Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1937/2021: Διεθνής απαγωγή ανηλίκου και άρνηση επιστροφής λόγω σοβαρού κινδύνου
Η ερμηνευτική ένταση μεταξύ της αρχής της άμεσης επιστροφής και της εξαιρέσεως του άρθρου 13 της Σύμβασης της Χάγης, υπό το πρίσμα της ελληνικής αναιρετικής νομολογίας, του Κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα και της παιδοκεντρικής στάθμισης του πραγματικού συμφέροντος του τέκνου
Η υπ’ αριθ. 1937/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εντάσσεται στον σκληρό πυρήνα του δικαίου διεθνούς απαγωγής ανηλίκων, όπου η ανάγκη ταχείας αποκατάστασης της διαταραχθείσας έννομης τάξης συναντά το όριο της ουσιαστικής προστασίας του παιδιού από σοβαρό κίνδυνο.
Η απόφαση πραγματεύεται τη λειτουργία της Σύμβασης της Χάγης της 25.10.1980 όχι ως μηχανισμού αυτοματοποιημένης επιστροφής, αλλά ως ειδικού διεθνούς συστήματος το οποίο μεν στηρίζεται στην αρχή της άμεσης επιστροφής, πλην όμως περιέχει ενσωματωμένες εξαιρέσεις αυξημένης πυκνότητας, με κυριότερη εκείνη του άρθρου 13 στοιχ. β ́ περί σοβαρού κινδύνου ή αφόρητης καταστάσεως. Η σημασία της αποφάσεως έγκειται ακριβώς στο ότι επιχειρεί να κρατήσει την κρίση περί επιστροφής αυστηρά διακριτή από την ουσιαστική κρίση περί επιμέλειας, χωρίς ωστόσο να ευτελίζει το πραγματικό περιεχόμενο του συμφέροντος του παιδιού. Η μελέτη που ακολουθεί επιχειρεί να αναδείξει τη δογματική θέση της αποφάσεως, τη σχέση της με την ελληνική αναιρετική και εφετειακή νομολογία, τη συμπληρωματική λειτουργία του ενωσιακού δικαίου και τα όρια μιας παιδοκεντρικής ερμηνείας που δεν οδηγεί σε αποδόμηση του ίδιου του μηχανισμού της Σύμβασης.
Ι. Αντικείμενο της εκδίκασης και δικανική κατάληξη
Το αντικείμενο της εκδίκασης αφορούσε αίτηση επιστροφής ανηλίκου δυνάμει της Σύμβασης της Χάγης του 1980, στο πλαίσιο ισχυριζόμενης παράνομης μετακίνησης ή/και κατακράτησης του τέκνου εκτός του κράτους της συνήθους διαμονής του. Το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει, πρώτον, αν πράγματι συνέτρεχε παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση κατά την έννοια του άρθρου 3 της Σύμβασης, δεύτερον, αν ενεργοποιούνταν η αρχή της άμεσης επιστροφής του άρθρου 12, και, τρίτον, αν συνέτρεχε η εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 13 στοιχ. β ́, ήτοι σοβαρός κίνδυνος να εκτεθεί το παιδί σε σωματική ή ψυχική βλάβη ή άλλως να περιέλθει σε αφόρητη κατάσταση.
Κατά τη συλλογιστική της απόφασης, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η διαδικασία επιστροφής δεν ταυτίζεται με δίκη επιμέλειας και δεν αποβλέπει στην καταλληλότερη κατανομή της γονικής μέριμνας. Παρά ταύτα, προχώρησε σε ενδελεχή στάθμιση των πραγματικών δεδομένων της ζωής του παιδιού και έκρινε ότι η επιστροφή θα μπορούσε να το εκθέσει σε σοβαρό κίνδυνο, ιδίως λόγω διακοπής της ψυχικής συνέχειας, αποξένωσης από τον βασικό φροντιστή και ανατροπής σταθερού περιβάλλοντος ζωής. Η δικανική κατάληξη, σύμφωνα με την περιγραφή της αποφάσεως, ήταν η άρνηση επιστροφής, όχι κατ’ εφαρμογή αφηρημένης επίκλησης του «συμφέροντος του παιδιού», αλλά μέσω της ειδικής εξαίρεσης του άρθρου 13 της Σύμβασης.
Η σημασία αυτής της κατάληξης είναι προφανής. Η απόφαση δεν αρνείται την κανονιστική προτεραιότητα της επιστροφής ως κανόνα. Αρνείται, όμως, να μετατρέψει τη Σύμβαση σε άκαμπτο εργαλείο επαναφοράς, όταν το πραγματικό υλικό πιθανολογεί ότι η επιστροφή δεν θα υπηρετούσε την κανονιστική της ratio, αλλά θα εξέθετε το παιδί σε κατάσταση ψυχικώς ή πραγματικώς αφόρητη.
ΙΙ. Το κανονιστικό πλαίσιο: η Σύμβαση της Χάγης του 1980 και η συμπληρωματική λειτουργία του ενωσιακού δικαίου
Η Σύμβαση της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών συγκροτεί ένα sui generis διεθνές κανονιστικό σύστημα. Δεν αποσκοπεί στην τελική επίλυση της διαφοράς επιμέλειας ούτε στην αξιολόγηση του καλύτερου γονέα. Σκοπός της είναι η ταχεία αποκατάσταση του status quo ante, ώστε η ουσιαστική κρίση περί γονικής μέριμνας να γίνει από τα δικαστήρια του κράτους της συνήθους διαμονής του παιδιού. Η ratio της Σύμβασης είναι, επομένως, διττή: αφενός αποτρεπτική, αφού αποδοκιμάζει τη μονομερή μεταβολή της έννομης και πραγματικής κατάστασης μέσω αυτοδίκαιης μετακίνησης του παιδιού, και αφετέρου δικαιοδοτική, αφού προστατεύει το forum της συνήθους διαμονής ως φυσικό δικαστή των ζητημάτων επιμέλειας.
Στο επίπεδο του ενωσιακού δικαίου, η υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003, ο οποίος κατά τον κρίσιμο χρόνο λειτουργούσε συμπληρωματικά προς τη Σύμβαση της Χάγης. Ο Κανονισμός δεν καταργεί τη Σύμβαση, αλλά ενισχύει τη λειτουργία της, κυρίως ως προς τη διεθνή δικαιοδοσία και την αλληλεπίδραση μεταξύ κρατών-μελών. Η νομολογιακή και δογματική σημασία αυτής της παράλληλης εφαρμογής έγκειται στο ότι η Σύμβαση διατηρεί την αυτοτέλειά της ως προς το κριτήριο της επιστροφής, ενώ ο ενωσιακός κανονισμός εξασφαλίζει ένα πυκνότερο σύστημα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεργασίας.
Η διπλή αυτή κανονιστική ένταξη καθιστά σαφές ότι η κρίση περί επιστροφής δεν μπορεί να είναι ούτε αμιγώς εσωτερική ούτε ελεύθερα ελαστική. Αντιθέτως, πρέπει να παραμένει πιστή στη δομή της Σύμβασης, η οποία θέτει ως κανόνα την επιστροφή και ως εξαίρεση την άρνησή της.
ΙΙΙ. Η έννοια της παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης και η συνήθης διαμονή του τέκνου
Η πρώτη λογική βαθμίδα κάθε υπόθεσης διεθνούς απαγωγής είναι η διαπίστωση αν υπάρχει παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση κατά το άρθρο 3 της Σύμβασης. Η παρανομία δεν συνάγεται από αφηρημένη παραβίαση ηθικών ή κοινωνικών προσδοκιών· συνάγεται από την προσβολή δικαιώματος επιμέλειας, το οποίο αναγνωρίζεται από το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής του παιδιού και ασκείτο πράγματι ή θα ασκείτο, αν δεν είχε συντελεσθεί η μετακίνηση ή κατακράτηση.
Η απόφαση 1937/2021 αποκτά ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή δεν παγιδεύεται σε ρητορική αναφορά περί «αρπαγής», αλλά φαίνεται να εστιάζει στο κανονιστικό υπόβαθρο της παρανομίας. Η συνήθης διαμονή του παιδιού δεν είναι τυπική έννοια της διοικητικής εγγραφής ή της ιθαγένειας. Είναι έννοια λειτουργική, που αποτυπώνει το πραγματικό κέντρο της ζωής του παιδιού: το περιβάλλον στο οποίο είναι κοινωνικά, οικογενειακά και βιοτικά ενταγμένο. Η νομολογία του ΔΕΕ για την έννοια της habitual residence έχει επανειλημμένα κινηθεί προς μία πολυπαραγοντική, πραγματολογική εκτίμηση.
Μόνον εφόσον διαπιστωθεί παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση γεννάται η αρχή της άμεσης επιστροφής. Η απόφαση, όπως περιγράφεται, φαίνεται να δέχεται αυτό το πρώτο βήμα και να μεταφέρει το κέντρο βάρους στο δεύτερο και δυσκολότερο ερώτημα: αν δηλαδή η επιστροφή πρέπει, κατ’ εξαίρεση, να αποκρουσθεί.
IV. Η δογματική διάκριση μεταξύ δίκης επιστροφής και δίκης επιμέλειας
Ένα από τα πλέον κρίσιμα σημεία της απόφασης είναι η επιμονή της στη διάκριση ανάμεσα στη διαδικασία επιστροφής και στην ουσιαστική κρίση περί επιμέλειας. Πρόκειται για δογματική διάκριση θεμελιώδους σημασίας. Η δίκη επιστροφής δεν αποτελεί συγκαλυμμένη δίκη καταλληλότητας των γονέων. Δεν αποσκοπεί στο να κρίνει ποιος γονέας είναι καλύτερος, ποιο κράτος είναι γενικά προτιμότερο για την ανατροφή ή ποιο μοντέλο γονικής μέριμνας είναι βέλτιστο. Αποσκοπεί στην αποκατάσταση της διεθνούς έννομης τάξης, ώστε η διαφορά επιμέλειας να κριθεί από τον φυσικό της δικαστή.
Η απόφαση 1937/2021, κατά την περιγραφή της, υιοθετεί αυτή τη διάκριση με σαφήνεια. Αυτό είναι δογματικά αναγκαίο. Χωρίς τη διάκριση αυτή, κάθε διαδικασία επιστροφής θα μετατρεπόταν σε πλήρη δίκη επιμέλειας, γεγονός που θα ματαίωνε τον σκοπό της Σύμβασης και θα επιβράβευε την ίδια τη μετακίνηση του παιδιού ως μηχανισμό μεταφοράς της δικαιοδοτικής σύγκρουσης σε άλλο forum.
Όμως η επιμονή στη διάκριση αυτή δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο μπορεί να αδιαφορήσει για την πραγματικότητα του παιδιού. Η αξία της απόφασης έγκειται ακριβώς στο ότι επιχειρεί να τηρήσει τη διάκριση, χωρίς να ακρωτηριάζει το περιεχόμενο της εξαίρεσης του άρθρου 13. Η επιστροφή δεν είναι δίκη επιμέλειας, αλλά ούτε και τυφλή μηχανική επαναφορά.
V. Η εξαίρεση του άρθρου 13 στοιχ. β ́: σοβαρός κίνδυνος και αφόρητη κατάσταση
Το άρθρο 13 στοιχ. β ́ της Σύμβασης της Χάγης προβλέπει ότι η δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους όπου βρίσκεται το παιδί δεν υποχρεούται να διατάξει την επιστροφή του, όταν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ότι η επιστροφή θα το εκθέσει σε σωματική ή ψυχική βλάβη ή θα το θέσει κατ’ άλλον τρόπο σε αφόρητη κατάσταση. Η εξαίρεση αυτή είναι κατ’ ανάγκην στενά ερμηνευτέα, διότι διαφορετικά θα υπονόμευε την αρχή της άμεσης επιστροφής. Ταυτόχρονα, όμως, είναι πραγματική εξαίρεση και όχι διακοσμητική πρόβλεψη. Δεν επιτρέπεται να απονευρώνεται στο όνομα της ομοιομορφίας εφαρμογής της Σύμβασης.
Η απόφαση 1937/2021 φαίνεται να υιοθετεί μία λειτουργική και πραγματολογική πρόσληψη της εξαιρέσεως. Η ψυχική συνέχεια του παιδιού, η σταθερότητα του περιβάλλοντος, η ενδεχόμενη αποξένωση από τον βασικό φροντιστή και η ρήξη της πραγματικής καθημερινότητας δεν αντιμετωπίζονται ως συναισθηματικά δευτερεύοντα ή ως απλές συνέπειες που υπάρχουν σε κάθε μετακίνηση. Αντιθέτως, αναγνωρίζεται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η βίαιη ανατροπή μιας σταθερά διαμορφωμένης πραγματικότητας μπορεί να συγκροτεί τον «σοβαρό κίνδυνο» του άρθρου 13.
Η νομολογιακή δυσχέρεια εδώ είναι προφανής: η εξαίρεση δεν μπορεί να εφαρμόζεται κάθε φορά που το παιδί έχει προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον ή έχει ισχυρό δεσμό με τον γονέα που το μετέφερε, διότι τότε η ίδια η παρανομία θα γεννούσε αυτομάτως λόγο μη επιστροφής. Από την άλλη, η εξαίρεση δεν μπορεί να περιορισθεί μόνο σε ακραίες περιπτώσεις φυσικής βίας. Η ψυχική βλάβη, όταν πιθανολογείται σοβαρά και συγκεκριμένα, είναι εξίσου νομικά κρίσιμη. Η απόφαση κινείται προς αυτή τη δεύτερη κατεύθυνση.
VI. Η ελληνική αναιρετική και εφετειακή νομολογία
Η απόφαση εντάσσεται σε ένα ήδη διαμορφωμένο νομολογιακό περιβάλλον, στο οποίο ο Άρειος Πάγος και τα εφετεία έχουν επανειλημμένα αντιμετωπίσει τη σχέση κανόνα και εξαιρέσεως στη Σύμβαση της Χάγης. Οι αναφορές στις αποφάσεις ΑΠ 434/2020, ΑΠ 598/2015, ΑΠ 1030/2017 και ΑΠ 1482/2012, καθώς και σε εφετειακές αποφάσεις όπως οι ΕφΘεσ 314/2017 και 733/2017, αποτυπώνουν ακριβώς τη νομολογιακή προσπάθεια να διατηρηθεί η αυτοτέλεια της διαδικασίας επιστροφής χωρίς να αποδυναμώνεται η υποχρέωση ουσιαστικής εξέτασης του κινδύνου.
Το ενδιαφέρον της 1937/2021 συνίσταται στο ότι δεν περιορίζεται σε τυπικές παραπομπές αλλά ενσωματώνει τη νομολογιακή αυτή εμπειρία σε μία παιδοκεντρική, in concreto αξιολόγηση. Δεν αξιώνει αφηρημένη εξαντλητική απόδειξη κάθε πιθανής ψυχικής δοκιμασίας, αλλά φαίνεται να δέχεται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η φύση των πραγμάτων και το συνολικό ψυχοκοινωνικό πλαίσιο αρκούν για να συναχθεί σοβαρός κίνδυνος.
Η προσέγγιση αυτή είναι μεν ευαίσθητη στο πραγματικό συμφέρον του παιδιού, πλην όμως βρίσκεται και στο όριο του συστήματος. Εάν δεν τηρηθεί με αυστηρή δικανική πειθαρχία, μπορεί να οδηγήσει σε ευρεία διεύρυνση της εξαιρέσεως.
VII. Το συμφέρον του παιδιού ως ενδοσυστημική και όχι εξωσυστημική αρχή
Η πλέον δύσκολη θεωρητική απορία στις υποθέσεις διεθνούς απαγωγής είναι αν το «συμφέρον του παιδιού» λειτουργεί ως αυτόνομο υπερκείμενο κριτήριο που μπορεί να υπερβεί τη Σύμβαση ή αν λειτουργεί ενδοσυστημικά, δηλαδή μέσα από τις κατηγορίες που η ίδια η Σύμβαση θεσπίζει. Η ορθή απάντηση, κατά τη συστηματική λογική του διεθνούς πλαισίου, είναι η δεύτερη. Το συμφέρον του παιδιού δεν βρίσκεται εκτός της Σύμβασης. Εξειδικεύεται μέσα από τον κανόνα της επιστροφής και τις εξαιρέσεις του.
Η αξία της απόφασης 1937/2021 είναι ότι φαίνεται να αντιλαμβάνεται αυτή τη διάκριση. Δεν απορρίπτει την επιστροφή με γενική επίκληση ενός αφηρημένου «βέλτιστου συμφέροντος». Αντιθέτως, συνδέει το συμφέρον του παιδιού με τη συγκεκριμένη εξαίρεση του σοβαρού κινδύνου. Με αυτό τον τρόπο, η παιδοκεντρική προσέγγιση δεν γίνεται εξωσυστημική διάβρωση της Σύμβασης, αλλά ενδοσυστημική εξειδίκευσή της.
Αυτό είναι δογματικά κρίσιμο. Αν το συμφέρον του παιδιού λειτουργούσε ως ελεύθερη και αόριστη ρήτρα, κάθε δικαστήριο θα μπορούσε να επαναπροσδιορίζει κατά περίπτωση τη βαρύτητα του κανόνα της επιστροφής. Η διεθνής ομοιομορφία θα κατέρρεε. Αντιθέτως, όταν το συμφέρον του παιδιού ενσωματώνεται μέσω του άρθρου 13, η εξαίρεση παραμένει αυστηρή αλλά πραγματική.
VIII. Κριτική αποτίμηση
Η απόφαση παρουσιάζει υψηλή δογματική πυκνότητα και σαφή πρακτική ευαισθησία. Τα ισχυρά της στοιχεία είναι τρία.
Πρώτον, διατηρεί τη διάκριση επιστροφής και επιμέλειας, αποφεύγοντας να μετατρέψει τη διαδικασία της Σύμβασης σε ουσιαστική δίκη γονικής μέριμνας.
Δεύτερον, αποδίδει πραγματικό περιεχόμενο στην εξαίρεση του άρθρου 13, αναγνωρίζοντας ότι η ψυχική συνέχεια, η σταθερότητα του περιβάλλοντος και η σχέση με τον βασικό φροντιστή μπορούν να είναι νομικώς κρίσιμα στοιχεία.
Τρίτον, ενσωματώνει τη νομολογία χωρίς να εγκλωβίζεται σε τυπικισμό, προσεγγίζοντας το συμφέρον του παιδιού με in concreto αξιολόγηση.
IX. Συμπέρασμα
Η υπ’ αριθ. 1937/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποτελεί σημαντική συμβολή στο ελληνικό δίκαιο διεθνούς απαγωγής ανηλίκων, διότι φωτίζει με καθαρότητα το πιο δύσκολο σημείο του συστήματος της Σύμβασης της Χάγης: πότε η άρνηση επιστροφής δεν συνιστά αποδυνάμωση του κανόνα, αλλά ακριβή εφαρμογή της εξαιρέσεως που ο ίδιος ο κανόνας ενσωματώνει. Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η διαδικασία επιστροφής δεν είναι δίκη επιμέλειας, ότι η αρχή της άμεσης επιστροφής αποτελεί τον κανόνα και ότι ο σοβαρός κίνδυνος του άρθρου 13 πρέπει να ερμηνεύεται στενά αλλά όχι αδρανοποιημένα. Παράλληλα, αναδεικνύει ότι το συμφέρον του παιδιού δεν είναι εξωσυστημικό κριτήριο ανατροπής της Σύμβασης, αλλά ενδοσυστημική αρχή που εξειδικεύεται μέσα από τις ίδιες τις ρυθμίσεις της. Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση προσφέρει όχι μόνο λύση σε μια επιμέρους διαφορά, αλλά και υπόδειγμα μεθοδολογίας για τη στάθμιση μεταξύ διεθνούς έννομης τάξης και ουσιαστικής παιδικής προστασίας.
Νομοθεσία
- Σύμβαση της Χάγης της 25.10.1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών.
- Ν. 2102/1992, περί κυρώσεως της Σύμβασης της Χάγης.
- Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 (Brussels IIa).
- ΚΠολΔ, διατάξεις περί ασφαλιστικών μέτρων.
Νομολογία
- ΜΠρΑθ 1937/2021.
- ΑΠ 434/2020.
- ΑΠ 598/2015.
- ΑΠ 1030/2017.
- ΑΠ 1482/2012.
- ΕφΘεσ 314/2017.
- ΕφΘεσ 733/2017.
- ΔΕΕ, C-523/07, A.
- ΔΕΕ, C-497/10 PPU, Mercredi.
- ΕΔΔΑ, Neulinger and Shuruk v. Switzerland.
- ΕΔΔΑ, X v. Latvia.
Βιβλιογραφία
- Pérez-Vera, Explanatory Report on the 1980 Hague Child Abduction Convention.
- Beaumont / McEleavy, The Hague Convention on International Child Abduction.
- Schuz, The Hague Child Abduction Convention: A Critical Analysis.
- Dicey, Morris & Collins, The Conflict of Laws.
- Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο.
- Μπέης, Πολιτική Δικονομία.
Επαγγελματική αναφορά
Η παρούσα απόφαση εκδόθηκε κατόπιν δικαστικής διαδικασίας στην οποία παρασχέθηκε νομική εκπροσώπηση από δικηγόρο της Oikonomakis Law, ενώ η υπόθεση τελούσε υπό τη νομική εποπτεία και στρατηγική καθοδήγηση του Χρήστου Οικονομάκη. Για την ευρύτερη επαγγελματική αποτύπωση της, το προφίλ της Oikonomakis Law στο Lawspot.