηκαν ένοχες για καθορισμό τιμών και τους επιβλήθηκαν τα εξής πρόστιμα: 834.000 ευρώ στην Ships Waste Oil Collector, 1.861.000 ευρώ στην Burando Holding και την Port Invest εις ολόκληρον, με την Port Invest να ευθύνεται για το συνολικό ποσό, και 621.000 ευρώ στην Burando Holding. Οι εταιρείες άσκησαν ένδικα μέσα ενώπιον των δικαστηρίων.
Το 2013, το Περιφερειακό Δικαστήριο του Ρότερνταμ αποφάνθηκε υπέρ αυτών, κρίνοντας ότι η άδεια διαβίβασης στερούνταν αιτιολογίας. Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε τον Ιούλιο του 2015 από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο Εμπορίου και Βιομηχανίας. Το δικαστήριο έκρινε ότι τα δεδομένα από τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις είχαν διαβιβαστεί νομίμως στην Αρχή Ανταγωνισμού. Επιπλέον, διαπίστωσε ότι η διαβίβαση των δεδομένων εξυπηρετούσε ένα επιτακτικό «γενικό συμφέρον, και συγκεκριμένα την οικονομική ευημερία της χώρας» και ότι «οι πληροφορίες σχετικά με τον φερόμενο καθορισμό τιμών δεν θα μπορούσαν εύλογα να έχουν αποκτηθεί από την [Αρχή Ανταγωνισμού] με διαφορετικό, λιγότερο επαχθή τρόπο».
Στην προσφυγή Janssen de Jong Groep B.V. κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών (αρ. 2800/16), οι προσφεύγουσες εταιρείες είναι τρεις κατασκευαστικές εταιρείες με έδρα τις Κάτω Χώρες. Το 2007 ξεκίνησε έρευνα σχετικά με φερόμενη δωροδοκία τοπικών κρατικών αξιωματούχων όσον αφορά δημόσιες συμβάσεις υποδομών, υπό την κωδική ονομασία «Cleveland». Ως ύποπτοι, κατόπιν δικαστικής άδειας, ορισμένοι από τους υπαλλήλους των εταιρειών Janssen τέθηκαν υπό τηλεφωνική παρακολούθηση από την αστυνομία.
Εντοπίστηκαν πιθανές πρακτικές καθορισμού τιμών και οι αστυνομικοί έδωσαν στους υπαλλήλους της Αρχής Ανταγωνισμού πρόσβαση —υπό καθεστώς απόλυτης εμπιστευτικότητας και εντός των αστυνομικών εγκαταστάσεων— σε επιλεγμένα απομαγνητοφωνημένα κείμενα των υποκλαπεισών επικοινωνιών. Ένα CD με επιλογή ηχητικών καταγραφών τους παραδόθηκε για ενημερωτικούς σκοπούς. Στη συνέχεια, ο εισαγγελέας επέτρεψε τη χρήση των δεδομένων τηλεφωνικής παρακολούθησης από την έρευνα «Cleveland» από την Αρχή Ανταγωνισμού.
Μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών βάσει του δικαίου του ανταγωνισμού, οι εταιρείες Janssen κρίθηκαν ένοχες για νόθευση διαγωνισμού (tender collusion) σε συνεργασία με άλλες εταιρείες και τους επιβλήθηκε πρόστιμο 3 εκατομμυρίων ευρώ. Οι εταιρείες Janssen άσκησαν αστική αγωγή κατά του Κράτους ενώπιον δικαστή ασφαλιστικών μέτρων, ισχυριζόμενες ότι η διαβίβαση των δεδομένων παρακολούθησης δεν ήταν σύμφωνη με τον νόμο και παραβίαζε το Άρθρο 8 της Σύμβασης (ΕΣΔΑ). Το αίτημα λήψης ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκε. Οι εταιρείες Janssen δεν άσκησαν έφεση.
Οι διαδικασίες διοικητικού ελέγχου κατά του προστίμου οδήγησαν σε άσκηση ένδικων μέσων, με το Περιφερειακό Δικαστήριο του Ρότερνταμ να ακυρώνει (quashing) τη διαπίστωση της Αρχής Ανταγωνισμού περί παραβιάσεων του ανταγωνισμού τον Ιούνιο του 2013, κρίνοντας ότι η άδεια διαβίβασης στερούνταν αιτιολογίας. Η απόφαση αυτή ανατράπηκε τον Ιούλιο του 2015 από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο Εμπορίου και Βιομηχανίας, το οποίο προέβαλε το ίδιο σκεπτικό με την υπόθεση των Ships Waste Oil Collector, Burando Holding και Port Invest. Σε μεταγενέστερες διαδικασίες, το πρόστιμο μειώθηκε σε 463.000 ευρώ.
Βασιζόμενες στα άρθρα 8 (δικαίωμα σεβασμού της αλληλογραφίας) και 13 (δικαίωμα πραγματικής προσφυγής) της Σύμβασης, οι προσφεύγουσες εταιρείες υποστήριξαν ότι η διαβίβαση προς χρήση από την Αρχή Ανταγωνισμού των νομίμως συλλεχθέντων δεδομένων παρακολούθησης, τα οποία όμως ήταν άσχετα με τις ποινικές έρευνες, δεν ήταν προβλέψιμη και ότι οι διαδικαστικές εγγυήσεις ήταν ανεπαρκείς.
Η κρίση του ΕΔΔΑ
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαβίβαση υλικού από παρακολουθήσεις σε άλλη διωκτική αρχή πρέπει να συνοδεύεται από ελάχιστες εγγυήσεις, οι οποίες πρέπει να ορίζονται στον νόμο, προκειμένου να αποφεύγεται η αυθαιρεσία και η κατάχρηση.
Συγκεκριμένα:
- Η διαβίβαση υλικού παρακολούθησης πέραν του αρχικού ποινικού πλαισίου για το οποίο συλλέχθηκε, πρέπει να περιορίζεται σε υλικό που έχει συλλεχθεί με τρόπο σύμφωνο με τη Σύμβαση (ΕΣΔΑ).
- Οι περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να λάβει χώρα μια τέτοια διαβίβαση πρέπει να ορίζονται σαφώς στο εσωτερικό δίκαιο.
- Ο νόμος πρέπει να προβλέπει εγγυήσεις σχετικά με την εξέταση, την αποθήκευση, τη χρήση, την περαιτέρω διαβίβαση και την καταστροφή των διαβιβαζόμενων δεδομένων.
- Τέλος, η διαβίβαση και η χρήση δεδομένων παρακολούθησης για σκοπό πέραν του αρχικού ποινικού πλαισίου της συλλογής τους, πρέπει να υπόκειται σε αποτελεσματικό έλεγχο από δικαστικό ή άλλο ανεξάρτητο όργανο.
Επιπλέον, κατά την εκτίμηση της αναγκαιότητας σε μια δημοκρατική κοινωνία όσον αφορά τη διαβίβαση των δεδομένων, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθοι παράγοντες: η φύση των δεδομένων, η σπουδαιότητα του επιδιωκόμενου σκοπού της διαβίβασης, οι προκύπτουσες συνέπειες για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, καθώς και η ποιότητα των διαδικασιών αδειοδότησης και η αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων ένδικων μέσων.
Το Δικαστήριο έκρινε, επίσης, ότι οι ελάχιστες εγγυήσεις δυνάμει του άρθρου 8 θα πρέπει, κατ' αρχήν, να είναι οι ίδιες για φυσικά και νομικά πρόσωπα, παρόλο που ενδέχεται να προκύψουν ορισμένες διαφοροποιήσεις ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της νομοθεσίας περί προστασίας δεδομένων στα πρώτα. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η ίδια η τηλεφωνική παρακολούθηση είχε διαταχθεί εγκύρως από δικαστήριο και η συμβατότητά της με τη Σύμβαση δεν είχε αμφισβητηθεί.
Το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε από το γεγονός ότι το σχετικό ολλανδικό δίκαιο –και ειδικότερα το άρθρο 39f του Νόμου περί Δικαστικών και Ποινικών Δεδομένων (Wet Justitiële en Strafvorderlijke gegevens)– όριζε σαφώς τις περιστάσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί διαβίβαση υλικού παρακολούθησης σε άλλη διωκτική αρχή. Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης το επιχείρημα των προσφευγουσών εταιρειών ότι η πρόσβαση της Αρχής Ανταγωνισμού σε ορισμένα δεδομένα πριν από την έγκριση της διαβίβασης δεν ήταν προβλέψιμη. Ο σκοπός της διαβίβασης –η οικονομική ευημερία της χώρας– ήταν νόμιμος.
Αυτό που απέμενε να εξεταστεί ήταν οι νομικές εγγυήσεις γύρω από την εισαγγελική έγκριση της διαβίβασης των δεδομένων. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η έγκριση των διαβιβάσεων δεδομένων από μη δικαστική αρχή και η απουσία προηγούμενης ενημέρωσης δεν ήταν προβληματικές, καθώς αντισταθμίστηκαν από την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου, εκ των υστέρων δικαστικού ελέγχου (after-the-fact judicial review).
Οι εγκρίσεις διαβίβασης δεν περιείχαν αιτιολογία σχετικά με την «αναγκαιότητά τους σε μια δημοκρατική κοινωνία», γεγονός που, αν και δεν ήταν ιδανικό, μπορούσε επίσης να αντισταθμιστεί με έναν εκ των υστέρων έλεγχο· αυτό ακριβώς συνέβη στην περίπτωση των προσφευγουσών εταιρειών, οι οποίες είχαν πρόσβαση σε δικαστική προστασία και μπόρεσαν να προσβάλουν τις διαβιβάσεις. Τα ελεγκτικά δικαστήρια αξιολόγησαν τη νομιμότητα και τη συμβατότητα των διαβιβάσεων με την ΕΣΔΑ αναδρομικά και ανεξάρτητα από την εκτίμηση του εισαγγελέα. Οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η διαδικασία ελέγχου ήταν αναποτελεσματική.
Επισημαίνοντας την προσεκτική αξιολόγηση της νομιμότητας των διαβιβάσεων και τη δέουσα στάθμιση από τα ολλανδικά δικαστήρια μεταξύ των συμφερόντων των εταιρειών και εκείνων του Κράτους, το Δικαστήριο πείστηκε ότι οι ολλανδικές αρχές προέβαλαν σχετικούς και επαρκείς λόγους για να δικαιολογήσουν την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα των διαβιβάσεων για τους σκοπούς της επιβολής του δικαίου του ανταγωνισμού. Συνεπώς, οι Κάτω Χώρες ενήργησαν εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας («περιθώριο εκτίμησης»).
Το Δικαστήριο, ως εκ τούτου, διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης, κρίνοντας, επίσης, ότι οι προσφεύγουσες εταιρείες είχαν στη διάθεσή τους ένα πραγματικό ένδικο μέσο για να προβάλουν τις αιτιάσεις τους βάσει της εν λόγω διάταξης. Επομένως, δεν υπήρξε παραβίαση ούτε του άρθρου 13 της Σύμβασης.
Το κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στο hudoc.echr.coe.int.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ευρωπαϊκό Δίκαιο