Αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια σε δημόσιο υπάλληλο
Δεκτή αγωγή ιατρού του ΕΣΥ (Διοικ. Πρωτ. Μυτιλήνης 164/2026)
Με την υπ’ αριθ. 164/2026 απόφαση, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Μυτιλήνης έκανε δεκτή αγωγή ιατρού του Εθνικού Συστήματος Υγείας και αναγνώρισε το δικαίωμά του να λάβει αποζημίωση για κανονική άδεια που δεν κατέστη δυνατό να λάβει πριν από τη συνταξιοδότησή του. Το Δικαστήριο επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 14.965,92 ευρώ ως αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια, καθώς και το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη για την ίδια αιτία.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Ο ενάγων υπηρετούσε ως ιατρός σε δημόσιο νοσοκομείο και αποχώρησε αυτοδικαίως από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης στις 31.12.2023, λόγω συμπλήρωσης του 67ου έτους της ηλικίας του. Από 1.9.2021 έως 1.1.2023 του είχε επιβληθεί το μέτρο της αναστολής άσκησης καθηκόντων στο πλαίσιο των μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας, πλην όμως ήδη πριν από την επιβολή του ως άνω μέτρου είχε υποβάλει αίτημα χορήγησης 82 ημερών κανονικής άδειας που δικαιούνταν. Ωστόσο, του χορηγήθηκε μόνο μέρος αυτών.
Μετά την επάνοδό του στην υπηρεσία, από 2.1.2023 έως και την αποχώρησή του στις 31.12.2023 λόγω συνταξιοδότησης, δεν κατέστη δυνατή η λήψη της υπολειπόμενης άδειας 76 ημερών, καθώς βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια λόγω προβλημάτων υγείας.
Το σκεπτικό της απόφασης
Η απόφαση στηρίχθηκε στο άρθρο 7 παρ. 2 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ και στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δ.Ε.Ε., είναι αντίθετη στο δίκαιο της Ένωσης η αυτοδίκαιη απόσβεση του δικαιώματος του εργαζομένου σε ετήσια άδεια και συνακόλουθα του δικαιώματος για χρηματική αποζημίωση για τη μη ληφθείσα άδεια. Το δε Δ.Ε.Ε. έχει διευκρινίσει ότι τα ανωτέρω εφαρμόζονται ανεξάρτητα αν ο εργοδότης είναι δημόσια αρχή ή ιδιώτης.
Υπό τα ανωτέρω, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Μυτιλήνης επιδίκασε στον ενάγοντα αποζημίωση για τον υπολογισμό της οποίας εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 102 παρ. 3 του προϊσχύσαντος Υπαλληλικού Κώδικα (π.δ. 611/1977), δεχόμενο ότι αυτή εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 168 παρ. 10 του ν. 3528/2007. Πέραν της ως άνω αποζημίωσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ιατρός, λόγω μη λήψης της άδειάς του, υπέστη και ηθική βλάβη, επιδικάζοντας ποσό για χρηματική ικανοποίηση με το σκεπτικό ότι "α) το δικαίωμα λήψης κανονικής άδειας όλων των εργαζομένων είναι κατοχυρωμένο τόσο στο εθνικό όσο και στο ενωσιακό δίκαιο, β) το δικαίωμα αυτό αποσκοπεί στην παροχή στον εργαζόμενο της δυνατότητας ανάπαυσης από την εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του, αναψυχής και ψυχαγωγίας, στο πλαίσιο της μέριμνας για την αποτελεσματική προστασία της ασφάλειας κατά την εργασία και της υγείας του και γ) εν προκειμένω η μη χορήγηση στον ενάγοντα των 76 ημερών κανονικής αδείας που δικαιούτο του προκάλεσε αισθήματα κόπωσης και ψυχολογικής πίεσης".
Πρόκειται για ενδιαφέρουσα απόφαση, η οποία παρεκκλίνει από τη μέχρι σήμερα πάγια νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων περί μη επιδίκασης αποζημίωσης μη ληφθείσας αδείας σε δημοσίους υπαλλήλους, ευθέως επικαλούμενη την Οδηγία 2003/88/ΕΚ και τη νομολογία του Δ.Ε.Ε.
Την υπόθεση χειρίστηκε η δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω και Διαμεσολαβήτρια, Ήλια Αλευρά.