Ακύρωση συμβολαιογραφικής αγοραπωλησίας λόγω ψυχικής διαταραχής του πωλητή

Η απόφαση 2726/2022 ΠΠρΑθ επανακαθορίζει τα όρια μεταξύ συναλλακτικής ασφάλειας και έγκυρης δικαιοπρακτικής βούλησης - Η συμβολαιογραφική μορφή δεν αρκεί για να θεμελιώσει έγκυρη δήλωση βούλησης όταν ο δικαιοπρακτών τελεί υπό ψυχική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του - Η αποδεικτική αξιοποίηση της μεταγενέστερης δικαστικής συμπαράστασης, η στάθμιση της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης και η doctrinal επαναφορά του άρθρου 131 ΑΚ στο επίκεντρο της συναλλακτικής ηθικής

akurose-sumbolaiographikes-agorapolesias-logo-psukhikes-diatarakhes-tou-polete-e-apophase-27262022-pprath-epanakathorizei-ta-oria-metaxu-sunallaktikes-asphaleias-kai-egkures-dikaiopraktikes-bouleses

Υπάρχουν αποφάσεις που επιλύουν μία ιδιωτική διαφορά και αποφάσεις που επαναφέρουν στο προσκήνιο τα ίδια τα θεμέλια του ιδιωτικού δικαίου. Η υπ’ αριθ. 2726/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανήκει εμφανώς στη δεύτερη κατηγορία. Όχι επειδή εισάγει νέο κανόνα δικαίου, αλλά επειδή αποκαθιστά, με εξαιρετική δογματική καθαρότητα, μία θεμελιώδη ιεραρχία που η συναλλακτική πρακτική συχνά επιχειρεί να αντιστρέψει: προηγείται η ύπαρξη πραγματικής, ελεύθερης και συνειδητής βούλησης και έπεται ο τύπος της δήλωσής της. Η συμβολαιογραφική πράξη δεν γεννά αφ’ εαυτής έγκυρη δικαιοπραξία. Την περιβάλλει μόνο με αποδεικτική και τυπική ασφάλεια, υπό την αυτονόητη αλλά συχνά λησμονημένη προϋπόθεση ότι πίσω από τον τύπο υπάρχει ακόμη πρόσωπο ικανό να αντιλαμβάνεται, να σταθμίζει και να αποφασίζει.

Η υπόθεση αφορούσε αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας συμβολαίου αγοραπωλησίας συμβολαιογράφου, με το οποίο ο ιδιοκτήτης του μεταβίβασε στην εναγομένη τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες επί ακινήτου στην Κηφισιά, αντί συνολικού τιμήματος 80.000 ευρώ. Η ενάγουσα, Δικαστική συμπαραστάτης του πωλητή, δεν προσέγγισε τη διαφορά ως απλή οικονομική αμφισβήτηση ούτε ως μεταγενέστερη οικογενειακή σύγκρουση γύρω από περιουσιακά στοιχεία. Ο πυρήνας της αγωγής εντοπίσθηκε στην ανυπαρξία έγκυρης δήλωσης βούλησης κατ’ άρθρο 131 ΑΚ, με την επίκληση ότι ο πωλητής, κατά τον κρίσιμο χρόνο υπογραφής του συμβολαίου, τελούσε υπό σοβαρή ψυχική διαταραχή, η οποία είχε ήδη καταλύσει ουσιωδώς την ικανότητά του προς λογικό υπολογισμό και αντικειμενική αντίληψη των συνεπειών της δικαιοπραξίας.

Το Δικαστήριο προσέγγισε το ζήτημα με αξιοσημείωτη θεωρητική ακρίβεια. Δεν συγχέει την ψυχική διαταραχή με τη δικαιοπρακτική ανικανότητα ούτε αρκείται σε μία αφηρημένη ψυχιατρική διάγνωση. Αντιθέτως, επαναφέρει την κλασική αλλά συχνά παρερμηνευμένη διάκριση που διατρέχει τη θεωρία του άρθρου 131 ΑΚ ήδη από τον Μπαλή και τον Γεωργιάδη: δεν ενδιαφέρει οποιαδήποτε ψυχική πάθηση, αλλά εκείνη η διατάραξη της λειτουργίας του νου που αποκλείει την ελεύθερη διαμόρφωση και τον αντικειμενικό έλεγχο του περιεχομένου της δήλωσης βούλησης. Η απόφαση ακολουθεί με συνέπεια τη νομολογιακή γραμμή της ΑΠ 531/2018 και της ΑΠ 48/2009, κατά την οποία κρίσιμο δεν είναι αν ο δικαιοπρακτών φέρει ιατρική διάγνωση συγκεκριμένης νόσου, αλλά αν, κατά τον ακριβή χρόνο της δήλωσης, διέθετε λειτουργική ικανότητα αντίληψης των πρακτικών και νομικών συνεπειών της πράξης του.

Ακριβώς εκεί εντοπίζεται και η βαθύτερη doctrinal σημασία της απόφασης. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν μετατρέπει τη δικαστική συμπαράσταση σε αναγκαία προϋπόθεση ακυρότητας ούτε δέχεται ότι η απουσία προηγούμενης στερητικής συμπαράστασης δημιουργεί τεκμήριο πλήρους δικαιοπρακτικής ικανότητας. Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για το ελληνικό ιδιωτικό δίκαιο, διότι επαναφέρει την ορθή σχέση μεταξύ των άρθρων 131 ΑΚ και 1666 επ. ΑΚ. Η δικαστική συμπαράσταση οργανώνει θεσμικά την προστασία του μέλλοντος· το άρθρο 131 ΑΚ ελέγχει το κύρος της ήδη συντελεσθείσας δήλωσης. Η πρώτη έχει προληπτικό και διαχειριστικό χαρακτήρα. Το δεύτερο λειτουργεί ως μηχανισμός αποκατάστασης της νομιμότητας της συναλλαγής όταν αποδεικνύεται ότι η βούληση είχε ήδη ουσιωδώς διαβρωθεί. Η σύγχυση των δύο μηχανισμών θα οδηγούσε σε εξαιρετικά επικίνδυνο αποτέλεσμα: στην πρακτική νομιμοποίηση δικαιοπραξιών προσώπων με σοβαρή ψυχική αποδιοργάνωση μόνο και μόνο επειδή η δικαστική συμπαράσταση δεν είχε ακόμη κινηθεί εγκαίρως.

Το Δικαστήριο αποφεύγει αυτή τη διολίσθηση. Και το επιτυγχάνει όχι με θεωρητικές αφαιρέσεις αλλά με μία εξαιρετικά πυκνή αποδεικτική ανασύνθεση της ζωτικής πραγματικότητας του δικαιοπρακτούντος. Η σημασία της απόφασης δεν περιορίζεται στην τελική αποδοχή της αγωγής. Βρίσκεται κυρίως στη μεθοδολογία με την οποία το Δικαστήριο ανασυνθέτει αναδρομικά την κατάσταση της βούλησης κατά τον κρίσιμο χρόνο της δικαιοπραξίας.

Η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη αξιολογείται όχι απομονωμένα αλλά σε συνδυασμό με το σύνολο των αποδείξεων: τις ένορκες βεβαιώσεις, την πολυετή ψυχιατρική παρακολούθηση, τη συμπεριφορική εικόνα του πωλητή, τις δυσλειτουργίες στην επαγγελματική και κοινωνική του ζωή, την αδυναμία διαχείρισης οικονομικών και συναλλακτικών υποθέσεων, ακόμη και το χρονικό σημείο εκδήλωσης επεισοδίων αποδιοργάνωσης λίγες μόλις ημέρες πριν από την υπογραφή του συμβολαίου. Το Δικαστήριο δεν αντιμετωπίζει τη βούληση ως αφηρημένο νομικό δεδομένο αλλά ως ψυχική και γνωστική λειτουργία που πρέπει να αξιολογηθεί μέσα στη βιοτική πραγματικότητα του προσώπου.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση παρουσιάζει εξαιρετικό δογματικό ενδιαφέρον. Στη θεωρία του άρθρου 131 ΑΚ υπήρχε διαχρονικά ο κίνδυνος μετατροπής της διάταξης είτε σε υπερβολικά στενό μηχανισμό απόλυτης ψυχιατρικής ανικανότητας είτε σε αόριστο εργαλείο μεταγενέστερης αμφισβήτησης δυσμενών συναλλαγών. Η απόφαση 2726/2022 αποφεύγει και τα δύο άκρα. Δεν απαιτεί πλήρη κατάλυση κάθε διανοητικής λειτουργίας. Αλλά ούτε αρκείται σε απλή ευαλωτότητα ή συναισθηματική αστάθεια. Η κρίση της εδράζεται σε συγκεκριμένη και αποδεδειγμένη αδυναμία αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας και των συνεπειών της δικαιοπραξίας.

Η συλλογιστική αυτή εναρμονίζεται με την κρατούσα θεωρία του Γεωργιάδη και του Σταθόπουλου, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 131 ΑΚ δεν προστατεύει γενικώς τον ψυχικά ασθενή αλλά τον δικαιοπρακτικά αδύναμο. Το αντικείμενο της προστασίας δεν είναι η ιατρική κατάσταση καθεαυτή αλλά η λειτουργία της βούλησης μέσα στη συναλλαγή. Πρόκειται για διάκριση κρίσιμη, διότι αποτρέπει τόσο την άκριτη ακυρωσία κάθε δικαιοπραξίας προσώπου με ψυχική πάθηση όσο και τη συναλλακτική εκμετάλλευση ανθρώπων των οποίων η δυνατότητα αυτοκαθορισμού έχει ουσιωδώς καταρρεύσει.

Η απόφαση εμφανίζει όμως ιδιαίτερη σημασία και σε ένα δεύτερο, συχνά υποτιμημένο επίπεδο: στη σχέση μεταξύ συμβολαιογραφικού τύπου και ουσιαστικής εγκυρότητας. Η συμβολαιογραφική πράξη, ως δημόσιο έγγραφο, απολαύει αυξημένης αποδεικτικής δύναμης ως προς όσα ο συμβολαιογράφος βεβαιώνει ότι έλαβαν χώρα ενώπιόν του. Δεν παράγει, όμως, αμάχητο τεκμήριο δικαιοπρακτικής ικανότητας. Η θέση αυτή διατρέχει υπόγεια ολόκληρη την απόφαση και έχει εξαιρετικά σημαντικές συνέπειες για τη σύγχρονη συναλλακτική πρακτική. Εάν γινόταν δεκτό ότι η τυπική συμμετοχή σε συμβολαιογραφική πράξη αρκεί αφ’ εαυτής για την απόδειξη έγκυρης βούλησης, το άρθρο 131 ΑΚ θα κατέληγε ουσιαστικά ανεφάρμοστο στις σοβαρότερες ακριβώς περιπτώσεις, δηλαδή στις πράξεις υψηλής οικονομικής σημασίας που καταρτίζονται υποχρεωτικά με συμβολαιογραφικό τύπο.

Το Δικαστήριο αποκαθιστά τη σωστή ιεράρχηση. Ο τύπος υπηρετεί τη βούληση· δεν την υποκαθιστά. Η συμβολαιογραφική διαδικασία δεν μπορεί να θεραπεύσει ανυπαρξία ουσιαστικής ικανότητας προς δήλωση. Η θέση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα υπό το φως της πραγματικής εικόνας της υπόθεσης, όπου η συναλλαγή αφορούσε μεταβίβαση πολλαπλών ιδιοκτησιών σε τίμημα το οποίο η ενάγουσα θεωρούσε εξαιρετικά δυσανάλογο προς την πραγματική αξία των ακινήτων. Παρότι το Δικαστήριο δεν θεμελιώνει την ακυρότητα αποκλειστικά στη δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής, η οικονομική εικόνα της συναλλαγής λειτουργεί επιβεβαιωτικά ως στοιχείο ενίσχυσης της συνολικής αποδεικτικής κρίσης περί ουσιώδους αποδυνάμωσης της βούλησης του πωλητή.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ. Η εναγομένη υποστήριξε ότι η άσκηση της αγωγής από την κληρονόμο ήταν καταχρηστική, ιδίως ενόψει του χρόνου που είχε παρέλθει και της ολοκλήρωσης της συναλλαγής. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με συλλογιστική που επαναφέρει τον πραγματικό πυρήνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Η επίκληση της καταχρηστικότητας δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός διατήρησης αποτελεσμάτων που παράχθηκαν μέσω δικαιοπραξίας στερούμενης έγκυρης βούλησης. Η προστασία της καλής πίστης και της συναλλακτικής ασφάλειας δεν εκτείνεται μέχρι του σημείου να νομιμοποιεί ουσιαστική αποστέρηση της ιδιωτικής αυτονομίας.

Η σκέψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη θεωρητική σημασία σε μία εποχή κατά την οποία το άρθρο 281 ΑΚ συχνά χρησιμοποιείται με υπερβολική ευρύτητα ως εργαλείο εξουδετέρωσης αξιώσεων. Η απόφαση υπενθυμίζει ότι η διάταξη δεν λειτουργεί αυτοτελώς και ανεξάρτητα από το ουσιαστικό υπόβαθρο της έννομης σχέσης. Δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η επιδίωξη ακύρωσης μίας δικαιοπραξίας όταν το ίδιο το θεμέλιο της δικαιοπρακτικής βούλησης αμφισβητείται σοβαρά και αποδεικτικά.

Σε δικονομικό επίπεδο, η απόφαση παρουσιάζει εξίσου αξιοσημείωτη ακρίβεια. Το Δικαστήριο εξετάζει διεξοδικά τη νομιμοποίηση της ενάγουσας ως δικαστικής συμπαραστάτριας, αξιολογεί τις ένορκες βεβαιώσεις υπό το πρίσμα των άρθρων 421 επ. ΚΠολΔ και προβαίνει σε ουσιαστική στάθμιση του αποδεικτικού υλικού χωρίς να υποκαθιστά την ελεύθερη εκτίμηση αποδείξεων από ψυχιατρικές αυθεντίες. Πρόκειται για κρίσιμο σημείο. Η πραγματογνωμοσύνη δεν αντιμετωπίζεται ως μηχανιστικά δεσμευτικό αποδεικτικό μέσο αλλά ως τμήμα ενός σύνθετου αποδεικτικού πλέγματος. Η τελική δικανική κρίση παραμένει έργο του δικαστή.

Αυτό ακριβώς διαφοροποιεί τη συγκεκριμένη απόφαση από μία απλή «ιατρικοποίηση» της ακυρότητας. Το Δικαστήριο δεν εκχωρεί τη νομική κρίση στον ψυχίατρο. Ο ψυχίατρος περιγράφει την ψυχική κατάσταση· ο δικαστής αποφαίνεται αν αυτή η κατάσταση κατέλυσε τη λειτουργία της βούλησης κατά τον κρίσιμο χρόνο της δήλωσης. Η διάκριση αυτή είναι κεφαλαιώδης για τη θεωρία του ιδιωτικού δικαίου και συχνά λησμονείται στη σύγχρονη πρακτική.

Η υπ’ αριθ. 2726/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αφήνει τελικώς ισχυρό νομολογιακό αποτύπωμα όχι επειδή «προστάτευσε» έναν ψυχικά πάσχοντα δικαιοπρακτούντα, αλλά επειδή επανέφερε την έννοια της βούλησης στον πυρήνα της συναλλαγής. Το ελληνικό αστικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει απλώς τυπικές δηλώσεις. Αναγνωρίζει δηλώσεις που αποτελούν προϊόν συνειδητής αυτοδιάθεσης. Εκεί όπου η αυτοδιάθεση έχει ουσιωδώς διαρραγεί, ο τύπος, η υπογραφή και η συμβολαιογραφική διαδικασία δεν αρκούν για να παραγάγουν έγκυρο ιδιωτικό δεσμό.

Η σημασία της απόφασης υπερβαίνει συνεπώς το συγκεκριμένο πραγματικό. Σε μία εποχή αυξανόμενης οικονομικής και ψυχολογικής ευαλωτότητας, όπου η συναλλακτική εκμετάλλευση προσώπων με μειωμένη γνωστική ή ψυχική αντοχή καθίσταται ολοένα δυσκολότερο να εντοπισθεί, η απόφαση επαναβεβαιώνει ότι το άρθρο 131 ΑΚ δεν αποτελεί παρωχημένο κατάλοιπο προστατευτισμού αλλά θεμελιώδη μηχανισμό διαφύλαξης της ίδιας της νομιμότητας των συναλλαγών. Η ιδιωτική αυτονομία δεν προστατεύεται με την άκριτη διατήρηση κάθε συναλλαγής. Προστατεύεται με την επιμονή ότι πίσω από κάθε δικαιοπραξία πρέπει να υπάρχει πραγματική και λειτουργικά ελεύθερη βούληση.

Για την ενάγουσα παραστάθηκε ο δικηγόρος Χρήστος Οικονομάκης της Oikonomakis Law, ενώ η υπόθεση τελούσε υπό την επιστημονική εποπτεία του.

Η δικονομική και αποδεικτική διαχείριση της υπόθεσης προϋπέθετε συνδυασμό εμπραγμάτου, κληρονομικού και αστικού δικονομικού δικαίου με εξειδικευμένη κατανόηση της θεωρίας της δικαιοπρακτικής βούλησης και της αποδεικτικής λειτουργίας της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης στο πεδίο των ακυρώσιμων και απολύτως άκυρων δικαιοπραξιών.

Νομοθεσία

Αστικός Κώδικας: άρθρα 131, 171, 179, 281, 1666 επ., 1676 επ.Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας: άρθρα 70, 176, 191 §2, 237, 238, 339, 340, 421 επ., 681Α

Νομολογία

ΟλΑΠ 7/2002ΟλΑΠ 8/2001ΑΠ 48/2009ΑΠ 531/2018ΑΠ 1225/2017ΑΠ 1736/2017ΑΠ 419/2013ΑΠ 1450/2011ΑΠ 1559/2021ΑΠ 1034/2019

Βιβλιογραφία

Γεωργιάδης Απ., Γενικές Αρχές Αστικού ΔικαίουΣταθόπουλος Μ., Γενικό Ενοχικό ΔίκαιοΜπαλής Γ., Γενικαί Αρχαί του Αστικού ΔικαίουΚρητικός Α., Ακυρότητα και Ακυρωσία ΔικαιοπραξιώνΚατράς Γ., Ερμηνεία Αστικού ΚώδικαΤούσης Δ., Εμπράγματο ΔίκαιοΡάμμος Κ., Ερμηνεία Αστικού ΚώδικαΚεραμεύς Κ., Αστικό Δικονομικό ΔίκαιοΝίκας Ν., Πολιτική ΔικονομίαΚονδύλης Π., Το δεδικασμένο και η αναγνωριστική αγωγή