Διαφήμιση

Υποχρέωση παρέμβασης του εκδότη για διαγραφή περιεχομένου από το Wayback Machine

Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας αναγνωρίζει ότι αρχειακά αντίγραφα που παραμένουν προσβάσιμα συνιστούν συνεχιζόμενη προσβολή και θεμελιώνουν υποχρέωση του εκδότη να ζητήσει τη διαγραφή τους από τον διαχειριστή του αρχείου

upokhreose-parembases-tou-ekdote-gia-diagraphe-periekhomenou-apo-to-wayback-machine

Μια σημαντική απόφαση σχετικά με την ευθύνη του εκδότη για την αφαίρεση παράνομου περιεχομένου από το διαδίκτυο εξέδωσε το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας στις 31 Μαρτίου 2026 (VI ZR 157/24), εξετάζοντας, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της διατήρησης αναληθών δημοσιευμάτων σε διαδικτυακά αρχεία όπως το Wayback Machine.

Η υπόθεση αφορούσε δημοσίευμα εφημερίδας με αναληθείς πληροφορίες σχετικά με δημοφιλή τραγουδίστρια, το οποίο αναπαράχθηκε στο διαδίκτυο. Μεταξύ των μορφών αυτής της διάδοσης περιλαμβάνονταν και αποθηκευμένα αντίγραφα του αρχικού άρθρου σε υπηρεσίες αρχειοθέτησης ιστοσελίδων.

Το Wayback Machine αποτελεί υπηρεσία του Internet Archive, η οποία συλλέγει και αποθηκεύει στιγμιότυπα ιστοσελίδων, δημιουργώντας ένα ιστορικό αρχείο του διαδικτύου. Μέσω αυτής, οι χρήστες μπορούν να ανατρέχουν σε παλαιότερες εκδοχές ιστοσελίδων, ακόμη και αν το αρχικό περιεχόμενο έχει αφαιρεθεί ή τροποποιηθεί. Τα αρχεία αυτά δεν είναι κατ’ ανάγκη προσβάσιμα μέσω μηχανών αναζήτησης, μπορούν όμως να εντοπιστούν με στοχευμένη αναζήτηση στην ίδια την υπηρεσία.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, αντίγραφα του επίμαχου δημοσιεύματος παρέμεναν αποθηκευμένα στο Wayback Machine και μπορούσαν να ανακτηθούν, παρά το γεγονός ότι δεν εμφανίζονταν σε αποτελέσματα αναζήτησης. Το ζήτημα που τέθηκε ενώπιον του BGH ήταν αν η ύπαρξη αυτών των αρχειακών αντιγράφων συνιστά συνέχιση της προσβολής της προσωπικότητας και αν ο αρχικός εκδότης υποχρεούται να ενεργήσει για τη διαγραφή τους.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εν λόγω αρχεία συνιστούν ψηφιακά αντίγραφα της αρχικής δημοσίευσης και εντάσσονται στη διαδικτυακή αναπαραγωγή του περιεχομένου. Ως εκ τούτου, η ευθύνη του εκδότη εκτείνεται και σε αυτά, στο μέτρο που η συνέχιση της προσβολής ανάγεται αιτιωδώς στην αρχική δημοσίευση.

Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στο γεγονός ότι η περιορισμένη προσβασιμότητα των αρχειοθετημένων σελίδων δεν αναιρεί τον προσβλητικό τους χαρακτήρα. Κατά το γερμανικό δικαστήριο, αρκεί ότι το περιεχόμενο παραμένει διαθέσιμο και μπορεί να ανακτηθεί, έστω και μέσω ειδικής αναζήτησης, για να θεωρηθεί ότι υφίσταται συνεχιζόμενη προσβολή του γενικού δικαιώματος προσωπικότητας.

Η μικρότερη διάδοση των συγκεκριμένων σελίδων λαμβάνεται υπόψη μόνο κατά τη στάθμιση της αναλογικότητας των μέτρων που πρέπει να ληφθούν, χωρίς να οδηγεί σε αποκλεισμό της σχετικής αξίωσης. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο εκδότης υποχρεούται να ενεργήσει προς τον διαχειριστή του αρχείου, ενημερώνοντάς τον για την ανακρίβεια της πληροφορίας και ζητώντας τη διαγραφή της.

Η υποχρέωση αυτή δεν σημαίνει ότι ο εκδότης οφείλει να ερευνήσει συνολικά το διαδίκτυο προκειμένου να εντοπίσει κάθε πιθανή ανάρτηση που περιέχει την αναληθή πληροφορία. Αντίθετα, αφορά συγκεκριμένες δημοσιεύσεις που έχουν ήδη προσδιοριστεί, για παράδειγμα μέσω παραπομπής σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες ή συνδέσμους. Ως προς αυτές, ο εκδότης οφείλει να απευθυνθεί στους αντίστοιχους διαχειριστές ή παρόχους και να ζητήσει τη διαγραφή του επίμαχου περιεχομένου.

Κατά το BGH, η ενέργεια αυτή είναι επαρκής για την άρση της προσβολής, διότι επιτρέπει στους τρίτους που φιλοξενούν τα αντίγραφα να λάβουν γνώση ότι η πληροφορία είναι αναληθής. Με την ενημέρωση αυτή καθίσταται δυνατή η αντίδρασή τους, δηλαδή η αφαίρεση ή διόρθωση του περιεχομένου, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω παρέμβαση από τον αρχικό εκδότη.

Με τον τρόπο αυτό, η απόφαση αποσαφηνίζει ότι ακόμη και τα διαδικτυακά αρχεία, τα οποία λειτουργούν ως ιστορικές καταγραφές του ιστού, μπορούν να αποτελούν πηγή συνέχισης μιας προσβολής της προσωπικότητας και να θεμελιώνουν αντίστοιχες υποχρεώσεις για τον αρχικό εκδότη.

Πηγή: BGH