Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς 3696/2023: Καταχρηστική επίσπευση πλειστηριασμού ενόψει εκκρεμούς αίτησης ν. 3869/2010 και ακυρότητα της κατακύρωσης κύριας κατοικίας
Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η σταδιακή προσβολή των πράξεων εκτέλεσης κατά το άρθρο 934 ΚΠολΔ και η λειτουργία του άρθρου 281 ΑΚ ως ουσιαστικού ορίου της αναγκαστικής εκτέλεσης όταν εκκρεμεί διαδικασία προστασίας της κύριας κατοικίας
Η υπ’ αριθ. 3696/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς αποτελεί απόφαση ιδιαιτέρως σημαντική για το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, διότι θέτει στο επίκεντρο το κρίσιμο ζήτημα αν η επίσπευση πλειστηριασμού κύριας κατοικίας μπορεί, μολονότι τυπικά στηρίζεται σε έγκυρο εκτελεστό τίτλο και ορθή διαδικαστική ακολουθία, να κριθεί καταχρηστική όταν ο επισπεύδων γνωρίζει ότι εκκρεμεί αίτηση του οφειλέτη κατ’ ν. 3869/2010 η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε εξαίρεση ακριβώς του ίδιου ακινήτου από την εκποίηση.
Από τα στοιχεία που κατέστη δυνατό να επαληθευθούν δημόσια μέσω της μεταγενέστερης εφετειακής αποφάσεως 38/2025 του Εφετείου Πειραιώς, προκύπτει ότι η υπ’ αριθ. 3696/2023 απόφαση έκανε δεκτή την ανακοπή ως προς λόγο που έπληττε τον πλειστηριασμό και την κατακυρωτική έκθεση, έκρινε καταχρηστική την επίσπευση του πλειστηριασμού και ακύρωσε τόσο την κατακυρωτική έκθεση όσο και τον πλειστηριασμό, ενώ, αντιθέτως, απέρριψε ως εκπρόθεσμους τους λόγους που αφορούσαν την προδικασία της εκτέλεσης και την κατάσχεση. Το ίδιο εφετειακό κείμενο βεβαιώνει ακόμη ότι η ανακοπή στρεφόταν κατά επιταγής προς πληρωμή, έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, του πλειστηριασμού της 20.7.2022 και της κατακυρωτικής έκθεσης, και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε εμπρόθεσμους μόνο τους λόγους που έπλητταν τον πλειστηριασμό, ακριβώς επειδή αυτοί υπάγονταν στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. β ́ ΚΠολΔ.
Ι. Το αντικείμενο της εκδίκασης και όσα δέχθηκε το Δικαστήριο
Το αντικείμενο της εκδίκασης αφορούσε ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που είχαν επισπευσθεί σε βάρος οφειλέτριας, η οποία είχε ήδη από το έτος 2015 υποβάλει αίτηση υπαγωγής στον ν. 3869/2010 επιδιώκοντας ρύθμιση των οφειλών της και προστασία της κύριας κατοικίας της. Σύμφωνα με τα στοιχεία που αποτυπώνονται στο μεταγενέστερο εφετειακό κείμενο, η ανακοπή στρεφόταν κατά της επιταγής προς πληρωμή, της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, της κατακυρωτικής έκθεσης, του ίδιου του πλειστηριασμού της 20ης.7.2022 και της μεταγεγραμμένης περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 3696/2023 απόφασή του, δέχθηκε ότι οι λόγοι ανακοπής που αφορούσαν την προδικασία της εκτέλεσης και την κατάσχεση ήταν εκπρόθεσμοι, ακριβώς επειδή έπρεπε να είχαν ασκηθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. α ́ ΚΠολΔ, ήτοι εντός σαράντα πέντε ημερών από την επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης. Αντιθέτως, έκρινε ότι οι λόγοι που στρέφονταν κατά του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης είχαν προβληθεί εμπροθέσμως, εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. β ́ ΚΠολΔ, και, μεταξύ αυτών, δέχθηκε ως βάσιμο τον πρώτο πρόσθετο λόγο περί καταχρηστικής επίσπευσης του πλειστηριασμού, ακυρώνοντας την κατακυρωτική έκθεση, τον πλειστηριασμό και την αντίστοιχη μεταγραπτέα περίληψη. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται ρητώς στην απόφαση 38/2025 του Εφετείου Πειραιώς.
Η δογματική σημασία της πρωτοβάθμιας αυτής κρίσης είναι εμφανής. Το δικαστήριο δεν αντιμετώπισε το άρθρο 281 ΑΚ ως εξωτερική ηθική επίκληση, αλλά ως γνήσιο ουσιαστικό όριο της αναγκαστικής εκτέλεσης, το οποίο μπορεί να ενεργοποιηθεί όταν ο επισπεύδων προχωρεί σε πλειστηριασμό ακινήτου γνωρίζοντας ότι εκκρεμεί διαδικασία η οποία αποβλέπει ακριβώς στη διάσωση της κύριας κατοικίας. Από το ιστορικό προκύπτει ακόμη ότι ακολούθησε η υπ’ αριθ. 713/2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση του ν. 3869/2010 και εξαιρέθηκε από την εκποίηση το ίδιο ακίνητο που είχε ήδη εκπλειστηριασθεί. Αν αυτό το στοιχείο συνεκτιμήθηκε, η καταχρηστικότητα δεν θεμελιώνεται σε αφηρημένη κοινωνική συμπάθεια προς τον οφειλέτη, αλλά στη συγκεκριμένη και πρόδηλη σύγκρουση μεταξύ της επίσπευσης της εκτέλεσης και της εκκρεμούς διαδικασίας προστασίας του ίδιου ακινήτου.
ΙΙ. Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και η σταδιακή προσβολή των πράξεων εκτέλεσης
Η απόφαση 3696/2023 έχει ιδιαίτερη δικονομική βαρύτητα διότι αναδεικνύει με καθαρότητα την αρχή της σταδιακής προσβολής των πράξεων εκτέλεσης, όπως αυτή οργανώνεται στα άρθρα 933 και 934 ΚΠολΔ. Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ αποτελεί το γενικό ένδικο βοήθημα ελέγχου της νομιμότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Το δίκαιο, όμως, δεν επιτρέπει την αδιάκριτη και ενιαία προσβολή κάθε σταδίου της εκτέλεσης οποτεδήποτε. Αντιθέτως, το άρθρο 934 ΚΠολΔ κατανέμει τις προθεσμίες αναλόγως με το στάδιο της διαδικασίας το οποίο πλήττεται. Η νομολογιακή αποτύπωση της αρχής αυτής έχει παγίως εξηγήσει ότι οι λόγοι που αφορούν την προδικασία ή την κατάσχεση υπάγονται στην πρώτη χρονική βαθμίδα, ενώ οι λόγοι που αφορούν τον πλειστηριασμό ή την κατακύρωση υπάγονται στη δεύτερη. Το Εφετείο Πειραιώς στην 38/2025, περιγράφοντας το περιεχόμενο της 3696/2023, επιβεβαιώνει ακριβώς ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε αυστηρά αυτή τη διάκριση: απέρριψε ως εκπρόθεσμους τους λόγους που έπλητταν την επιταγή, την ενεργητική νομιμοποίηση, την έκθεση κατάσχεσης και το ανεκκαθάριστο της απαίτησης, αλλά εξέτασε ως εμπρόθεσμους τους λόγους που έπλητταν τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση.
Η σημασία της θέσης αυτής δεν είναι μόνο τεχνική. Δείχνει ότι το ίδιο δικαστήριο που έκρινε καταχρηστική την επίσπευση του πλειστηριασμού δεν διολίσθησε σε γενικευμένη ευνοϊκή αντιμετώπιση του οφειλέτη. Αντιθέτως, διατήρησε με αυστηρότητα το δικονομικό πλαίσιο και απέκρουσε ως απαράδεκτους ή εκπρόθεσμους όσους λόγους δεν είχαν ασκηθεί στον οικείο χρόνο. Έτσι, η απόφαση αποκτά αυξημένη πειστικότητα: η ακύρωση του πλειστηριασμού δεν εμφανίζεται ως προϊόν επιείκειας που παραβλέπει τις δικονομικές εγγυήσεις της εκτέλεσης, αλλά ως ειδική και στοχευμένη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ μέσα στα όρια που το ίδιο το δίκαιο της εκτέλεσης επιτρέπει.
ΙΙΙ. Η αναγκαστική εκτέλεση ως άσκηση δικαιώματος και το άρθρο 281 ΑΚ
Το ουσιαστικό κέντρο βάρους της υπόθεσης βρίσκεται στη λειτουργία του άρθρου 281 ΑΚ ως ουσιαστικού ορίου της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η νομολογία έχει παγίως δεχθεί ότι η πραγμάτωση της αξίωσης του δανειστή με μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος και, συνεπώς, δεν εξαιρείται από τον γενικό κανόνα της απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Το σχήμα αυτό επαναλαμβάνεται στη νεότερη νομολογία του Αρείου Πάγου, όπου επισημαίνεται ότι η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική όταν, υπό τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η απόφαση 1543/2022 του Αρείου Πάγου επαναλαμβάνει τη σχετική αρχή, παραπέμποντας και στη νομολογία της Ολομέλειας.
Στο ίδιο πνεύμα, και η σχετική δευτερογενής παρουσίαση της ΕιρΑθ 1036/2022 επιβεβαιώνει ότι το άρθρο 281 ΑΚ εφαρμόζεται και στην αναγκαστική εκτέλεση, ακριβώς διότι η εκτέλεση δεν είναι ουδέτερη δικονομική ακολουθία αλλά μέσο πραγμάτωσης ουσιαστικού δικαιώματος. Η ίδια πηγή εξηγεί ότι, όταν η καταχρηστικότητα αφορά την απαίτηση ή τη διαδικασία εκτέλεσης, ο σχετικός λόγος ανακοπής υπάγεται στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. β ́ ΚΠολΔ. Η διάκριση αυτή είναι απολύτως συμβατή με όσα φέρεται να δέχθηκε η 3696/2023.
Η δογματική σημασία του σημείου αυτού είναι μεγάλη. Το άρθρο 281 ΑΚ δεν αναστέλλει αυτοδικαίως την εκτέλεση ούτε λειτουργεί ως αόριστη δικαστική ευχέρεια κοινωνικής δικαιοσύνης. Αντιθέτως, παρεμβαίνει μόνο όταν η συγκεκριμένη άσκηση του δικαιώματος εκτέλεσης, υπό τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, εμφανίζεται προφανώς υπερβαίνουσα τα ανεκτά όρια. Αυτό ακριβώς φαίνεται να αποτυπώνει και η 3696/2023: όχι κάθε πλειστηριασμός ακινήτου οφειλέτη με εκκρεμή αίτηση του ν. 3869/2010 είναι καταχρηστικός, αλλά η επίσπευση μπορεί να γίνει καταχρηστική όταν ο επισπεύδων γνωρίζει ότι η επίδικη διαδικασία προστασίας αφορά το ίδιο ακίνητο και όταν, παρά τη γνώση αυτή, επιδιώκει να δημιουργήσει τετελεσμένα πριν η αίτηση κριθεί.
IV. Η εκκρεμής αίτηση του ν. 3869/2010 και η έννομη αξία της για την κρίση περί καταχρηστικότητας
Το κεντρικό θεωρητικό ερώτημα που εγείρει η απόφαση είναι αν η εκκρεμοδικία στο πλαίσιο του ν. 3869/2010 μπορεί να λειτουργεί ως de facto αναστολή της εκτέλεσης. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι γενική και αυτοματοποιημένη. Ο ν. 3869/2010 συγκροτεί ειδικό προστατευτικό καθεστώς για υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, το οποίο, υπό προϋποθέσεις, οδηγεί σε εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση. Η απλή ύπαρξη εκκρεμούς αιτήσεως δεν συνεπάγεται πάντοτε και αυτοδίκαιη αναστολή κάθε εκτελεστικής ενέργειας. Αν όμως ο δανειστής ή ο διαχειριστής απαιτήσεων γνωρίζει ότι η διαδικασία εκκρεμεί, ότι η αίτηση περιλαμβάνει ρητό αίτημα διασώσεως της κύριας κατοικίας και ότι το ίδιο ακίνητο σπεύδεται προς εκποίηση πριν υπάρξει κρίση, τότε η επίσπευση δεν εξετάζεται πλέον μόνο υπό το πρίσμα της τυπικής της νομιμότητας αλλά και υπό το πρίσμα της καλής πίστης.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η ένταση αυτή γίνεται ιδιαίτερα αισθητή, επειδή η αίτηση του ν. 3869/2010 είχε ήδη ασκηθεί από το 2015 και, ακολούθως, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 713/2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς που εξαιρούσε από την εκποίηση ακριβώς το ακίνητο που είχε στο μεταξύ εκπλειστηριασθεί. Αυτό το διαδοχικό σχήμα είναι καθοριστικό. Η καταχρηστικότητα δεν θεμελιώνεται απλώς στην κοινωνική αξία της κύριας κατοικίας, αλλά στο ότι η επίσπευση του πλειστηριασμού, εν γνώσει της εκκρεμούς ειδικής διαδικασίας, ανέτρεψε αιφνιδίως την πραγματική και έννομη κατάσταση του οφειλέτη και μάλιστα επί ακινήτου που τελικώς κρίθηκε δικαστικά διασώσιμο. Η συγκεκριμένη αυτή διασταύρωση γεγονότων προσδίδει στο άρθρο 281 ΑΚ τον χαρακτήρα διορθωτικού μηχανισμού της τυπικής νομιμότητας.
V. Η κύρια κατοικία, η καλή πίστη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος εκτέλεσης
Η εν λόγω απόφαση είναι σημαντική και διότι συνδέει την αναγκαστική εκτέλεση όχι μόνο με τη συμβατική και λογιστική επιδίωξη ικανοποίησης του δανειστή, αλλά και με τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του ίδιου του δικαιώματος εκτέλεσης. Το δικαίωμα εκτέλεσης δεν είναι αδέσμευτο από τον σκοπό του· ο σκοπός αυτός είναι η ικανοποίηση της απαίτησης, όχι η δημιουργία τετελεσμένων που ακυρώνουν το προστατευτικό περιεχόμενο άλλων θεσμών της έννομης τάξης. Όταν η αναγκαστική εκτέλεση στρέφεται κατά της κύριας κατοικίας υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, ενώ εκκρεμεί επί μακρόν διαδικασία ακριβώς για τη διάσωση της κατοικίας αυτής, η έννομη τάξη δεν είναι υποχρεωμένη να παραμένει αδιάφορη στη σύγκρουση αυτή.
Το άρθρο 281 ΑΚ λειτουργεί εδώ ως σημείο συνάντησης της τυπικής εκτελεστικής νομιμότητας με την κανονιστική συνοχή του ιδιωτικού δικαίου. Η καλή πίστη δεν επιτρέπει στον επισπεύδοντα να αξιοποιεί τη βραδύτητα ή την εκκρεμότητα της διαδικασίας προστασίας ως ευκαιρία για να προλάβει τη διάσωσή της. Ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος εκτέλεσης δεν εκτείνεται μέχρι του σημείου να νομιμοποιεί εκτέλεση που, στην πράξη, ακυρώνει την ουσία του προστατευτικού μηχανισμού του ν. 3869/2010. Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση συμβάλλει σε μία ώριμη κατανόηση του άρθρου 281 ΑΚ: όχι ως μέσου γενικής επιείκειας, αλλά ως κανόνα που αποτρέπει συγκρουσιακή και αυτοαναιρετική λειτουργία διαφορετικών θεσμών της έννομης τάξης.
VI. Η ακύρωση της κατακυρωτικής έκθεσης και του πλειστηριασμού
Το ιδιαίτερο πρακτικό βάρος της αποφάσεως βρίσκεται στο ότι δεν περιορίστηκε σε διαπιστωτική μομφή κατά της συμπεριφοράς της επισπεύδουσας, αλλά προχώρησε στην ακύρωση της κατακυρωτικής έκθεσης και του πλειστηριασμού. Η λύση αυτή είναι αυστηρή, αλλά σύμφωνη με τη λογική του δικαίου της ανακοπής. Εφόσον ο λόγος καταχρηστικότητας κρίθηκε ότι έπληττε το ίδιο το στάδιο του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης, η έννομη συνέπεια δεν μπορούσε να είναι άλλη από την ανατροπή των πράξεων αυτών. Η περιγραφή που παρέχει το Εφετείο Πειραιώς στην 38/2025 το επιβεβαιώνει ρητώς: το Μονομελές Πρωτοδικείο ακύρωσε την κατακυρωτική έκθεση της συμβολαιογράφου, τον διενεργηθέντα βάσει αυτής πλειστηριασμό και την αντίστοιχη περίληψη.
Δογματικώς, η λύση αυτή είναι απολύτως συνεπής με την αρχή ότι η καταχρηστικότητα μπορεί να πλήξει όχι μόνο την απαίτηση ως τέτοια αλλά και τη διαδικασία της εκτέλεσης. Αν η διαδικασία, στο συγκεκριμένο της χρονικό και πραγματικό πλαίσιο, αποτελεί προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαστήριο οφείλει να αποδώσει στην παραβίαση αυτή πλήρη έννομη αποτελεσματικότητα. Οποιαδήποτε πιο ήπια λύση θα άφηνε ουσιαστικά αλώβητο το αποτέλεσμα της καταχρηστικής συμπεριφοράς.
VII. Κριτική αποτίμηση
Η απόφαση 3696/2023 είναι πειστική ακριβώς επειδή δεν υιοθετεί ούτε απόλυτο οφειλετοκεντρισμό ούτε τυπολατρική προσήλωση στην εκτέλεση. Η ισχύς της έγκειται στην ισορροπία της. Από τη μία, διατήρησε τη δικονομική πειθαρχία, απορρίπτοντας ως εκπρόθεσμους τους λόγους που αφορούσαν την προδικασία και την κατάσχεση. Από την άλλη, προχώρησε σε ουσιαστικό έλεγχο εκεί όπου η ανακοπή ήταν εμπρόθεσμη και το αντικείμενο της προσβολής ήταν ο ίδιος ο πλειστηριασμός. Η καταχρηστικότητα, έτσι, δεν λειτούργησε ως γενικό μέσο αναστροφής όλης της εκτέλεσης, αλλά ως στοχευμένη διόρθωση του συγκεκριμένου σταδίου όπου η επίσπευση προσέλαβε προφανώς αντίθετο προς την καλή πίστη χαρακτήρα.
Το θεωρητικό ερώτημα αν η εκκρεμοδικία στο πλαίσιο του ν. 3869/2010 μπορεί να λειτουργεί ως de facto αναστολή της εκτέλεσης πρέπει πράγματι να απαντηθεί αρνητικά σε γενικό επίπεδο. Η ίδια όμως η απόφαση δείχνει γιατί το ζήτημα δεν λύνεται με αφηρημένες διατυπώσεις. Δεν πρόκειται για αυτόματη αναστολή· πρόκειται για ειδική στάθμιση, στην οποία η γνώση του επισπεύδοντος, η φύση του ακινήτου ως κύριας κατοικίας, η διάρκεια της εκκρεμοδικίας και η τελική ευδοκίμηση της αίτησης συνθέτουν ένα πλέγμα που καθιστά την επίσπευση υπερβαίνουσα τα όρια της καλής πίστης. Ακριβώς αυτή η εξατομικευμένη στάθμιση διασώζει την απόφαση από τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι εγκαθιδρύει γενική αναστολή της εκτέλεσης όπου εκκρεμεί αίτηση του ν. 3869/2010.
VIII. Συμπεράσματα
Η υπ’ αριθ. 3696/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς συνιστά σημαντική νομολογιακή συμβολή στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, διότι επιβεβαιώνει ότι η τυπική νομιμότητα των πράξεων εκτέλεσης δεν αποκλείει τον ουσιαστικό έλεγχο της άσκησης του σχετικού δικαιώματος υπό το άρθρο 281 ΑΚ. Η απόφαση δείχνει με ιδιαίτερη καθαρότητα ότι, όταν εκκρεμεί αίτηση υπαγωγής στον ν. 3869/2010 και ζητείται η διάσωση της κύριας κατοικίας, η επίσπευση πλειστηριασμού του ίδιου ακινήτου μπορεί, υπό ειδικές συνθήκες, να προσλάβει καταχρηστικό χαρακτήρα και να οδηγήσει σε ακύρωση της κατακύρωσης. Ταυτόχρονα, η απόφαση διατηρεί τη δομή της σταδιακής προσβολής των πράξεων εκτέλεσης, διαχωρίζοντας με αυστηρότητα τους εκπρόθεσμους λόγους που αφορούν την προδικασία από τους εμπρόθεσμους λόγους που στρέφονται κατά του πλειστηριασμού. Υπό αυτή τη διπλή της όψη, η 3696/2023 ενισχύει τόσο τη δογματική σαφήνεια του άρθρου 934 ΚΠολΔ όσο και τον διορθωτικό ρόλο του άρθρου 281 ΑΚ ως ουσιαστικού ορίου της εκτέλεσης.
Επαγγελματική αναφορά
Η παρούσα απόφαση εκδόθηκε κατόπιν νομικού χειρισμού της υπόθεσης υπό την επιμέλεια της δικηγορικής εταιρείας Oikonomakis Law, με νομική εκπροσώπηση συνεργάτη της εταιρείας και στρατηγική καθοδήγηση του Χρήστου Οικονομάκη, ο οποίος επέβλεψε τον νομικό σχεδιασμό και την ανάπτυξη των κρίσιμων ισχυρισμών περί καταχρηστικότητας. Για την ευρύτερη επαγγελματική αποτύπωση της, βλ. το προφίλ της Oikonomakis Law στο Lawspot.