Απόρριψη αγωγής για προσβολή προσωπικότητας από δημοσιεύματα ΜΜΕ που αφορούσαν ποινική υπόθεση του ενάγοντος

Η με αριθμό 755/2026 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαφορές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές)

aporripse-agoges-gia-prosbole-prosopikotetas-apo-demosieumata-mme-pou-aphorousan-poinike-upothese-tou-enagontos

Με την υπ' αριθ. 755/2026 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία διαφορών από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές) κρίθηκε ότι η δημοσίευση στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο στοιχείων ποινικής υπόθεσης του ενάγοντος κατά το στάδιο της κύριας ανάκρισης, σχετικά με μείζονος κοινωνικής σημασίας υπόθεση, δεν συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς του.

Ειδικότερα, η ως άνω απόφαση δέχεται ότι «Το περιεχόμενο των εν λόγω αποσπασμάτων, όμως, είναι ουδέτερης φύσης, καθόσον αυτά δεν περιέχουν ομολογία ενοχής, ούτε αξιολογικές κρίσεις ή χαρακτηρισμούς ικανούς να προκαλέσουν στιγματισμό ή να προσδώσουν απαξία στο πρόσωπο του ενάγοντος, ο οποίος, σημειωτέον, κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης του επίμαχου άρθρου είχε καταστεί δημόσιο πρόσωπο, που σχετιζόταν άμεσα με πολύκροτη υπόθεση δημοσίου ενδιαφέροντος. Εξάλλου, το περιεχόμενο του επίμαχου δημοσιεύματος δεν προσβάλλει το τεκμήριο αθωότητας του ενάγοντος, αφού οι επιλεγείσες φράσεις δεν άφηναν να διαφανεί στο αναγνωστικό κοινό ότι το αναφερόμενο πρόσωπο ήταν πράγματι ένοχο διάπραξης των αδικημάτων που του αποδίδονταν, ούτε εν γένει προδικάζουν την έκβαση της σε βάρος του ποινικής δίκης. Ειδικότερα, η συντάκτρια αυτού, επιδεικνύοντας την απαιτούμενη μέριμνα και σεβόμενη τη στοιχειώδη, σαφή και εκπορευόμενη από τους κανόνες της κοινής λογικής διάκριση μεταξύ αφενός της τέλεσης και αφετέρου της ερευνώμενης τέλεσης αδικήματος, προέβη εν προκειμένω σε εναργή διάκριση ανάμεσα αφενός στην τέλεση από μέρους του ενάγοντος των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιόποινων πράξεων και αφετέρου στη φερόμενη εμπλοκή του στην εν λόγω ποινικού ενδιαφέροντος υπόθεση, επιλέγοντας φρασεολογία που δεν προσέβαλε το τεκμήριο αθωότητάς του, ούτε άλλωστε το κείμενο προϊδεάζει συνειρμικά το αναγνωστικό κοινό, ώστε να εντυπώσει σε αυτό την εικόνα του ενάγοντος ως ένοχου των αξιόποινων πράξεων που του αποδίδονταν. Σημειωτέον, εξάλλου, ότι η εντύπωση αυθεντικότητας και πρόσβασης της συντάκτριας σε πρωτογενές υλικό της ποινικής δικογραφίας θα παραγόταν εξίσου, είτε μέσω της αυτούσιας παράθεσης αποσπασμάτων της απολογίας σε μορφή εικόνων, είτε μέσω της πιστής λεκτικής αναπαραγωγής του ίδιου περιεχομένου. Περαιτέρω, η έλλειψη σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους των εναγόμενων περί του τρόπου κτήσης των επίδικων εγγράφων της ποινικής δικογραφίας δεν αρκεί, αυτή καθαυτή, για τη θεμελίωση της παρανομίας της επίμαχης δημοσίευσης, δεδομένου ότι το βάρος επίκλησης και απόδειξης του ισχυρισμού περί παράνομης περιέλευσης του εν λόγω υλικού στην κατοχή των εναγόμενων φέρει ο ενάγων, ο οποίος δεν ανταποκρίθηκε σε αυτό. Εξάλλου, οι επίμαχες πληροφορίες, ως προς τον πυρήνα τους, ήταν ήδη γνωστές στο κοινό, ενώ η ενσωμάτωσή τους σε απαντήσεις του ενάγοντος στο πλαίσιο της απολογίας του ενώπιον της ανακρίτριας δεν προσέδωσε σε αυτές αυτοτελή προσβλητική διάσταση, καθόσον το ουσιαστικό περιεχόμενο παρέμεινε αμετάβλητο και δεν αποκαλύφθηκαν νέες ή ιδιωτικές πτυχές της ζωής του.»

Τη συγκεκριμένη νομική υπόθεση χειρίστηκε ο Δικηγόρος Αθηνών, Αντώνιος Ε. Σοφιανός.