Ποια πρόσωπα περιλαμβάνονται στην έννοια του «τρίτου» του άρθρου 363 ΠΚ μετά τον Νόμο 5090/2024 (ΑΠ 649/2025)
Δεν είναι "τρίτοι" τα μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων - Ο ορισμός της "δίκης" περιλαμβάνει κάθε στάδιο από την προδικασία (π.χ. αστυνομική προανάκριση, άρα καταλαμβάνει και προανακριτικούς υπάλληλους κατά την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση) μέχρι την αμετάκλητη απόφαση
Η υπ’ αριθμ. 649/2025 απόφαση του Ζ’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ασχολήθηκε με την ερμηνεία της έννοιας του “τρίτου” στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τον Ν. 5090/2024.
Υπενθυμίζεται ότι με το άρθρο 54 του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α' 30/23.2.2024 - Έναρξη ισχύος από 1-5-2024 σύμφωνα με το άρθρο 138 του ως άνω Ν. 5090/2024), το άρθρο 363 του Ποινικού Κώδικα αντικαταστάθηκε και διαμορφώθηκε πλέον ως εξής: "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα δυαδικά μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης".
Η υπόθεση αφορά δικηγόρο, η οποία κατηγορήθηκε για συκοφαντική δυσφήμηση κατ’ εξακολούθηση κατόπιν καταγγελιών της προς τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών για ανάρμοστη συμπεριφορά συναδέλφου της.
Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, δικάζοντας ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την αθώωσε, κρίνοντας ότι οι αποδέκτες των καταγγελιών, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος αλλά και οι λοιποί υπάλληλοι του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, δεν υπάγονται στην έννοια του "τρίτου" και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος άρθρου 363 ΠΚ.
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή από τον Άρειο Πάγο, διότι «το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε την κατηγορουμένη δικηγόρο αθώα της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση που τελέσθηκε εις βάρος της ως άνω υποστηρίζουσας την κατηγορία συναδέλφου της, δεν διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το ότι τα κατονομαζόμενα σ' αυτήν πρόσωπα, που κατέστησαν αποδέκτες των συκοφαντικών ισχυρισμών, συμμετείχαν στην εν λόγω θεσμοθετημένη πειθαρχική διαδικασία, ώστε να προκύπτει αναμφίβολα η ιδιότητά τους ως "τρίτων" κατά την προαναφερθείσα έννοιά της, ενώ και η ως άνω παρατεθείσα αιτιολογία τυγχάνει ελλιπής και ασαφής και ως εκ τούτου υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο σχετικός λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.».
Ο Άρειος Πάγος στις νομικές σκέψεις της ως άνω απόφασης ερμήνευσε τη νέα διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ, όπως ισχύει μετά τον νόμο 5090/2024, ως προς το ποια πρόσωπα περιλαμβάνονται στην έννοια του «τρίτου» ενώπιον των οποίων λαμβάνουν χώρα οι συκοφαντικοί ισχυρισμοί.
Απόσπασμα απόφασης
Επίσης, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οπότε εξ αυτού και μόνο δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής.
Στην ανωτέρω εξαίρεση δεν περιλαμβάνονται ισχυρισμοί που στρέφονται κατά άλλων (πλην των διαδίκων) μερών ή περιπτώσεις που οι αποδέκτες των διαδόσεων (δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι), συνδέονται προσωπικά με τα διάδικα μέρη έτσι ώστε η γνωριμία αυτή να αίρει την απροσφορότητα του γεγονότος να βλάψει την τιμή λόγω μη αποστασιοποίησης των λειτουργών ή υπαλλήλων από τα διάδικα πρόσωπα.
Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρησης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης. Άλλωστε, για τα τελευταία αυτά πρόσωπα δεν προκύπτει ότι λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των συγκεκριμένων δικογράφων, παρά μόνο των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά χειρισμό της υπόθεσης. Επίσης, για τον προσδιορισμό της έννοιας του τρίτου χρησιμοποιήθηκε στοχευμένα ο διευρυμένος και γενικός ορισμός της "δίκης" που περιλαμβάνει κάθε στάδιο από την προδικασία (π.χ. αστυνομική προανάκριση, άρα καταλαμβάνει και προανακριτικούς υπάλληλους κατά την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση) μέχρι την αμετάκλητη απόφαση".
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται αντικειμενικώς:
α) Ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον "τρίτου" σε βάρος ορισμένου προσώπου,
β) το γεγονός να είναι ψευδές και να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, ήτοι γεγονός πρόσφορο να επιφέρει την προσβολή της τιμής και
γ) ο ισχυρισμός ή η διάδοση από το δράστη για άλλον του γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, να γίνει ενώπιον "τρίτου", ενώ για την πλήρωση της αντικειμενικής τους υπόστασης δεν ενδιαφέρει, αν οι "τρίτοι" γνωρίζουν ήδη το διαδιδόμενο γεγονός ή θα μπορούσαν ευχερώς να το πληροφορηθούν από άλλους.
Τούτο δε, διότι και στην περίπτωση αυτή η πράξη μπορεί να δημιουργεί επιπλέον κίνδυνο για την τιμή, αφού ενισχύει την πίστη ως προς την αλήθεια του γεγονότος.
Ως "ισχυρισμός" νοείται η ανακοίνωση που προέρχεται από γνώμη ή πεποίθηση του ίδιου του δράστη ή από μετάδοση άλλου προσώπου, που υιοθέτησε ο δράστης, ενώ ως "διάδοση" νοείται η μετάδοση ανακοίνωσης άλλου προσώπου από τον δράστη, χωρίς αυτός να την υιοθετεί.
Ως "γεγονός" περαιτέρω νοείται οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δυνατόν να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Δεν αποκλείεται όμως στην έννοια του "γεγονότος" να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, κάθε φορά που αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη, ενώ "τιμή" είναι το καλό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπλήρωσης απ' αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων και "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του (ΑΠ 437/2025, ΑΠ 503/2021). Ενώπιον "τρίτου" τελείται μια πράξη ακόμη και όταν δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, όπως ανακοίνωση δια του τύπου ή με την έκδοση βιβλίου, ενώ η έννοια του "τρίτου" διαμορφώθηκε πλέον κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 5060/2024.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι στην έννοια του "τρίτου" για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δεν περιλαμβάνονται - εκτός από τους προαναφερθέντες δημοσίους λειτουργούς και υπαλλήλους που λαμβάνουν γνώση των σχετικών ισχυρισμών για τους διαδίκους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους στα πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης - και τα μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων, αφού η πειθαρχική διαδικασία είναι μια θεσμοθετημένη δικαιοδοτική διαδικασία που ασκείται κανονιστικά από όργανα επιφορτισμένα με το σχετικό αυτό καθήκον, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η τοιαύτη ερμηνεία αποβαίνει υπέρ του κατηγορουμένου.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 437/2025, ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 833/2024, ΑΠ 907/2023, ΑΠ 814/2023, ΑΠ 509/2023).
Δείτε ολόκληρη την απόφαση στο areiospagos.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ποινική Δικονομία
- Ποινικό Δίκαιο