Κρατική κυριαρχία υπό δοκιμασία: Η αρχή της μη παρέμβασης στο διεθνές δίκαιο - Απαγωγή
Επιμέλεια: Φωτεινή Μπάλα, Αστυνομικός - Διαπραγματεύτρια ΕΛ.ΑΣ, Διδάκτωρ Νομικής
Η αρχή της μη επέμβασης αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους του διεθνούς δικαίου. Στο παρόν άρθρο εξετάζονται τα όρια της απαγόρευσης παρέμβασης τρίτων κρατών, οι εξαιρέσεις της και οι νέες προκλήσεις
Η παρέμβαση ενός κράτους στο εσωτερικό άλλου κράτους αποτελεί ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα και θεμελιώδη ζητήματα του διεθνούς δικαίου, καθώς βρίσκεται στον πυρήνα της διαμάχης μεταξύ της αρχής της κρατικής κυριαρχίας και της ανάγκης διατήρησης της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Η απαγόρευση της επέμβασης συνδέεται άρρηκτα με την έννοια της κυριαρχικής ισότητας των κρατών, όπως αυτή κατοχυρώνεται στον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, και ειδικότερα στο άρθρο 2 παρ. 1 (Ο Οργανισμός βασίζεται στην αρχή της κυριαρχικής ισότητας όλων των Μελών του.), ενώ συμπληρώνεται από την αρχή της μη επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών, η οποία απορρέει τόσο από το άρθρο 2 παρ. 7 του Χάρτη (Καμία διάταξη του παρόντος Χάρτη δεν εξουσιοδοτεί τα Ηνωμένα Έθνη να επεμβαίνουν σε ζητήματα που ανήκουν ουσιαστικά στην εσωτερική δικαιοδοσία οποιουδήποτε κράτους, ούτε υποχρεώνει τα Μέλη να υποβάλλουν τέτοια ζητήματα σε διαδικασία διευθέτησης σύμφωνα με τον παρόντα Χάρτη· η αρχή αυτή δεν θίγει την εφαρμογή μέτρων αναγκαστικού χαρακτήρα βάσει του Κεφαλαίου VII) όσο και από το εθιμικό διεθνές δίκαιο.
Σύμφωνα με τη διεθνή θεωρία και νομολογία, παρέμβαση συνιστά κάθε εξαναγκαστική πράξη κράτους που αποσκοπεί στο να επηρεάσει την ελεύθερη βούληση άλλου κράτους ως προς ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της αποκλειστικής του αρμοδιότητας, όπως η επιλογή του πολιτικού, οικονομικού ή κοινωνικού του συστήματος. Η έννοια της παρέμβασης δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη στρατιωτική δράση, αλλά περιλαμβάνει και πολιτικές, οικονομικές ή έμμεσες μορφές εξαναγκασμού, εφόσον αυτές προσβάλλουν την ανεξαρτησία του κράτους-δέκτη της παρέμβασης.
Καθοριστική για τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αρχής της μη επέμβασης υπήρξε η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, ιδίως στην υπόθεση Nicaragua κατά Ηνωμένων Πολιτειών (1986), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποστήριξη ένοπλων αντικαθεστωτικών ομάδων, η παροχή στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας και η άσκηση πιέσεων με σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης συνιστούν παράνομη επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις κυρίαρχου κράτους. Στην απόφαση αυτή αναγνωρίστηκε ρητά ότι η αρχή της μη επέμβασης αποτελεί κανόνα εθιμικού διεθνούς δικαίου, δεσμευτικό ανεξαρτήτως συμβατικών υποχρεώσεων. Παράλληλα, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ακόμη και η επίκληση πολιτικών ή ιδεολογικών διαφορών δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ανάμιξη στις εσωτερικές υποθέσεις άλλου κράτους.
Ωστόσο, η απόλυτη απαγόρευση της επέμβασης έχει αμφισβητηθεί στη σύγχρονη διεθνή πρακτική, ιδίως σε περιπτώσεις σοβαρών και συστηματικών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η έννοια της ανθρωπιστικής επέμβασης και, μεταγενέστερα, το δόγμα της «ευθύνης προστασίας» (Responsibility to Protect – R2P) επιχειρούν να επαναπροσδιορίσουν τα όρια της κρατικής κυριαρχίας, αντιμετωπίζοντάς την όχι ως απόλυτο προνόμιο αλλά ως ευθύνη έναντι του πληθυσμού.
Υπ' αυτό το πρίσμα, όταν ένα κράτος αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να προστατεύσει τον πληθυσμό του από εγκλήματα όπως η γενοκτονία, τα εγκλήματα πολέμου ή τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, η διεθνής κοινότητα δύναται να παρέμβει, κατ’ αρχήν με ειρηνικά μέσα και, κατ’ εξαίρεση, με τη χρήση βίας, υπό την προϋπόθεση εξουσιοδότησης από το Συμβούλιο Ασφαλείας όταν υφίσταται απειλή ή διατάραξη της διεθνούς ειρήνης ή πράξη επιθετικότητας (Κεφάλαιο VII του Καταστατικού Χάρτη των ΗΕ, άρθρο 39). Όμως, η απουσία σαφούς νομικής αιτιολόγησης για μονομερείς ανθρωπιστικές επεμβάσεις καθιστά το ζήτημα ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενο, καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος κατάχρησης της δικαιολογίας των ανθρωπιστικών λόγων προκειμένου να εξυπηρετηθούν γεωπολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η σύγχρονη πραγματικότητα έχει αναδείξει νέες μορφές παρέμβασης, όπως για παράδειγμα αυτή που εκδηλώνεται στον κυβερνοχώρο, οι οποίες δυσχεραίνουν την εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Αν και οι ενέργειες αυτές συχνά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις ένοπλης επίθεσης, ενδέχεται να συνιστούν παράνομη επέμβαση εφόσον αποσκοπούν στην επιρροή επί θεμελιωδών λειτουργιών του κράτους. Η διεθνής κοινότητα δεν έχει ακόμη καταλήξει σε ομοφωνία ως προς τα ακριβή όρια αυτών των μορφών επέμβασης, γεγονός που αναδεικνύει τη δυναμική και εξελισσόμενη φύση της σχετικής αρχής.
Η απαγωγή προσώπων ως μορφή παράνομης επέμβασης στην κρατική κυριαρχία
Η απαγωγή προσώπου από όργανα κράτους στο έδαφος άλλου κράτους χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, συνιστά χαρακτηριστική μορφή παράνομης άσκησης κρατικής αρμοδιότητας, παραβιάζοντας την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα του κράτους υποδοχής. Η διεθνής πρακτική και νομολογία έχουν επανειλημμένως επισημάνει ότι η ποινική δικαιοδοσία ενός κράτους δεν μπορεί να ασκείται με εξαναγκαστικά μέσα στο έδαφος άλλου κράτους χωρίς τη συγκατάθεσή του, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας των αποδιδόμενων πράξεων.
Ήδη στην υπόθεση Salomon Jacob (1936), η διαιτητική απόφαση κατέστησε σαφές ότι η σύλληψη προσώπου στο έδαφος ξένου κράτους χωρίς άδεια συνιστά διεθνώς παράνομη πράξη, ακόμη και αν ο συλληφθείς κατηγορείται για αξιόποινες πράξεις. Αντίστοιχα, στην υπόθεση Eichmann (1961), η απαγωγή του Adolf Eichmann από πράκτορες του Ισραήλ στο έδαφος της Αργεντινής αναγνωρίστηκε από την ίδια την ισραηλινή κυβέρνηση ως παραβίαση της κυριαρχίας της, γεγονός που οδήγησε σε διεθνή διπλωματική διαμαρτυρία και σχετικό ψήφισμα Res 138/1960 του Συμβουλίου Ασφαλείας. Παρά το ότι το ισραηλινό δικαστήριο θεώρησε ότι η παράνομη σύλληψη δεν επηρέαζε την άσκηση της ποινικής δικαιοδοσίας, σε διεθνές επίπεδο παγιώθηκε η αρχή ότι η απαγωγή αποτελεί παράνομη επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις άλλου κράτους, η οποία δεν νομιμοποιείται ούτε από την αρχή της καθολικής δικαιοδοσίας ούτε από την επιδίωξη απονομής δικαιοσύνης, επιβεβαιώνοντας έτσι τα όρια της κρατικής εξουσίας στο διεθνές δίκαιο.
Συμπερασματικά, η παρέμβαση τρίτου κράτους στο εσωτερικό άλλου κράτους παραμένει κατ’ αρχήν απαγορευμένη στο διεθνές δίκαιο, ως έκφραση σεβασμού της κυριαρχίας και της πολιτικής ανεξαρτησίας των κρατών. Οι εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό είναι περιορισμένες και ερμηνεύονται στενά, ώστε να αποφεύγεται η υπονόμευση της διεθνούς έννομης τάξης. Η ισορροπία μεταξύ της προστασίας της κυριαρχίας και της ανάγκης αντιμετώπισης σοβαρών διεθνών κρίσεων αποτελεί διαρκή πρόκληση, επιβεβαιώνοντας ότι η αρχή της μη επέμβασης δεν είναι στατική, αλλά προσαρμόζεται στις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες του διεθνούς συστήματος.
Ενδεικτική βιβλιογραφία
Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών
Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, Military and Paramilitary Activities in and against Nicaragua (Nicaragua v. USA), 1986
Cassese A., International Law, Oxford University Press
Brownlie I., Principles of Public International Law, Oxford University Press
Gray C., International Law and the Use of Force, Oxford University Press
United Nations, World Summit Outcome Document, 2005 (Responsibility to Protect)
Saloon Jacob Case (France v. Mexico), Arbitral Award, 1927
Attorney-General of the Government of Israel v. Adolf Eichmann, District Court of Jerusalem, Judgment of 12 December 1961
United Nations Security Council, Resolution 138 (1960)
Αρώνη Χ., «Η αρμοδιότητα των κρατών – Απαγωγή», στο: Αντωνόπουλος Κ. – Μαγκλιβεράς Κ. (επιμ.), Το Δίκαιο της Διεθνούς Κοινωνίας, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Διεθνές Δίκαιο
- Στρατιωτικό Δίκαιο