Διαφήμιση

Επεξεργασία βιντεοληπτικού υλικού προς τον σκοπό της εξέτασης τέλεσης ποινικού αδικήματος σε βάρος πελάτη

Ο καταγγέλλων διαμαρτυρήθηκε διότι εξαναγκάστηκε να πληρώσει με μετρητά ή να χρησιμοποιήσει την κάρτα του σε αυτόματο ταμείο

epexergasia-binteoleptikou-ulikou-pros-ton-skopo-tes-exetases-teleses-poinikou-adikematos-se-baros-pelate

Στο αρχείο έθεσε η DSB, η αυστριακή αρχή προστασίας δεδομένων, την καταγγελία πελάτη καταστήματος περί παραβίασης του δικαιώματός του στην εμπιστευτικότητα των προσωπικών δεδομένων του λόγω αξιολόγησης υλικού από σύστημα βιντεοεπιτήρησης. Η υπόθεση παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς αντικείμενο εξέτασης από την αρχή υπήρξε τόσο ο χαρακτήρας της καταγγελίας, στο πλαίσιο του δικαιώματος προστασίας δεδομένων, όσο και η χρήση βιντεοληπτικού υλικού στο πλαίσιο εξέτασης τέλεσης ποινικού αδικήματος, όχι από πελάτη, αλλά από υπάλληλο.

Το περιστατικό στο κατάστημα

Ο καταγγέλλων πραγματοποίησε αγορά σε κατάστημα της εταιρείας και επιχείρησε επανειλημμένως και πεισματικώς να πληρώσει με πιστωτική κάρτα σε ταμείο με υπάλληλο. Σύμφωνα την καταγγελία, το αίτημά του απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι η πληρωμή με κάρτα ήταν δυνατή μόνο σε αυτόματο ταμείο, με αποτέλεσμα αυτός να εξαναγκαστεί τελικά να πληρώσει με μετρητά.

Στην αλληλογραφία που ακολούθησε με την εταιρεία, ο πελάτης υποστήριξε ότι εξαναγκάστηκε να προβεί στην πληρωμή με τον συγκεκριμένο τρόπο και διατύπωσε επανειλημμένα ισχυρισμούς περί εξαναγκασμού από την πλευρά του προσωπικού.

Η εξέταση του βιντεοληπτικού υλικού

Η εταιρεία λειτουργούσε στο συγκεκριμένο κατάστημα σύστημα βιντεοεπιτήρησης με σκοπό την προστασία της περιουσίας και την πρόληψη αξιόποινων πράξεων, ενώ η αξιολόγηση του υλικού πραγματοποιείτο μόνο κατόπιν περιστατικών που συνδέονταν με τους ως άνω δηλωθέντες σκοπούς.

Μετά τα παράπονα του πελάτη και τις αναφορές του σε πιθανή τέλεση του αδικήματος του εξαναγκασμού από εργαζομένους της εταιρείας, η εταιρεία εξέτασε το σχετικό βιντεοληπτικό υλικό, προκειμένου να διαπιστωθεί τι είχε συμβεί και κατά πόσον οι διαμαρτυρίες του ήταν βάσιμες. Κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώθηκε τελικά, με αποτέλεσμα η έρευνα να κλείσει και το βιντεοληπτικό υλικό που είχε εξεταστεί να διαγραφεί.

Η κρίση της Αρχής

Το πρώτο ζήτημα που απασχόλησε την αυστριακή αρχή ήταν το κατά πόσον η υπό εξέταση καταγγελία συνδεόταν με το δικαίωμα του καταγγέλλοντος στην προστασία δεδομένων ή είχε εκδικητικό και καταχρηστικό χαρακτήρα και εντασσόταν στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αντιδικίας του με την καταγγελλόμενη.

Όπως διαπιστώθηκε:

«Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του παρόντος φακέλου, η καταγγελία εδράζεται πρωτίστως στο γεγονός ότι στον καταγγέλλοντα αρνήθηκαν, παρά τη θέλησή του, τη δυνατότητα πληρωμής με πιστωτική κάρτα σε ταμείο με υπάλληλο και τον παρέπεμψαν σε ταμείο αυτοεξυπηρέτησης.

Συνεπώς, στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκεται ένα πραγματικό περιστατικό που αφορά παράπονο πελάτη, το οποίο, αυτό καθεαυτό, δεν παρουσιάζει σύνδεση με ζητήματα προστασίας δεδομένων.

Εντούτοις, δεδομένου ότι στο πλαίσιο της αλληλογραφίας που ακολούθησε το περιστατικό, αξιολογήθηκε επίσης το σύστημα βιντεοεπιτήρησης και οι καταγραφές στις οποίες εμφανιζόταν ο καταγγέλλων, τα δικαιώματά του στον τομέα της προστασίας δεδομένων επηρεάζονται στο μέτρο που τίθεται το ζήτημα της νομιμότητας της αξιολόγησης του σχετικού οπτικού υλικού.

Ως εκ τούτου, η καταγγελία κρίνεται οριακά μεν, αλλά παραδεκτή, και συνεπώς η αρχή προστασίας δεδομένων υποχρεούται να την εξετάσει και να αποφανθεί επ’ αυτής.»

Επί του ζητήματος της νομιμότητας της επίμαχης επεξεργασίας, η DSB παρατήρησε ότι η επεξεργασία του βιντεοληπτικού υλικού εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ, καθώς επρόκειτο για αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που αφορούσαν ταυτοποιημένο πρόσωπο.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της, η λειτουργία συστήματος βιντεοεπιτήρησης για σκοπούς πρόληψης αξιόποινων πράξεων μπορεί να στηρίζεται στο έννομο συμφέρον του υπευθύνου επεξεργασίας. Η νομιμότητα της αξιολόγησης του υλικού εξαρτάται από τον σκοπό για τον οποίο συλλέχθηκαν τα δεδομένα και περιορίζεται σε ό,τι καλύπτεται από αυτόν.

Η αρχή διαπίστωσε ότι ο καταγγέλλων είχε επανειλημμένα αποδώσει στους εργαζομένους της εταιρείας συμπεριφορά που, κατά τους ισχυρισμούς του, μπορούσε να συνιστά εξαναγκασμό, ο οποίος αποτελεί ποινικό αδίκημα. Υπό τις συνθήκες αυτές, κρίθηκε ότι η εξέταση του βιντεοληπτικού υλικού συνδεόταν με τον σκοπό για τον οποίο λειτουργούσε το σύστημα βιντεοεπιτήρησης και μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς τη συγκατάθεση του καταγγέλλοντος.

Η DSB κατέληξε ότι η αξιολόγηση του υλικού πραγματοποιήθηκε στο αναγκαίο μέτρο και ότι δεν υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος του καταγγέλλοντος στην εμπιστευτικότητα των δεδομένων, απορρίπτοντας την καταγγελία ως αβάσιμη.

Πηγή: Rechtsinformationssystem des Bundes (RIS)