Διαγραφή μη αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης από ποινικό μητρώο (ΔιάτΕισΠλημΜυτιλήνης 17/2026)
Μη νόμιμα καταχωρήθηκε στο ποινικό μητρώο απόφαση που δεν έχει εισέτι καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρ. 473 ΚΠΔ και ούτε ανήκει στις αποφάσεις που με Υπουργική Απόφαση ή με τον Κανονισμό του Πρωτοδικείου εξαιρείται της καθαρογραφής
Με πρόσφατη διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μυτιλήνης, διευκρινίζονται οι προϋποθέσεις εγγραφής καταδικαστικών αποφάσεων στο δελτίο ποινικού μητρώου του καταδικασθέντος, καθώς και η διαδικασία διαγραφής αυτών σε περίπτωση πρόωρης ή εσφαλμένης καταχώρισης (ΔιάτΕισΠλημΜυτιλήνης 17/2026).
Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά αίτηση πολίτη για τη διαγραφή απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου από το ποινικό του μητρώο, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω απόφαση δεν έχει καταστεί ακόμη αμετάκλητη.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της εισαγγελίας, η διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. β’ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ορίζει ότι στο δελτίο ποινικού μητρώου αναγράφονται αποκλειστικά οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις ή βουλεύματα. Η απαίτηση του αμετακλήτου αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση για τον διοικούμενο, διασφαλίζοντας ότι η ποινική του εικόνα δεν επιβαρύνεται με αποφάσεις που τελούν υπό την αίρεση ανατροπής μέσω ενδίκων μέσων.
Ειδικά για τις αποφάσεις που έχουν απαγγελθεί ανεκκλήτως, ήτοι που δεν επιδέχονται έφεση, η προθεσμία αναίρεσης - τόσο για τον κατηγορούμενο όσο και για τον Εισαγγελέα - εκκινεί μόνο από την καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ.
Εν προκειμένω, ο εισαγγελέας διαπίστωσε ότι ο αιτών καταδικάστηκε πρωτοδίκως για τις πράξεις της υπεξαίρεσης και της ενδοοικογενειακής απειλής. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης, άσκησε έφεση και το αρμόδιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο έκανε αυτή τυπικά δεκτή, εξαφάνισε την πρωτόδικη, κήρυξε τον αιτούντα ένοχο για τις πράξεις της υπεξαίρεσης και της ενδοοικογενειακής απειλής και επέβαλε σε αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης 11 μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Ο εισαγγελέας διαπίστωσε, περαιτέρω, ότι η ανωτέρω τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, καθόσον δεν έχει εισέτι καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ και ούτε ανήκει στις αποφάσεις που με Υπουργική Απόφαση ή με τον Κανονισμό του Πρωτοδικείου εξαιρείται της καθαρογραφής. Συνεπώς, δεν έχει ακόμη παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα.
Κατόπιν των ανωτέρω, ο εισαγγελέας έκρινε ότι εσφαλμένα και κατά παράβαση του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. β' ΚΠΔ, συνετάγη από τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου το επίδικο δελτίο ποινικού μητρώου, στο οποίο καταχωρήθηκε η ως άνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης.
Τέλος, για την αποκατάσταση της νομιμότητας, ο Εισαγγελέας προέκρινε την καταστροφή του δελτίου, υιοθετώντας την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 575 ΚΠΔ.
Απόσπασμα διάταξης
Σύμφωνα με το άρθρ. 569 παρ. 2 ΚΠΔ: «.Σε κάθε δελτίο ποινικού μητρώου αναγράφονται τα εξής: α) τα στοιχεία της ταυτότητας που είναι αναγκαία για την εξατομίκευση του προσώπου στο οποίο αφορά το δελτίο και ιδίως το πλήρες ονοματεπώνυμο, το ονοματεπώνυμο γονέων, την ημερομηνία, την πόλη και το κράτος γέννησης, το φύλο, την ιθαγένεια ή τις ιθαγένειες, το τυχόν προηγούμενο ονοματεπώνυμο ή ψευδώνυμο, τον αριθμό και το είδος των εγγράφων ταυτοποίησης και τον αριθμό φορολογικού μητρώου. Αν, πρόκειται για έγγαμο, αναγράφεται και το ονοματεπώνυμο του συζύγου, β) οι ακόλουθες αμετάκλητες καταδικαστέες αποφάσεις ή βουλεύματα: βα) κάθε απόφαση για κακούργημα ή πλημμέλημα για το οποίο έχει επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, με τις παρεπόμενες ποινές και τα μέτρα ασφαλείας που έχουν επιβληθεί, ββ) κάθε απόφαση με την οποία επιβάλλεται περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, βγ) κάθε απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που ανακοινώθηκε επίσημα, αν αφορά πράξη που χαρακτηρίζεται από την ελληνική ποινική νομοθεσία ως κακούργημα ή πλημμέλημα, βδ) κάθε απόφαση ή βούλευμα που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο ως ανίκανο για καταλογισμό με τα αναπληρωματικά της κύριας ποινής μέτρα ασφαλείας, καθώς και κάθε απόφαση ή βούλευμα που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο λόγω έμπρακτης μετάνοιας, εφόσον και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις η απειλούμενη ποινή είναι φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών, βε) αν έχει ανασταλεί η εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας, γίνεται σχετική μνεία, που, όπως απαγγέλθηκαν, δεν προσβάλλονται με έφεση. Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά απόφασης που έχει απαγγελθεί ανεκκλήτως, την οποία προβλέπουν τα άρθρα 507 παρ. 1 εδ. α' και 473 παρ. 1 ΚΓΊΔ, αρχίζει από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 3 ΚΓΊΔ (ΑΠ Ολ 6/2002 ΠοινΔικ 2002, 839). Η ρύθμιση του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ αναφέρεται σε όλους τους διαδίκους και στον Εισαγγελέα (ΑΠ 1022/1998 Υπέρ 1998, 1224, ΑΠ 60/1997 Υπέρ 1999, 1010). Γίνεται δεκτό ότι και για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιοσδήποτε απόφασης, κατ’ άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες από την καταχώριση της αποφάσεως στα υπό του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικά βιβλία (ΑΠ 343/2007 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 602/2006 ΠοινΧρ 2007, 61, ΔιατΕισΠρωτΧίου 100/2008, ΠοινΔικ2009, σελ. 187).
Δείτε αναλυτικά την εισαγγελική διάταξη στο dsanet.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ποινική Δικονομία