Εγγράφως αναπόδεικτη καταγγελία δανειακής σύμβασης: Ακύρωση διαταγής πληρωμής (ΜονΕφΑθ 28/2026)
Το διαδικαστικό απαράδεκτο συνίσταται στην έλλειψη έγγραφης απόδειξης των παραγωγικών γεγονότων της απαίτησης και του ληξιπρόθεσμου αυτής, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης τις απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα
Δεκτή έγινε ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, λόγω μη έγγραφης απόδειξης της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης δανείου (ΜονΕφΑθ 28/2026).
Το δικαστήριο έκρινε ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου, συνισταμένου στην έλλειψη έγγραφης απόδειξης των παραγωγικών γεγονότων της απαίτησης και του ληξιπρόθεσμου αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης τις απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, στην περίπτωση που λόγω της καταγγελίας του δανείου υπάρξει εξ αυτού οφειλή και ο δανειολήπτης δεν την πληρώνει, η τράπεζα μπορεί να υποβάλει αίτηση για την έκδοση σε βάρος του οφειλέτη διαταγής πληρωμής για την απαίτησή της, υπό τους όρους των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 623, 624 ΚΠολΔ και 806, 807 και 361 ΑΚ, προκύπτει ότι διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί εις βάρος του οφειλέτη και για το υπόλοιπο δανείου, που καταγγέλθηκε από το δανειστή, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση δανείου, η καταγγελία αυτής, η κίνηση και το κλείσιμο του τηρηθέντος σχετικού λογαριασμού, καθώς και το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται ο δανεισθείς οφειλέτης.
Εν προκειμένω, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η καταγγελία της σύμβασης δανείου δεν υποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα. Ειδικότερα, προσκομίσθηκε στον εκδώσαντα τη διαταγή πληρωμής Δικαστή εξώδικη δήλωση, στην οποία όμως δεν αναγράφεται ότι με αυτή καταγγέλλεται η σύμβαση δανείου, αλλά ρητώς αναγράφεται ότι με αυτή γνωστοποιείται προς τον ανακόπτοντα η άνω επικαλούμενη, προγενέστερη και αναφερόμενη ως ήδη συντελεσθείσα καταγγελία, το περιεχόμενο της οποίας δεν υποδεικνύεται εγγράφως.
Το δικαστήριο τόνισε ότι ούτε ενώπιον του πρωτοβάθμιου ούτε του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προσκομίστηκε η επικαλούμενη από την καθής στην εξώδικη δήλωσή της καταγγελία. Αλλά ούτε και εμμέσως μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η καθής η ανακοπή, επιδίδοντας την εξώδικη δήλωσή της προς τον ανακόπτοντα, άσκησε το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης δανείου, αφού, αν και επικαλείται σε αυτή υπερημερία του ανακόπτοντος, δεν εκθέτει σε τι συνίσταται αυτή, ήτοι εάν αφορά τη μη καταβολή συνεχόμενων μηνιαίων δόσεων και πόσων. Μόνον η εξώδικη δήλωση ότι το σύνολο της οφειλής του δανείου είναι ληξιπρόθεσμο και απαιτητό δεν είναι δυνατό να εκληφθεί και ως καταγγελία, αφού η τελευταία έχει ουσιωδώς διαφορετικές έννομες συνέπειες και προϋποθέσεις.
Το δικαστήριο επεσήμανε, επίσης, ότι η εξώδικη δήλωση της καθής η ανακοπή δε δύναται να εκληφθεί ως έγγραφη καταγγελία, ούσα ικανή να θεμελιώσει την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, για τον πρόσθετο λόγο ότι η καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης δε μπορεί να έπεται χρονικά του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού, το οποίο (οριστικό κλείσιμο) ουδόλως αμφισβητείται ότι έλαβε χώρα πριν από τη σύνταξη της εξώδικης δήλωσης, δοθέντος ότι η καταγγελία συνιστά προϋπόθεση για το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού του δανείου.
Κατόπιν των ανωτέρω, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε εγγράφως, δηλαδή από τα προσκομισθέντα προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα, ότι έλαβε χώρα η επίδικη καταγγελία, η οποία έδει και η ίδια, ως γεγονός δικαιοπαραγωγικό της επιδικασθείσας απαίτησης, να προκύπτει εξ εγγράφου είτε αρχήθεν είτε μεταγενεστέρως με την επίμαχη εξώδικη γνωστοποίηση, η οποία όμως δεν αποτελούσε και καταγγελία της σύμβασης.
Ουδεμία δε έννομη επιρροή για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, για την οποία απαιτούνται ειδικές προϋποθέσεις απόδειξης, ασκεί το γεγονός ότι ο ανακόπτων οφειλέτης έλαβε γνώση της ληψιδεούς δήλωσης βούλησης της καθής η ανακοπή δανείστριας τράπεζας με το προμνημονευθέν εξώδικο, από το οποίο δεν αποδείχθηκε αυτή καθ' εαυτή η δήλωση βούλησης της πιστώτριας τράπεζας.
Απόσπασμα απόφασης
Ωστόσο, η ως άνω αναφερόμενη από 1-6-2020 καταγγελία της σύμβασης δανείου, δεν υποδεικνύεται από τα ως άνω προσκομισθέντα, προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, έγγραφα, δεδομένου ότι, αφενός δεν προσκομίστηκε στον εκδώσαντα την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής Δικαστή έγγραφη καταγγελία με ημερομηνία 1-6-2020, αφετέρου στην ως άνω από 6-7-2020 προσκομισθείσα, προς έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, εξώδικης δήλωσης, δεν αναγράφεται ότι με αυτή καταγγέλλεται η σύμβαση δανείου, αλλά ρητώς αναγράφεται ότι με αυτή γνωστοποιείται προς τον ανακόπτοντα η άνω επικαλούμενη, προγενέστερη, αναφερόμενη ως ήδη συντελεσθείσα από 1-6-2020 καταγγελία, το περιεχόμενο της οποίας δεν υποδεικνύεται εγγράφως. Επισημαίνεται ότι, ούτε ενώπιον του πρωτοβάθμιου ούτε του παρόντος Δικαστηρίου, προσκομίστηκε η επικαλούμενη από την καθής στην ανωτέρω από 6-7-2020 εξώδικη δήλωσή της, από 1-6-2020 καταγγελία. Εξάλλου, ούτε εμμέσως μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η καθής η ανακοπή, επιδίδοντας την από 6-7-2020 εξώδικη δήλωσή της προς τον ανακόπτοντα άσκησε το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης δανείου, αφού, αν και επικαλείται σε αυτή υπερημερία του ανακόπτοντος, δεν εκθέτει σε τι συνίσταται αυτή, ήτοι εάν αφορά τη μη καταβολή συνεχόμενων μηνιαίων δόσεων και πόσων, αφού μόνον η μη ολοσχερής εξόφληση δύο μηνιαίων δόσεων, κατά το προδιαληφθέν άρθρο 9 της (αρχικής) σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, καθίδρυε δικαίωμα της καθής τράπεζας να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης και απαίτησης του συνόλου της οφειλής, ενώ σε περίπτωση που δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές η τράπεζα είχε το δικαίωμα να απαιτήσει μόνο τις ληξιπρόθεσμες οφειλές. Μόνον η εξώδικη δήλωση ότι το σύνολο της οφειλής του δανείου είναι ληξιπρόθεσμο και απαιτητό δεν είναι δυνατό να εκληφθεί και ως καταγγελία, αφού η τελευταία έχει ουσιωδώς διαφορετικές έννομες συνέπειες και προϋποθέσεις.
Περαιτέρω, η από 6-7-2020 εξώδικη δήλωση της καθής η ανακοπή δε δύναται να εκληφθεί ως έγγραφη καταγγελία που περιήλθε νόμιμα στον ανακόπτοντα στις 22-7-2020, ούσα, έτσι, ικανή να θεμελιώσει την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, για τον πρόσθετο λόγο ότι η καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης δε μπορεί να έπεται χρονικά του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού, το οποίο (οριστικό κλείσιμο) ουδόλως αμφισβητείται από την προσθέτως παρεμβαίνουσα και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη όπ έλαβε χώρα πριν από τη σύνταξη της από 6-7-2020 εξώδικης δήλωσης και συγκεκριμένα την 1-6-2020, δοθέντος ότι η καταγγελία συνιστά προϋπόθεση για το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού του δανείου. Κατόπιν τούτων, δεν αποδείχθηκε εγγράφως, δηλαδή από τα ως άνω προσκομισθέντα, προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, έγγραφα, ότι έλαβε χώρα η, κατά τον άνω συμβατικό όρο που περιλαμβάνεται στο άρθρο 9 της σύμβασης, καταγγελία, η οποία έδει και η ίδια, ως γεγονός δικαιοπαραγωγικό της επιδικασθείσας απαίτησης, να προκύπτει εξ εγγράφου είτε αρχήθεν είτε μεταγενεστέρως με την επίμαχη εξώδικη γνωστοποίηση που όμως, ως ήδη αποδείχθηκε, εν προκειμένω δεν αποτελούσε και καταγγελία της σύμβασης, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για την οποία απαιτούνται ειδικές προϋποθέσεις αποδείξεως, το ότι ο ανακόπτων οφειλέτης έλαβε γνώση της ληψιδεούς δήλωσης βούλησης της καθής η ανακοπή δανείστριας τράπεζας με το προμνημονευθέν εξώδικο, από το οποίο δεν αποδείχθηκε, ως ελέχθη, αυτή καθ' εαυτή η δήλωση βουλήσεως της πιστώτριας τράπεζας. Συνακόλουθα, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου, συνισταμένου στην έλλειψη έγγραφης απόδειξης των παραγωγικών γεγονότων της απαίτησης και του ληξιπρόθεσμου αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ και τα προδιαληφθέντα στην υπ’ αριθμ. II μείζονα σκέψη, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης τις απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα. Μετά τις παραδοχές αυτές, ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος της ανακοπής κατά το κύριο σκέλος του κρίνεται βάσιμος και άγει στην εν όλω ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε ότι με την από 6-7-2020 εξώδικη δήλωση της δανείστριας τράπεζας καθής η ανακοπή που επιδόθηκε νομίμως στον ανακόπτοντα, προκύπτει με σαφήνεια ότι καταγγέλθηκε η δανειακή σύμβαση και εγκύρως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής κατά το κύριο σκέλος του ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, αλλά και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου ως και κατ’ ουσίαν βάσιμου του μόνου λόγου της υπό κρίση έφεσης, καθ’ ο μέρος ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη του προεκτεθέντος λόγου ανακοπής κατά το κύριο σκέλος του.
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο dsanet.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Διαταγές Πληρωμής
- Πολιτική Δικονομία