Άδεια ανατροφής τέκνου άνευ αποδοχών εκπαιδευτικών: Δύο πρόσφατες αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά θέτουν όρια στη διοικητική πρακτική
Mε αφορμή τις υπ' αριθμ. 1/2026 (Α1 Ακυρ. σε Συμβούλιο) και 44/2026 (Α1 Ακυρ.) αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά
Επί σειρά ετών, το Υπουργείο Παιδείας και ορισμένες Διευθύνσεις πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης εφαρμόζουν την πρακτική να «στρογγυλοποιούν» την άδεια ανατροφής τέκνου άνευ αποδοχών των εκπαιδευτικών σε ολόκληρα σχολικά έτη: ο εκπαιδευτικός που ζητά άδεια ορισμένων μηνών, βρίσκεται είτε ενώπιον απόρριψης του αιτήματός του, με επίκληση του άρθρου 16 περ. Ε ́ του ν. 1566/1985, είτε ενώπιον χορήγησης άδειας με υποχρεωτική λήξη την 31η Αυγούστου — δηλαδή για διάστημα σημαντικά μεγαλύτερο του αιτηθέντος, με αντίστοιχη απώλεια αποδοχών και μη προσμέτρηση του επιπλέον χρόνου ως πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας. Δύο πρόσφατες αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, τις οποίες χειρίστηκε το γραφείο μας, θέτουν σαφή όρια στην πρακτική αυτή, τόσο σε επίπεδο ουσίας όσο και σε επίπεδο προσωρινής δικαστικής προστασίας.
Η απόφαση ΔΕφΠειρ 44/2026 (Α1 Ακυρωτικός σχηματισμός)
Με την υπ' αριθ. 44/2026 απόφαση του Α1 ́ Ακυρωτικού Τμήματος, το Δικαστήριο ακύρωσε μερικώς απόφαση της Διευθύντριας Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιά, κατά το μέρος που χορηγούσε σε μητέρα εκπαιδευτικό άδεια άνευ αποδοχών έως τη λήξη του σχολικού έτους, ενώ η ίδια είχε αιτηθεί άδεια τετράμηνης διάρκειας, και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η άδεια ανατροφής τέκνου άνευ αποδοχών του άρθρου 53 παρ. 1 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007) εφαρμόζεται και στους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς ρυθμίζει αυτοτελώς και ενιαία για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους το ειδικότερο αυτό ζήτημα, υπερισχύοντας ως νεότερη και ειδικότερη των γενικών ρυθμίσεων του άρθρου 16 περ. Ε ́ του ν. 1566/1985. Σε αντίθεση με τις άδειες της τελευταίας διάταξης, που χορηγούνται κατά διακριτική ευχέρεια και κατόπιν γνώμης του υπηρεσιακού συμβουλίου, η άδεια του άρθρου 53 παρ. 1 έχει υποχρεωτικό για τη Διοίκηση χαρακτήρα. Κρίσιμη δε είναι η ρητή διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι «ουδόλως προβλέπεται ως υποχρεωτικό όριο διάρκειας της χορηγούμενης άδειας η λήξη του σχολικού έτους». Η ερμηνεία αυτή τελεί υπό το φως του άρθρου 21 του Συντάγματος, που θέτει τη μητρότητα και την παιδική ηλικία υπό την προστασία του κράτους.
Η απόφαση ΔΕφΠειρ (Συμβ.) 1/2026
Η δεύτερη απόφαση παρουσιάζει ιδιαίτερο δικονομικό ενδιαφέρον, καθώς αποτελεί την πρώτη και, μέχρι στιγμής, μοναδική περίπτωση παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας σε ακυρωτική διαφορά που αφορά χορήγηση σε εκπαιδευτικό άδειας άνευ αποδοχών για ανατροφή τέκνου. Συγκεκριμένα, επρόκειτο για νεοδιόριστη εκπαιδευτικό, στην οποία χορηγήθηκε άδεια άνευ αποδοχών κατά επτάμισι περίπου μήνες μεγαλύτερη της αιτηθείσας. Η παράταση αυτή δεν συνεπαγόταν μόνο απώλεια αποδοχών: επειδή το πέραν του τετραμήνου διάστημα της άδειας δεν λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας (άρθρο 53 παρ. 1 εδ. 7 ΥΚ), η εκπαιδευτικός δεν θα συμπλήρωνε τη διετή παραμονή στην οργανική της θέση που απαιτεί το άρθρο 62 παρ. 5 του ν. 4589/2019 και έτσι θα έχανε το δικαίωμα συμμετοχής στην τρέχουσα διαδικασία μεταθέσεων.
Το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά (Α1 Ακυρ. σε Συμβούλιο), δέχθηκε ότι η απώλεια του δικαιώματος μετάθεσης και η συνεπαγόμενη πολύμηνη παραμονή της αιτούσας, μητέρας νηπίου, μακριά από την οικογενειακή της εστία για ένα (1) επιπλέον έτος δύνανται να διασπάσουν τον οικογενειακό της ιστό και να της προκαλέσουν βλάβη μη δυνάμενη να επανορθωθεί σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακύρωσης. Σταθμίζοντας τους λόγους αυτούς με τη συνταγματική προστασία της οικογένειας (άρθρο 21 παρ. 1 και 2 Σ.), το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά ανέστειλε εν μέρει την εκτέλεση των προσβαλλόμενων πράξεων κατά το μέρος που η άδεια εκτεινόταν πέραν του αιτηθέντος διαστήματος του 4μήνου.
Η πρακτική σημασία
Οι δύο αποφάσεις, συνδυαστικά, καταδεικνύουν ότι ο εκπαιδευτικός δεν είναι υποχρεωμένος να αποδεχθεί ούτε την απόρριψη του αιτήματός του ούτε την επιβολή από την Διοίκηση άδειας μεγαλύτερης διάρκειας από εκείνη που πράγματι επιθυμεί. Η διάρκεια της άδειας ανατροφής προσδιορίζεται από τον γονέα, εντός των ορίων του νόμου, και όχι από τη «διοικητική πρακτική» του υπολογισμού σε σχολικά έτη. Παράλληλα, η απόφαση αναστολής αναδεικνύει ότι, όταν διακυβεύονται επείγοντα υπηρεσιακά δικαιώματα, όπως η συμμετοχή ενός νεοδιόριστου ή μη εκπαιδευτικού στις μεταθέσεις, υφίσταται αποτελεσματική δικονομική οδός ακόμα και μέσω προσωρινής δικαστικής προστασίας, χωρίς την αναμονή της οριστικής κρίσης επί της αίτησης ακύρωσης, η οποία ενδέχεται να καθυστερήσει. Η Διοίκηση οφείλει να συμμορφωθεί: η διακριτική ευχέρεια δεν είναι ανεξέλεγκτη εξουσία και η διοικητική πρακτική δεν μπορεί να υποκαθιστά τον νόμο.
Τέλος, οι υποθέσεις αυτές αναδεικνύουν και μια λιγότερο ορατή, πλην όμως κρίσιμη, παράμετρο: τη σημασία της ορθής σύνταξης των αιτήσεων προς τη Διοίκηση ήδη από το στάδιο της υποβολής της αίτησης. Η ακριβής διατύπωση του αιτήματος με χρήση κατάλληλων όρων τόσο στην αίτηση όσο και κατά την αποδοχή της χορηγούμενης άδειας και η έγκαιρη και ορθή προσβολή των σχετικών διοικητικών πράξεων είναι τα στοιχεία που κρατούν ανοικτή την οδό της δικαστικής προστασίας στα επόμενα στάδια. Αντιθέτως, μια αίτηση που υποβάλλεται ή γίνεται αποδεκτή χωρίς τις κατάλληλες διατυπώσεις, ενδέχεται να δυσχεράνει ή και να αποκλείσει τη μεταγενέστερη δικαστική αμφισβήτηση της διοικητικής κρίσης. Για τον λόγο αυτόν, κρίνεται επιβεβλημένο ο εκπαιδευτικός να συντάσσει τις σχετικές αιτήσεις με τη συνδρομή νομικού, πριν ακόμη ανακύψει η ανάγκη προσφυγής στα δικαστήρια, ενόψει ιδίως της μέχρι σήμερα συνεχιζόμενης αδιαφορίας της Διοίκησης ως προς την ορθή τήρηση του νόμου.