Διαφήμιση

Οδηγία για την καταναλωτική πίστη: Η τράπεζα δεν μπορεί να εισπράττει τόκους επί ποσών προοριζόμενων για την πληρωμή εξόδων που συνδέονται με την πίστωση (ΔΕΕ C-744/24)

Το «συνολικό ποσό της πίστωσης» δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει κανένα από τα ποσά που προορίζονται για την εκπλήρωση των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί δυνάμει της οικείας σύμβασης πίστωσης, όπως είναι η καταβολή εξόδων ασφάλισης και κάθε άλλου είδους αμοιβής που οφείλει ο καταναλωτής

odegia-gia-ten-katanalotike-piste-e-trapeza-den-mporei-na-eisprattei-tokous-epi-poson-proorizomenon-gia-ten-plerome-exodon-pou-sundeontai-me-ten-pistose-dee-c-74424

Στην υπόθεση Bank Polska Kasa Opieki, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε πως, στις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης, η τράπεζα δεν μπορεί να εισπράττει τόκους επί ποσών προοριζόμενων για την πληρωμή εξόδων που συνδέονται με την πίστωση (ΔΕΕ C-744/24).

Ιστορικό υπόθεσης

Στην Πολωνία, καταναλωτής συνήψε σύμβαση καταναλωτικής πίστης με τράπεζα. Μέρος του δανεισθέντος ποσού προοριζόταν για την πληρωμή μιας ασφάλισης πίστωσης, χαρακτηριζόμενης ως «προαιρετικής». Το επιτόκιο εφαρμόστηκε όχι μόνον επί του ποσού που τέθηκε στη διάθεση του καταναλωτή βάσει της σύμβασης πίστωσης, αλλά και επί των ασφαλίστρων.

Ο καταναλωτής ζητεί, μεταξύ άλλων, από το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο να αναγνωριστεί ότι η πίστωση μπορεί να εξοφληθεί χωρίς την καταβολή τόκων και άλλων επιβαρύνσεων, καθότι η τράπεζα επέβαλε τόκους σε ποσό που περιελάμβανε, πέραν του ποσού της πίστωσης, και τα έξοδα της ασφάλισης.

Το εθνικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν η ανωτέρω πρακτική της τράπεζας συνάδει με την οδηγία για την καταναλωτική πίστη.

Η κρίση του ΔΕΕ

Το Δικαστήριο απαντά αρνητικά, υπενθυμίζοντας, καταρχάς, ότι οι έννοιες του «συνολικού ποσού της πίστωσης» και του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή», όπως αυτές ορίζονται στην ως άνω οδηγία, είναι αλληλοαποκλειόμενες και, ως εκ τούτου, το «συνολικό ποσό της πίστωσης» δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει κανένα από τα ποσά που προορίζονται για την εκπλήρωση των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί δυνάμει της οικείας σύμβασης πίστωσης, όπως είναι η καταβολή εξόδων ασφάλισης και κάθε άλλου είδους αμοιβής που οφείλει ο καταναλωτής.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ως «χρεωστικό επιτόκιο», όπως αυτό ορίζεται στην ίδια οδηγία, νοείται το επιτόκιο το οποίο εφαρμόζεται στο ποσό της πίστωσης που αναλαμβάνεται, το δε ποσό αυτό αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό της πίστωσης. Επομένως, εφόσον το επιτόκιο εφαρμόζεται στο σύνολο των ποσών που τίθενται στη διάθεση του καταναλωτή, αποκλείονται τα ποσά τα οποία χρησιμοποιεί ο πιστωτικός φορέας για την κάλυψη των συνδεόμενων με την οικεία πίστωση εξόδων και τα οποία στην πραγματικότητα ουδέποτε καταβάλλονται στον καταναλωτή.

Το γεγονός ότι τα έξοδα αυτά δεν περιλαμβάνονται στο συνολικό ποσό της πίστωσης δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να μετακυλιστούν στους δανειολήπτες, για παράδειγμα μέσω της εφαρμογής ενός αναλογικά υψηλότερου επιτοκίου. Μια τέτοια λύση είναι σύμφωνη προς τον διττό σκοπό της οδηγίας. Πρώτον, η οδηγία διευκολύνει τη δημιουργία μιας λειτουργικής εσωτερικής αγοράς καταναλωτικής πίστης. Δεύτερον, η διαφάνεια στη λειτουργία αυτής της αγοράς, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της παροχής επαρκούς ενημερωτικού υλικού στους καταναλωτές, μεταξύ άλλων σχετικά με το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο (ΣΕΠΕ) που ισχύει σε ολόκληρη την Ένωση, τους επιτρέπει να συγκρίνουν ευκολότερα τις διάφορες προσφορές πίστωσης.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στο curia.europa.eu.