Διαφήμιση

Ευθύνη τράπεζας για πλημμελή ενημέρωση επενδυτή στο πλαίσιο Private Banking (ΑΠ 765/2026)

Η παράλειψη πλήρους, σαφούς και εξατομικευμένης ενημέρωσης για τους κινδύνους σύνθετου ομολόγου μειωμένης εξασφάλισης θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη – Απόρριψη ενστάσεων καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, συνυπαιτιότητας του επενδυτή και συνυπολογισμού κέρδους-ζημίας

euthune-trapezas-gia-plemmele-enemerose-ependute-sto-plaisio-private-banking-ap-7652026

Απορρίφθηκε αναίρεση τράπεζας κατά απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή αποζημίωσης επενδυτή για ζημία που υπέστη από την αγορά ομολόγου μειωμένης εξασφάλισης εκδότριας αλλοδαπής εταιρίας, με εγγυήτρια πιστωτικό ίδρυμα το οποίο τέθηκε μεταγενέστερα σε ειδική εκκαθάριση, με αποτέλεσμα την πλήρη απαξίωση του τίτλου (ΑΠ 765/2026).

Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι η τράπεζα, κατά την παροχή υπηρεσιών Private Banking, οφείλει πλήρη, σαφή και εξατομικευμένη ενημέρωση του πελάτη για τη φύση και τους κινδύνους των προτεινόμενων επενδυτικών προϊόντων, η δε παράλειψη πλήρους και εξατομικευμένης ενημέρωσης του επενδυτή για τη φύση και τους κινδύνους σύνθετου ομολογιακού προϊόντος θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη της τράπεζας.

Πιο αναλυτικά, κατά την κρίση του ανωτάτου δικαστηρίου, η τράπεζα και τα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, ιδίως στο πλαίσιο υπηρεσιών Private Banking, υπέχουν αυξημένη υποχρέωση πλήρους, σαφούς και εξατομικευμένης ενημέρωσης του πελάτη τους, προσαρμοσμένης τόσο στο πρόσωπο του επενδυτή (οικονομική κατάσταση, μόρφωση, επενδυτική εμπειρία και στόχους) όσο και στο αντικείμενο της συγκεκριμένης επένδυσης, με ιδιαίτερα αυξημένο το καθήκον αυτό στις περιπτώσεις πολύπλοκων ή επικίνδυνων επενδυτικών προϊόντων.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής συνιστά παρανομία υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, ανεξάρτητα από τυχόν συμβατικές απαλλακτικές ρήτρες, οι οποίες, ως αντικείμενες στα άρθρα 332, 729 ΑΚ και 6 παρ. 12 ν. 2251/1994, δεν αναπτύσσουν έννομες συνέπειες στο πεδίο της αδικοπρακτικής ευθύνης.

Στην υπό κρίση υπόθεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, συνταξιούχος πολιτικός μηχανικός χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις ή ουσιαστική επενδυτική εμπειρία, εντάχθηκε στο τμήμα Private Banking της αναιρεσείουσας τράπεζας κατόπιν προτροπής των υπαλλήλων της και προέβη, με προτροπή του τρίτου αναιρεσείοντος υπαλλήλου - ο οποίος μάλιστα δεν διέθετε κατά τον κρίσιμο χρόνο την απαιτούμενη πιστοποίηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς - στην αγορά του επίδικου ομολόγου, χωρίς να ενημερωθεί για τον χαρακτήρα του ως τίτλου μειωμένης εξασφάλισης, για την πιστοληπτική διαβάθμισή του, για τη δυνατότητα μονομερούς ανάκλησής του από τον εκδότη και για τους κινδύνους απώλειας του κεφαλαίου σε περίπτωση αφερεγγυότητας εκδότριας ή εγγυήτριας εταιρίας. Το προϊόν αυτό δεν ανταποκρινόταν στο συντηρητικό επενδυτικό προφίλ, στους στόχους και στις προσδοκίες του επενδυτή, ο οποίος επεδίωκε την ασφαλή διαφύλαξη του κεφαλαίου του για τη μελλοντική εξασφάλιση της οικογένειάς του.

Η ως άνω πλημμελής εκπλήρωση του καθήκοντος διαφώτισης, ορθής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της τράπεζας κρίθηκε ότι στοιχειοθετεί αδικοπρακτική ευθύνη κατ' άρθρο 914 ΑΚ, σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα ζημία, δεδομένου ότι, εάν ο επενδυτής είχε λάβει πλήρη και ορθή ενημέρωση, δεν θα προέβαινε στην επίδικη επενδυτική επιλογή.

Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο αναίρεσης περί μη λήψης υπόψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), κρίνοντας ότι το Εφετείο εξέτασε και απέρριψε νομίμως τον σχετικό ισχυρισμό, καθόσον η απλή μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε εύλογη πεποίθηση περί μη άσκησης του δικαιώματος, δεν αρκεί άνευ ετέρου για τη θεμελίωση καταχρηστικότητας, ελλείψει επικλήσεως πρόσθετων ειδικών συνθηκών.

Ομοίως, απορρίφθηκε ο λόγος αναίρεσης περί συνυπαιτιότητας του επενδυτή (άρθρο 300 ΑΚ), καθόσον κρίθηκε ότι η μη έγκαιρη ρευστοποίηση του ομολόγου εκ μέρους του δεν συνιστούσε συντρέχον πταίσμα, αφού αυτός είχε καθησυχαστεί και αποτραπεί από την πώληση από τους ίδιους τους προστηθέντες υπαλλήλους της τράπεζας, στους οποίους εύλογα εμπιστεύθηκε.

Αξίζει να σημειωθεί ότι απορρίφθηκε και ο λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 298 ΑΚ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ζητούσαν τον συνυπολογισμό, στη ζημία του επενδυτή, της ωφέλειας που αυτός αποκόμισε από τα τοκομερίδια που εισέπραξε κατά τη διάρκεια κατοχής του ομολόγου. Το δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω κέρδος δεν προήλθε από το ίδιο το ζημιογόνο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου, αλλά από διαφορετική, μη ζημιογόνο αιτία, ήτοι από την παραχώρηση του κεφαλαίου στην τράπεζα και την απόδοση των συμφωνηθέντων καρπών του, με συνέπεια να μην συντρέχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια για τον συνυπολογισμό κέρδους και ζημίας.

Απόσπασμα απόφασης

Με αυτά που δέχθηκε κι έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 281, 288 ΑΚ, 6.2 του Κώδικα ΕΠΕΥ, και 8 παρ. 3 και 9 ν. 2251/1994, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα πιο πάνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από την καταρτισθείσα σύμβαση, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθένων υπαλλήλων της πρώτης και της δεύτερης των αναιρεσειόντων και ειδικότερα του τρίτου των αναιρεσειόντων, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα στον αναιρεσίβλητο ζημία, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη αυτή, την οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να στοιχειοθετείται, με την εν λόγω συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης και της δεύτερης των αναιρεσειόντων καθώς και του τρίτου των αναιρεσειόντων, αδικοπρακτική συμπεριφορά και να δικαιολογείται, έτσι, η παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α)ενώ ο αναιρεσίβλητος μη υπερβαίνων το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή υπάγεται στην έννοια του καταναλωτή, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ., σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2396/1996 και του ν. 2251/1994, οι αναιρεσείουσες εκπλήρωσαν πλημμελώς τις Θεωρήθηκε θπορρέουσες, από τη σιωπηρά συναφθείσα μεταξύ αυτών και του Η&σηγήτρια αναιρεσιβλήτου, σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών υποχρεώσεις τους, καθώς και αυτές που απορρέουν από τις αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, με ενέργειες των προστηθέντων υπαλλήλων τους και ειδικότερα του τρίτου των αναιρεσειόντων, που αντίκεινται στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης και παραβαίνουν τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής, γενικότερα δε της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, β) οι τελευταίοι (προστηθέντες) ενεργώντας δολίως, αφενός μεν με την παραβίαση της εντολής του αναιρεσιβλήτου για ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων του, αφετέρου δε με την μη παροχή, όπως όφειλαν, διαφώτισης, ορθής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης τόσο για τα χαρακτηριστικά του αγορασθέντος ομολόγου και για τους άγνωστους αναλαμβανόμενους κινδύνους, τους οποίους αυτός δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί και να αξιολογήσει, όσο και για το ζημιογόνο αποτέλεσμα που θα μπορούσαν οι κίνδυνοι αυτοί να έχουν, προέβησαν στην αγορά του ομολόγου, χωρίς να ενημερώσουν προηγουμένως τον αναιρεσίβλητο, ενόψει του ότι επρόκειτο για ένα επενδυτικό προϊόν μεσαίας διαβάθμισης και σύμφωνα με τον διεθνή οίκο αξιολόγησης FITCH, η αξιολόγηση του κατά το χρόνο αγοράς του, το Φεβρουάριο του έτους 2005, ήταν ΒΒ, ήτοι ανήκε κατά το χρόνο εκείνο στην κατηγορία των προϊόντων μεσαίας και όχι υψηλής ποιότητας, υποκείμενο σε πολύ σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο, γ) παρά την κατά ως άνω συνεχή καθοδική πορεία του εν λόγω ομολόγου, ο αναιρεσίβλητος λάμβανε μηνιαίως από τις αναιρεσείουσες εταιρείες τη μηνιαία αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του, πλην όμως ούτε όταν η παγκόσμια οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία, επηρεάζοντας σφόδρα αρνητικά και το κυπριακό τραπεζικό σύστημα, οι εν λόγω προστηθέντες υπάλληλοι των αναιρεσειουσών, τον ενημέρωσαν για τους διαφαινόμενους κινδύνους, παραλείποντας να τον συμβουλέψουν να λάβει μέτρα προστασίας και ενδεχομένως να προεξοφλήσει το ομόλογο, ώστε να περιορίσει τη ζημία του. Τοποθέτησαν δηλαδή οι προστηθέντες των αναιρεσειουσών εταιρειών και ειδικότερα ο τρίτος των αναιρεσειόντων τα χρήματα των αναιρεσιβλήτου, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση της εντολής του περί ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του και μη ανάληψης ρίσκου, στο επίμαχο ομόλογο, ήτοι σε ένα επενδυτικό προϊόν που ήταν εντελώς άγνωστο σε αυτόν και δεν ανταποκρινόταν καν στο συντηρητικό προφίλ του, στους στόχους και στις προσδοκίες του, χωρίς να τον πληροφορήσουν για τους κινδύνους που περιέκλειε το προϊόν αυτό για το κεφάλαιο του, την εξασφάλιση του οποίου επιδίωκε ο αναιρεσίβλητος, όπως είχε καταστήσει σαφές σε αυτούς, και παραλείποντας, στη συνέχεια, αντίθετα προς όσα ανέμενε ο αναιρεσίβλητος από τη σχέση εμπιστοσύνης που κάθε πελάτης αναπτύσσει με την τράπεζα του, να άρουν την πλάνη, στην οποία ο αναιρεσίβλητος τελούσε, ήτοι ότι οι προστηθέντες είχαν ενεργήσει σύμφωνα με την προαναφερόμενη εντολή του, με αποτέλεσμα, όταν δυνάμει της υπ' αριθμ. 25/1/17-12-2011 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εγγυήτριας του ομολόγου «Τ BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ>) (πρώην «ASPIS BANK ΑΕ.»), τέθηκε δε αυτή σε ειδική εκκαθάριση, να καταστούν άνευ αξίας οι ομολογιακές εκδόσεις αυτής, με περαιτέρω συνέπεια το αντίστοιχο ομόλογο, να χάσει πλήρως την αξία του, ενώ, σύμφωνα με τις ίδιες παραδοχές, αν ο αναιρεσίβλητος, έχοντας λάβει σωστή πληροφόρηση, γνώριζε τα αληθή χαρακτηριστικά του ομολόγου και τους κινδύνους, δεν θα επιχειρούσε τη απόκτηση αυτού, δεδομένης της επενδυτικής του εμπειρίας, του μορφωτικού του επιπέδου και της βούλησης εξασφάλισης του κεφαλαίου του.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στο dsanet.gr.