Ενδοοικογενειακή Βία: Πότε ο καυγάς γίνεται έγκλημα

Πότε μια έντονη οικογενειακή σύγκρουση μετατρέπεται σε ποινικό αδίκημα, τι πραγματικά προβλέπει ο νόμος και πότε πρέπει να επεμβαίνουν οι Αρχές

endooikogeneiake-bia-pote-o-kaugas-ginetai-egklema

Ο όρος «ενδοοικογενειακή βία» έχει γίνει, δυστυχώς, καραμέλα. Ακούγεται παντού: στα δελτία ειδήσεων, στα αστυνομικά τμήματα, στις γειτονιές, στα δικαστήρια. Και ας το πούμε καθαρά από την αρχή: η ενδοοικογενειακή βία είναι ένα αδίκημα αισχρό. Ο νομοθέτης πολύ καλά έκανε και το προέβλεψε, το τυποποίησε και το αυστηροποίησε, ώστε όσοι το διαπράττουν να βρίσκονται ενώπιον της Δικαιοσύνης. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να σηκώνει χέρι, να ταπεινώνει, να τρομοκρατεί ή να εξευτελίζει μέλος της οικογένειάς του.

Κανείς. Και σε αυτό δεν χωράει καμία συζήτηση.

Όμως, ακριβώς επειδή πρόκειται για ένα τόσο σοβαρό έγκλημα, οφείλουμε να το οριοθετήσουμε. Αμφιβάλλω εάν ο απλός πολίτης γνωρίζει σήμερα με ακρίβεια τι σημαίνει νομικά «ενδοοικογενειακή βία», πού συνίσταται το αδίκημα και πότε πράγματι τελείται. Φτάσαμε στο σημείο ένας συνηθισμένος καυγάς ζευγαριού — μια έντονη λογομαχία για το πού θα μπουν τα πράγματα στο αυτοκίνητο, μια δυνατή αντιπαράθεση που ακούστηκε στη γειτονιά — να χαρακτηρίζεται αυτομάτως «ενδοοικογενειακή βία».

Και ο γείτονας που τηλεφωνεί στην Αστυνομία επειδή ακούει φωνές, καλά κάνει και τηλεφωνεί· αυτό είναι δείγμα κοινωνικής ευαισθησίας και ο νόμος το ενθαρρύνει. Δεν σημαίνει όμως ότι κάθε φωνασκία είναι και έγκλημα.

Όταν όλα βαφτίζονται «ενδοοικογενειακή βία», ταλαιπωρείται η Δικαιοσύνη, ταλαιπωρούνται οι δικηγόροι, το Δημόσιο, η Αστυνομία — και, το χειρότερο, αδικούνται τα πραγματικά θύματα, των οποίων οι υποθέσεις χάνονται μέσα σε έναν κυκεώνα εν γνώσει ψευδών ή καταχρηστικών καταγγελιών. Ας ξεχωρίσουμε, λοιπόν, τα πράγματα: τη διένεξη, το μάλωμα και το έγκλημα.

Το βασικό νομοθέτημα είναι ο Ν. 3500/2006 «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας», ο οποίος ισχύει σήμερα όπως τροποποιήθηκε διαδοχικά, ιδίως από:

τον Ν. 4531/2018, με τον οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας·

τον Ν. 5090/2024 (σε ισχύ από 1.5.2024), ο οποίος, με το άρθρο 117, τροποποίησε εκτενώς τον ορισμό της ενδοοικογενειακής βίας και της «οικογένειας» στο άρθρο 1 του Ν. 3500/2006, αυστηροποίησε σημαντικά τις ποινές και ανήγαγε σε ιδιαίτερα επιβαρυντική περίπτωση την τέλεση της πράξης ενώπιον ανηλίκου·

τον Ν. 5172/2025 (ΦΕΚ Α ́ 10/29.1.2025), που ενσωμάτωσε την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385 για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της εξ οικείων βίας, εντάσσοντας στο πεδίο του νόμου και την απειλή που συνδέεται με επίμονη καταδίωξη ή αθέμιτη παρακολούθηση (stalking) μέλους της οικογένειας, θεσπίζοντας ειδικές δικονομικές ρυθμίσεις (νέο άρθρο 10Α) και αυστηροποιώντας το καθεστώς μετατροπής και αναστολής εκτέλεσης των ποινών στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος.

Παράλληλα με τον Ν. 3500/2006 εφαρμόζονται και διατάξεις του Ποινικού Κώδικα για τα βαρύτερα εγκλήματα που τελούνται σε βάρος μέλους της οικογένειας: ανθρωποκτονία (άρθρο 299 ΠΚ), θανατηφόρα σωματική βλάβη (άρθρο 311 ΠΚ), βιασμός (άρθρο 336 ΠΚ) και κατάχρηση σε γενετήσια πράξη (άρθρο 338 ΠΚ).

Κατά το άρθρο 1 του Ν. 3500/2006, όπως ισχύει, ενδοοικογενειακή βία είναι η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7 και 9 του νόμου και τα άρθρα 299, 311, 336 και 338 του Ποινικού Κώδικα. Μετά τον Ν. 5090/2024, προστατεύεται επίσης και το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας στον οποίο εργάζεται ο δράστης.

Προσέξτε τη διατύπωση: «τέλεση αξιόποινης πράξης». Δεν αρκεί, δηλαδή, οποιαδήποτε ένταση, δυσαρέσκεια ή σύγκρουση μέσα στην οικογένεια. Απαιτείται η συμπεριφορά να πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση συγκεκριμένου εγκλήματος που ο νόμος περιοριστικά κατονομάζει. Αυτό είναι το κλειδί που θα μας βοηθήσει παρακάτω να ξεχωρίσουμε τον καυγά από το αδίκημα.

Ποιοι θεωρούνται «οικογένεια»

Η έννοια της οικογένειας στον νόμο είναι ευρεία και περιλαμβάνει ιδίως:

τους συζύγους και τα πρόσωπα που συνδέονται με σύμφωνο συμβίωσης·

τους γονείς και τους συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας (παιδιά, αδέλφια, παππούδες, γιαγιάδες, πεθερικά, γαμπρούς, νύφες) και τα εξ υιοθεσίας τέκνα·

πρόσωπα που συνοικούν, στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος (π.χ. ανήλικα μέλη, πρόσωπα υπό επιτροπεία, δικαστική συμπαράσταση ή αναδοχή)·

τους μόνιμους συντρόφους και τα τέκνα τους, καθώς και τους πρώην συζύγους και πρώην συντρόφους.

Επομένως, το αδίκημα δεν προϋποθέτει γάμο ούτε καν συγκατοίκηση: και ο πρώην σύζυγος που απειλεί, ασκεί σωματική βία ή προβαίνει σε παρενοχλητική συμπεριφορά που πληροί τις προϋποθέσεις της ποινικής απειλής ή του stalking κατά της πρώην συζύγου του (ή το αντίστροφο) τελεί έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας.

Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι ένα ενιαίο, αόριστο «αδίκημα-ομπρέλα». Είναι δέσμη συγκεκριμένων εγκλημάτων:

1. Ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη (άρθρο 6 Ν. 3500/2006)

Τιμωρείται το μέλος της οικογένειας που προξενεί σε άλλο μέλος σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του (χτυπήματα, τραυματισμοί, μώλωπες), καθώς και εκείνο που με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας. Η βασική μορφή τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους — προσέξτε: όχι απλώς «φυλάκιση», αλλά με κατώτατο όριο, πράγμα που δείχνει την αυστηρότητα του νομοθέτη.

Οι διακεκριμένες μορφές τιμωρούνται ακόμη βαρύτερα:

αν η πράξη μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, ή αν τελέστηκε ενώπιον ανηλίκου μέλους της οικογένειας, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών (και τουλάχιστον τριών ετών στη συνδυασμένη περίπτωση)·

αν η πράξη συνιστά μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία, ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη (ιδίως με παρατεταμένη απομόνωση του θύματος), επιβάλλεται κάθειρξη — και αν το θύμα είναι ανήλικος, κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.

Εδώ αξίζει να σταθούμε: ο νόμος αναγνωρίζει ρητά ότι η βία δεν είναι μόνο η γροθιά. Η συστηματική ψυχολογική εξόντωση — η απομόνωση, ο διαρκής εξευτελισμός, το «σπάσιμο» του άλλου ως ανθρώπου — μπορεί να συνιστά κακούργημα, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 του Ν. 3500/2006, όταν πρόκειται για μεθοδευμένη πρόκληση ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη.

2. Ενδοοικογενειακή παράνομη βία και απειλή (άρθρο 7 Ν. 3500/2006)

Τιμωρείται με φυλάκιση το μέλος της οικογένειας που εξαναγκάζει άλλο μέλος, με βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, χωρίς το θύμα να υποχρεούται προς τούτο, καθώς και εκείνο που προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος απειλώντας το με κάθε μορφή βίας ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη. Μετά τον Ν. 5172/2025, καλύπτεται ρητά και η απειλή που τελείται μέσω επίμονης καταδίωξης ή αθέμιτης παρακολούθησης (stalking) μέλους της οικογένειας. Η τέλεση των πράξεων αυτών ενώπιον ανηλίκου συνεπάγεται βαρύτερη ποινή.

Αυτό είναι το πεδίο όπου εντάσσεται κατά κύριο λόγο η λεκτική και ψυχολογική βία, όταν ξεπερνά το όριο της απλής αντιπαράθεσης: το «θα σε σκοτώσω», το «θα σου πάρω τα παιδιά και δεν θα τα ξαναδείς», εφόσον, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, συνιστά απειλή παράνομης πράξης και προκαλεί τρόμο ή ανησυχία, ο συστηματικός εκφοβισμός, ο έλεγχος κάθε κίνησης, η παρακολούθηση, εφόσον συντρέχουν οι ειδικότερες προϋποθέσεις του άρθρου 333 ΠΚ.

3. Ενδοοικογενειακή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 9 Ν. 3500/2006)

Τιμωρείται το μέλος της οικογένειας που προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου μέλους με ιδιαίτερα ταπεινωτικό λόγο ή έργο που ανάγεται στη γενετήσια ζωή του, με αυστηρότερη μεταχείριση όταν το θύμα είναι ανήλικο.

4. Τα κακουργήματα του Ποινικού Κώδικα

Όταν σε βάρος μέλους της οικογένειας τελείται ανθρωποκτονία (299 ΠΚ), θανατηφόρα σωματική βλάβη (311 ΠΚ), βιασμός (336 ΠΚ) ή κατάχρηση σε γενετήσια πράξη (338 ΠΚ), οι πράξεις αυτές συνιστούν ενδοοικογενειακή βία και ενεργοποιούν ολόκληρο το προστατευτικό πλέγμα του Ν. 3500/2006. Υπενθυμίζω κάτι που πολλοί αγνοούν: βιασμός υπάρχει και μεταξύ συζύγων. Ο γάμος δεν είναι «άδεια» για τίποτα.

Θύματα δεν είναι μόνο οι γυναίκες

Το λέω με κάθε επισημότητα, γιατί συχνά λησμονείται: ο νόμος προστατεύει κάθε μέλος της οικογένειας — γυναίκες, άνδρες, παιδιά, ηλικιωμένους. Η συντριπτική πλειονότητα των καταγεγραμμένων θυμάτων είναι, πράγματι, γυναίκες, και η πολιτεία ορθώς εστιάζει εκεί.

Όμως και οι άνδρες μπορούν να είναι — και είναι — θύματα ενδοοικογενειακής βίας: με λεκτική επίθεση, με συστηματικό εξευτελισμό και ψυχολογική κακοποίηση (bullying μέσα στο ίδιο τους το σπίτι), με απειλές, με σωματική βία, με συμπεριφορές οικονομικού ή συναισθηματικού εξαναγκασμού, όταν στοιχειοθετούν συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, ιδίως με το όπλο των παιδιών. Ο άνδρας-θύμα διστάζει να μιλήσει από ντροπή, από φόβο μη γελοιοποιηθεί, από την πεποίθηση ότι «δεν θα τον πιστέψει κανείς». Και όμως: ο νόμος δεν κάνει διάκριση φύλου. Το θύμα είναι θύμα.

Ιδιαίτερη μνεία οφείλεται και στα παιδιά: ο νομοθέτης αναγνωρίζει πλέον ως θύμα και τον ανήλικο ενώπιον του οποίου τελείται μία από τις προβλεπόμενες αξιόποινες πράξεις, ενώ η τέλεση της πράξης ενώπιον ανηλίκου συνιστά επιβαρυντική περίσταση που επισύρει βαρύτερη ποινή.

Τι ΔΕΝ είναι ενδοοικογενειακή βία

Εδώ φτάνουμε στην ουσία της παρεξήγησης. Δεν είναι ενδοοικογενειακή βία:

Η απλή λογομαχία, ο καυγάς, η έντονη διαφωνία. Ένα ζευγάρι που μαλώνει δυνατά για το πού θα μπουν τα πράγματα στο αυτοκίνητο, για τα οικονομικά, για τα πεθερικά, ακόμη κι αν ακούγεται σε όλη την πολυκατοικία, δεν τελεί έγκλημα. Η ένταση, η φωνή, η εκνευρισμένη κουβέντα είναι — κακά τα ψέματα — μέρος της ανθρώπινης συμβίωσης.

Η μεμονωμένη άκομψη ή προσβλητική κουβέντα μέσα σε έναν καυγά, χωρίς απειλή βίας, χωρίς εξαναγκασμό, χωρίς πρόκληση τρόμου. Μπορεί να είναι απρεπής, μπορεί κατά περίπτωση να στοιχειοθετεί εξύβριση του κοινού Ποινικού Κώδικα, αλλά δεν είναι, αυτή καθεαυτήν, «ενδοοικογενειακή βία» κατά τον Ν. 3500/2006, υπό την επιφύλαξη, βεβαίως, της ειδικής περίπτωσης του άρθρου 9 Ν. 3500/2006.

Η διαφωνία για την ανατροφή των παιδιών, το διαζύγιο, την περιουσία. Αυτές είναι αστικές και οικογενειακές διαφορές, που λύνονται στα πολιτικά δικαστήρια — όχι με μηνύσεις-«όπλα».

Πού είναι, λοιπόν, η διαχωριστική γραμμή; Εκεί που την έθεσε ο νομοθέτης: στην τέλεση αξιόποινης πράξης. Όταν η λογομαχία γίνεται χειροδικία· όταν η κουβέντα γίνεται απειλή που προκαλεί τρόμο («θα σε σκοτώσω», «δεν θα βγεις ζωντανή από εδώ»)· όταν η διαφωνία γίνεται εξαναγκασμός με βία· όταν η συμπεριφορά εξελίσσεται σε μεθοδευμένη πρόκληση ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, ιδίως με την παρατεταμένη απομόνωση του θύματος (άρθρο 6 Ν. 3500/2006) — τότε, και μόνον τότε, μιλάμε για έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας. Και τότε το θύμα δεν πρέπει να διστάσει ούτε δευτερόλεπτο. Με μία φράση: η έντονη λογομαχία, αφ’ εαυτής, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση αδικήματος ενδοοικογενειακής βίας, εκτός εάν με το συγκεκριμένο περιεχόμενό της στοιχειοθετεί κάποια από τις προβλεπόμενες αξιόποινες πράξεις.

Η κατάχρηση του όρου δεν είναι αθώα. Κάθε αβάσιμη καταγγελία απασχολεί αστυνομικούς που θα μπορούσαν να τρέχουν σε πραγματικό περιστατικό, εισαγγελείς και δικαστήρια που βουλιάζουν, δικηγόρους και διαδίκους που ταλαιπωρούνται επί έτη. Η δε εν γνώσει ψευδής καταμήνυση και η ψευδής κατάθεση συνιστούν αυτοτελή ποινικά αδικήματα.

Επίσης ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει τα εξής, γιατί εδώ ο νόμος είναι πραγματικά προστατευτικός για το θύμα:

  1. Αυτεπάγγελτη δίωξη (άρθρο 17 Ν. 3500/2006). Τα εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας διώκονται αυτεπαγγέλτως. Δεν απαιτείται έγκληση του θύματος· αρκεί το περιστατικό να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο σε γνώση των αρχών — γι’ αυτό και ο γείτονας που καταγγέλλει πράττει το καθήκον του. Δεν απαιτείται παράβολο για την υποβολή μήνυσης.
  2. Αυτόφωρη διαδικασία. Σε βάρος του δράστη εφαρμόζεται κατά κανόνα η διαδικασία των άρθρων 417 επ. ΚΠΔ (σύλληψη, άμεση παραπομπή).
  3. Περιοριστικοί όροι (άρθρο 18). Το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, ο ανακριτής, το δικαστικό συμβούλιο ή ο εισαγγελέας που έχει επιληφθεί της υπόθεσης μπορούν να διατάξουν, για την προστασία του θύματος, την απομάκρυνση του δράστη από την οικογενειακή κατοικία, την απαγόρευση προσέγγισης του θύματος, της κατοικίας, της εργασίας του, των σχολείων των παιδιών, την απαγόρευση επικοινωνίας κ.λπ.
  4. Ποινική διαμεσολάβηση (άρθρα 11 επ.). Στα πλημμελήματα προβλέπεται δυνατότητα ποινικής διαμεσολάβησης, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι νόμιμες προϋποθέσεις της διαδικασίας, όπως αναλυτικά ορίζονται στον νόμο — στις οποίες, μετά τον Ν. 5172/2025, περιλαμβάνεται και η αποζημίωση για την κάλυψη των άμεσων αναγκών του θύματος. Ο ίδιος νόμος τροποποίησε και το άρθρο 12 του Ν. 3500/2006, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις σχετικά με τη δυνατότητα του εισαγγελέα να απορρίψει ή να τροποποιήσει τη συμφωνία της διαμεσολάβησης.
  5. Αυστηρότερο καθεστώς έκτισης. Ο Ν. 5172/2025 αυστηροποίησε σημαντικά το καθεστώς έκτισης των ποινών για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας, προβλέποντας, μεταξύ άλλων, περιορισμούς στη μετατροπή και στην αναστολή εκτέλεσής τους στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, καθώς και αυξημένες ποινές σε περίπτωση υποτροπής.
  6. Προστασία και στήριξη του θύματος. Το θύμα δικαιούται ενημέρωση, αρωγή από φορείς υποστήριξης, ειδικό τρόπο εξέτασης (ιδίως οι ανήλικοι), ενώ λειτουργούν ξενώνες φιλοξενίας και συμβουλευτικά κέντρα.
  7. Αστικές συνέπειες. Η πράξη ενδοοικογενειακής βίας συνιστά τεκμήριο κλονισμού του γάμου για τη λύση του με διαζύγιο, θεμελιώνει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και βαρύνει καθοριστικά στην κρίση περί επιμέλειας και επικοινωνίας με τα τέκνα.

Πότε (και πώς) απευθυνόμαστε στις Αρχές

Καλούμε αμέσως την Αστυνομία (τηλ. 100) όταν:

ασκείται ή απειλείται σωματική βία σε βάρος οποιουδήποτε μέλους της οικογένειας·

εκτοξεύονται απειλές κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας που προκαλούν τρόμο·

υπάρχει εξαναγκασμός με βία ή απειλή, παράνομη κατακράτηση, αποκλεισμός στο σπίτι·

ανήλικος κακοποιείται ή γίνεται μάρτυρας βίας·

αντιλαμβανόμαστε ως τρίτοι (γείτονες, συγγενείς, εκπαιδευτικοί, γιατροί) σοβαρές ενδείξεις κακοποίησης.

Στη διάθεση των θυμάτων βρίσκονται επίσης η Γραμμή SOS 15900 (24ωρη, για τη βία κατά των γυναικών, με δυνατότητα και ηλεκτρονικής επικοινωνίας), τα Συμβουλευτικά Κέντρα, οι εισαγγελικές αρχές και — εννοείται — ο δικηγόρος της εμπιστοσύνης του καθενός, ο οποίος θα καθοδηγήσει το θύμα με ασφάλεια στη διαδικασία.

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το π.δ. 37/2019, στην Ελληνική Αστυνομία λειτουργούν εξειδικευμένες υπηρεσίες και Γραφεία Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας, στελεχωμένα με ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό για τον χειρισμό των σχετικών υποθέσεων.

Σημαντικό, τέλος, εργαλείο προστασίας αποτελεί πλέον η εφαρμογή «ΚΟΜΒΙΟΝ ΠΑΝΙΚΟΥ (Panic Button)»: σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ΥΚΟΙΣΟ/32276/2024 Υπουργική Απόφαση, οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές ενημερώνουν τους δικαιούχους για τη δυνατότητα εγκατάστασης της εφαρμογής στο κινητό τους τηλέφωνο και για τη διαδικασία χορήγησής της, ώστε το θύμα να μπορεί να ειδοποιήσει άμεσα και διακριτικά την Αστυνομία σε περίπτωση κινδύνου.

Δεν καλούμε την Αστυνομία για να «τιμωρήσουμε» τον σύζυγο σε έναν καυγά, για να αποκτήσουμε «χαρτί» εν όψει διαζυγίου ή επιμέλειας, ή για να μετατρέψουμε μια οικογενειακή διαφωνία σε ποινική υπόθεση. Η ποινική δικαιοσύνη δεν είναι εργαλείο συζυγικών αντιπαραθέσεων· είναι η ασπίδα των πραγματικών θυμάτων. Και όποιος τη χρησιμοποιεί καταχρηστικά, την αμβλύνει για εκείνους που τη χρειάζονται πραγματικά.

Η ενδοοικογενειακή βία είναι έγκλημα — βαρύ, ειδεχθές, με αυστηρότατες πλέον ποινές, και σωστά. Το σπίτι πρέπει να είναι το ασφαλέστερο μέρος του κόσμου για κάθε άνθρωπο: για τη γυναίκα, για τον άνδρα, για το παιδί, για τον ηλικιωμένο. Όποιος το μετατρέπει σε τόπο φόβου, οφείλει να λογοδοτεί στη Δικαιοσύνη — και ο νόμος, όπως είδαμε, του το εξασφαλίζει.

Ταυτόχρονα όμως, ως κοινωνία και ως πολίτες, οφείλουμε να μάθουμε να ξεχωρίζουμε: ο καυγάς δεν είναι έγκλημα· η διαφωνία δεν είναι κακοποίηση· η ένταση δεν είναι βία. Έγκλημα είναι η αξιόποινη πράξη — το χτύπημα, η απειλή που τρομοκρατεί, ο εξαναγκασμός, ο συστηματικός ψυχικός βασανισμός, η προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. Όταν αυτά συμβαίνουν, δεν σιωπούμε, δεν «τα βρίσκουμε μέσα στην οικογένεια», δεν ντρεπόμαστε: απευθυνόμαστε αμέσως στις Αρχές και στον δικηγόρο μας.

Όταν δεν συμβαίνουν, δεν ευτελίζουμε έναν όρο που γράφτηκε με τον πόνο πραγματικών θυμάτων.

Αυτή η διάκριση δεν είναι νομικίστικη λεπτομέρεια. Είναι όρος σεβασμού — προς τη Δικαιοσύνη, προς τους λειτουργούς της και, πάνω απ’ όλα, προς τα ίδια τα θύματα.