Παράνομος ο όρος εκτοκισμού με έτος 360 ημερών στα δάνεια επαγγελματικής στέγης (ΤρΕφΑθ 6465/2025)
Η επίμαχη απαγόρευση αφορά σε στεγαστικά δάνεια που καλύπτουν τις στεγαστικές ανάγκες του καταναλωτή είτε για κατοικία είτε για επαγγελματική στέγη
Με πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε παράνομος ο Γενικός Όρος Συναλλαγών, με τον οποίο προβλεπόταν ο υπολογισμός των τόκων των επίδικων δανείων επί τη βάσει του έτους των 360 ημερών (ΤρΕφΑθ 6465/2025).
Τα επίδικα δάνεια χορηγήθηκαν για την αγορά από τον ενάγοντα επαγγελματικής στέγης.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων, λανθασμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο θεώρησε ότι τα επίδικα δάνεια ήταν στεγαστικά, αφού χορηγήθηκαν για την αγορά επαγγελματικής στέγης και εξυπηρετούσαν επαγγελματικούς-επιχειρηματικούς σκοπούς και ανάγκες των εναγόντων. Συνεπώς, δεν υπάγονται στην ΚΥΑ ΖΙ-798/25.06.2008, με την οποία έχει νομοθετηθεί η απαγόρευση αναγραφής του όρου περί υπολογισμού των τόκων επί τη βάση του έτους των 360 ημερών.
Κατά την κρίση του δικαστηρίου, ωστόσο, η ως άνω απόφαση του υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), η οποία ρητά προβλέπει την απαγόρευση της αναγραφής του όρου του υπολογισμού των τόκων επί τη βάσει του έτους των 360 ημερών αντί του έτους των 365 ημερών στα στεγαστικά δάνεια, εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 περ. 21 του Ν. 2251/1994 και, ως εκ τούτου, εφόσον δεν έχει περιληφθεί σε αυτήν περιορισμός που να αφορά την ιδιότητα του δανειολήπτη-καταναλωτή με την οποία αυτός ενεργεί ή το είδος των αναγκών που καλύπτουν τα χορηγούμενα στεγαστικά δάνεια, διακρίνοντάς τες ενδεχομένως σε ανάγκες οικογενειακής στέγασης ή επαγγελματικής, αποκλείοντας τις δεύτερες, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίμαχη απαγόρευση αφορά σε στεγαστικά δάνεια που καλύπτουν τις στεγαστικές ανάγκες του καταναλωτή είτε για κατοικία είτε για επαγγελματική στέγη.
Το δικαστήριο έλαβε ιδίως υπόψη του ότι, κατά το ελληνικό δίκαιο, καταναλωτής είναι το φυσικό ή και νομικό πρόσωπο - τελικός αποδέκτης προϊόντος που εξυπηρετεί ακόμα και επαγγελματικούς/επιχειρηματικούς σκοπούς αυτού.
Συνεπώς, εφόσον η κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 2251/1994 εκδοθείσα Υπουργική Απόφαση δεν περιορίζει υποκειμενικά (ως προς την ιδιότητα με την οποία συμβάλλεται ο δανειολήπτης) το πεδίο εφαρμογής της, αλλά μόνο αντικειμενικά (ως προς το είδος του δανείου που προσδιορίζεται από το σκοπό χρησιμοποίησής του), το δικαστήριο έκρινε ότι η επίμαχη απαγόρευση αφορά και στα δάνεια για την αγορά επαγγελματικής στέγης που κατ’ αρχάς είναι στεγαστικά δάνεια αφού καλύπτουν πρωτίστως στεγαστικές ανάγκες του δανειολήπτη - επαγγελματία/επιχειρηματία και όχι ανάγκες χρηματοδότησής του υπό την έννοια της ενίσχυσης της ρευστότητάς του ή της συνέχισης λειτουργίας της επιχείρησής του.
Απόσπασμα απόφασης
Η εναγομένη εταιρεία διαχειρίστρια πλέον των επίδικων απαιτήσεων την 02.02.2023 κατήγγειλε δια επιδόσεως με δικαστικό επιμελητή την πρώτη εκ των ως άνω δανειακή σύμβαση, την οποία καταγγελία φερόταν ότι απευθύνει στους ενάγοντες - εφεσίβλητους οφειλέτες η υπογράφουσα την καταγγελία δικηγόρος χωρίς ωστόσο να τους επιδειχθεί σχετικό πληρεξούσιο της τελευταίας. Την 13.02.2023 οι ενάγοντες επέδωσαν στην εναγομένη εξώδικη δήλωση με την οποία απέκρουσαν την καταγγελία της δανειακής σύμβασης λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας της υπογράφουσας την καταγγελία ως άνω δικηγόρου. Ααμβανομένου υπόψιν του ότι η απόκρουση της καταγγελίας από τους ενάγοντες- δανειολήπτες έπρεπε να συνταχθεί από δικηγόρο και να απευθυνθεί δια επιδόσεως με δικαστικό επιμελητή προς την εναγομένη, κατά τον ίδιο δηλαδή τρόπο που έγινε και η καταγγελία, η συντέλεση της εξώδικης απόκρουσης εντός έντεκα (11) ημερολογιακών ημερών άλλως (7) επτά εργασίμων, εκτιμάται ότι έγινε αμελλητί και με την τήρηση των αναγκαίων τύπων. Περαιτέρω, οι όροι των δανειακών συμβάσεων και δη των πρόσθετων επ’ αυτών πράξεων που τέθηκαν μεταγενέστερα και δη την 12.06.2017 (για αμφότερες τις δανειακές συμβάσεις) και την 30.08.2018 (για τη δεύτερη δανειακή σύμβαση), με τους οποίους προβλεπόταν ο υπολογισμός των τόκων των δανείων επί τη βάσει του έτους των 360 ημερών αντίκειται στον νόμο, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας και τούτο διότι αμφότερα τα δάνεια χορηγήθηκαν για την αγορά από τον πρώτο ενάγοντα επαγγελματικής στέγης και δη για την αγορά καταστήματος, στο οποίο ο ενάγουν λειτούργησε πρακτορείο ΟΠΑΠ. Άλλωστε τούτο αποδεικνύεται και από τη σχετική αναγραφή στις δύο δανειακές συμβάσεις, και η εναγομένη-εκκαλούσα συνομολογεί.
Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλλε ούτε κατά την εφαρμογή του νόμου ούτε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και: α) αναγνώρισε την ακυρότητας της καταγγελίας της πρώτης ως άνω δανειακής σύμβασης καθώς και την ακυρότητα των τιθέμενων με τις ως άνω πρόσθετες πράξεις/ιδιωτικά συμφωνητικά ρύθμισης οφειλής συμβατικών όρων περί υπολογισμού των τόκων επί τη βάσει του έτους των 360 ημερών και συνεπακόλουθα υποχρέωσε την εναγομένη να παραλείπει να επικαλείται τους άκυρους συμβατικούς όρους που τέθηκαν σε αμφότερες τις επίδικες δανειακές συμβάσεις. Θα πρέπει επομένως, απορριπτομένων ως αβασίμων όλων των λόγων εφέσεως, να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Δείτε αναλυτικά την απόφασης στο dsanet.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Δάνεια
- Δίκαιο Καταναλωτή