Επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης υπό τον Ν. 4759/2020
Προϋποθέσεις νομιμότητας και έννομη προστασία του διοικουμένου
Η επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης συνιστά ειδικό θεσμό του Πολεοδομικού Δικαίου, αποσκοπούσα στην αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ δημοσίου συμφέροντος για τη διατήρηση και εφαρμογή των πολεοδομικών σχεδίων και του ατομικού δικαιώματος ιδιοκτησίας, το οποίο προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 17 Συντάγματος) και υπερνομοθετική (άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ).
Στην Ελληνική έννομη τάξη, οι ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις θεσπίζονται μέσω εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων και επιβάλλουν περιορισμούς ή δέσμευση σε ακίνητα υπέρ ενός συγκεκριμένου δημοσίου σκοπού, για τη δημιουργία κοινοχρήστων ή κοινωφελών χώρων. Ωστόσο, αν η απαλλοτρίωση δεν συντελεσθεί με την καταβολή αποζημίωσης εντός εύλογου χρόνου, τότε η δέσμευση αίρεται αυτοδικαίως για την προστασία της ιδιοκτησίας.
Ωστόσο, η άρση απαλλοτρίωσης ΔΕΝ συνεπάγεται κατανάγκην την εντοπισμένη τροποποίηση του σχεδίου προκειμένου να καταστεί οικοδομήσιμο το ακίνητο.
Σε περίπτωση άρσης της απαλλοτρίωσης λόγω μακράς αδράνειας των ΟΤΑ, η Διοίκηση μπορεί να επανεπιβάλει τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση, εφόσον πληρούνται αυστηρές προϋποθέσεις.
Κατά το άρθρο 88 παρ. 3 Ν. 4759/2020, η ολική ή μερική επανεπιβολή της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης είναι δυνατή μόνο όταν συντρέχουν ΣΩΡΕΥΤΙΚΑ οι κάτωθι δύο προϋποθέσεις:
α) σοβαροί πολεοδομικοί λόγοι επιβάλλουν τη διατήρηση του βάρους (πρόκειται για αόριστη νομική έννοια, κρινόμενη in concreto, με πολεοδομικά κριτήρια)
β) ο οικείος Δήμος διαθέτει την οικονομική δυνατότητα προς άμεση καταβολή της προσήκουσας αποζημίωσης στους ιδιοκτήτες.
Η διαδικασία της επανεπιβολής είναι χρονικά προσδιορισμένη: Εντός 4 μηνών από τη λήψη της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου η πρόταση επανεπιβολής διαβιβάζεται στον οικείο Περιφερειάρχη για να εκδώσει σχετική απόφαση.
Η διοικητική πράξη επανεπιβολής της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν άσκησης αίτησης ακύρωσης. Στη δίκη αυτή, ο θιγόμενος ιδιοκτήτης μπορεί να προβάλει λόγους ακυρώσεως, όπως έλλειψη ειδικής και επαρκούς αιτιολογίας για την αναγκαιότητα του δημοσίου σκοπού, παράβαση της αρχής της αναλογικότητας λόγω δυσανάλογου βάρους του, έλλειψη επικαιροποιημένων μελετών ή καταχρηστική επανεπιβολή χωρίς προοπτική έγκαιρης αποζημίωσης. Ιδίως, η νομολογία απαιτεί η Διοίκηση να αποδεικνύει με συγκεκριμένα στοιχεία ότι υφίσταται πράγματι σημερινό και επιτακτικό δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει την επανεπιβολή της δέσμευσης και όχι απλώς να επικαλείται τυπικά την ανάγκη τήρησης του σχεδίου πόλεως.
Σημαντική είναι η απαγόρευση δεύτερης επανεπιβολής της απαλλοτρίωσης (άρθρο 89 παρ. 3 Ν. 4759/2020), η οποία κατά την κρίση του νομοθέτη υποκρύπτει μία υφέρπουσα κατάχρηση του θεσμού για λόγους προσχηματικούς ή, στην ελαφρύτερη περίπτωση υλοποιείται χωρίς σοβαρό σχεδιασμό.
Μείζον θέμα αποτελεί η εκ του νόμου υποχρέωση του Δήμου όπως παρακαταθέσει το ποσό της επανεπιβολής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων εντός 18 μηνών από την επανεπιβολή της απαλλοτρίωσης (μετά την 1η.5.2024) ή να εκδώσει σχετικό χρηματικό ένταλμα. Το ζήτημα εδώ συνίσταται στο ότι ο Δήμος διαθέτει de facto μονομερώς τη δυνατότητα να προσδιορίσει το ποσό που εκείνος κρίνει ως πλήρη αποζημίωση, ενώ ο ιδιοκτήτης οφείλει, εφόσον δεν επιθυμεί να θεωρηθεί συντελεσμένη η απαλλοτρίωση, να καταθέσει στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο αίτηση προσδιορισμού προσωρινής ή οριστικής τιμής μονάδος, σε διάστημα εντός έξι (6) μηνών από την παρακατάθεση της αποζημίωσης ή του χρηματικού εντάλματος πληρωμής από τον Δήμο. Το νομικά οξύμωρο (και αυτό που και εγώ έχω συναντήσει στη δικηγορική πρακτική κατά κόρον) εμφανίζεται όταν ο ιδιοκτήτης δεν επιθυμεί την επανεπιβολή της απαλλοτρίωσης και έχει προσβάλει αυτή ακυρωτικά στο ΣτΕ να "υποχρεούται" να καταθέσει ταυτόχρονα και στα πολιτικά δικαστήρια αίτηση τιμής μονάδος, ενώ δεν τον ενδιαφέρει να αποζημιωθεί, αλλά να διατηρήσει το ακίνητό του. Το κατά πόσο τούτο είναι συνταγματικό, ιδίως υπό το φως του άρθρου 17 παρ. 4 του Συντάγματος, που ορίζει ότι κανείς δεν στερείται την ιδιοκτησία του πριν καταβληθεί η προσωρινή ή οριστική αποζημίωση, παραμένει ζητούμενο προς διερεύνηση.
Το πρόβλημα οξύνεται, αν υπολογίσει κανείς ότι δεν υπάρχει στην πλειονότητα των περιπτώσεων και Πράξη Εφαρμογής που απαιτείται για να εκδικαστεί η ασκηθείσα αίτηση τιμής μονάδος (για να κηρυχθεί παραδεκτή η συζήτηση στο πολιτικό δικαστήριο).
Η επανεπιβολή της απαλλοτρίωσης εμφανίζεται, με τα ως άνω δεδομένα, έτσι ως ultima ratio, όπως λέμε στα νομικά, ήτοι ως έσχατη λύση τελευταίου καταφυγίου.
Η νομολογία του ΣτΕ στην παρούσα φάση για όλα τα ως άνω θέματα της νομιμότητας της επανεπιβολής υπό τον Ν. 4759/2020 είναι αρκούντως περιορισμένη. Αναμένεται πάντως η έκδοση των πρώτων αποφάσεων υπό τον νέο νόμο, σε πολλές εκ των οποίων είχα την ευκαιρία να εκπροσωπήσω τους εντολείς μου.
Πηγή: Π. Γαλάνης, Μέσα και Εργαλεία Εφαρμογής του Πολεοδομικού Σχεδιασμού, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2023.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ακίνητα
- Πολεοδομικό & Χωροταξικό Δίκαιο