Ασφαλιστικά μέτρα επί προσβολής διακριτικών γνωρισμάτων και αθέμιτου ανταγωνισμού - Η έννοια της σύγχυσης και τα όρια της προσωρινής δικαστικής προστασίας
Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 19252/2025: Δογματική ανάλυση του άρ. 1 ν. 146/1914 και της προσωρινής ρύθμισης κατά το άρ. 731 ΚΠολΔ υπό το πρίσμα της ελευθερίας του ανταγωνισμού, της προστασίας των διακριτικών γνωρισμάτων και της απαγόρευσης προδίκης στην ασφαλιστική διαδικασία
Η υπ’ αριθ. 19252/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης πραγματεύεται ένα κλασικό αλλά πάντοτε επίκαιρο ζήτημα του δικαίου αθέμιτου ανταγωνισμού: πότε η χρήση ορισμένων ενδείξεων, λεκτικών σχημάτων, εξωτερικών στοιχείων ή συνολικής εμπορικής εικόνας από ανταγωνίστρια επιχείρηση υπερβαίνει τα όρια της θεμιτής συμμετοχής στην αγορά και μεταπίπτει σε αθέμιτη εκμετάλλευση ξένης φήμης ή σε κίνδυνο σύγχυσης για το καταναλωτικό κοινό.
Το δογματικό ενδιαφέρον της αποφάσεως εντείνεται επειδή η κρίση διατυπώνεται στο πλαίσιο ασφαλιστικών μέτρων, δηλαδή σε επίπεδο πιθανολόγησης, όπου το δικαστήριο οφείλει να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη ταχείας προστασίας του δικαιούχου και στον κίνδυνο να προκαταλάβει την κύρια δίκη με υπερβολικά διεισδυτική προσωρινή ρύθμιση. Το άρθρο 1 ν. 146/1914 απαγορεύει κάθε προς τον σκοπό ανταγωνισμού τελούμενη πράξη αντίθετη στα χρηστά ήθη, ενώ το άρθρο 731 ΚΠολΔ επιτρέπει στο δικαστήριο να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης.
Ι. Το αντικείμενο της εκδίκασης και όσα δέχθηκε το Δικαστήριο
Το αντικείμενο της εκδίκασης, όπως προκύπτει από την περιγραφή του ιστορικού και του σκεπτικού, αφορούσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ επιχειρήσεων του κλάδου τροφίμων και ειδικότερα προϊόντων τύπου smoothies, με βασικό ισχυρισμό ότι η καθ’ ης χρησιμοποιούσε ενδείξεις, παρουσιάσεις ή εμπορικές πρακτικές ικανές να δημιουργήσουν σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό ή να συνιστούν αθέμιτη εκμετάλλευση ξένης οργάνωσης και φήμης. Η αιτούσα επιδίωξε, στο πλαίσιο των άρθρων 682 επ. και 731 ΚΠολΔ, προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, προφανώς με τη μορφή απαγόρευσης χρήσης συγκεκριμένων σημείων ή πρακτικών μέχρι την έκδοση οριστικής κρίσης στην κύρια διαφορά. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν πιθανολογήθηκε επαρκώς ουσιαστικός κίνδυνος σύγχυσης, ότι τα επίμαχα στοιχεία δεν υπερέβαιναν τα όρια του θεμιτού ανταγωνισμού και ότι, συνεπώς, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις λήψης ασφαλιστικών μέτρων.
Η κρίση αυτή δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο αρνήθηκε κατ’ αρχήν τη δυνατότητα προστασίας διακριτικών γνωρισμάτων μέσω του ν. 146/1914. Σημαίνει ότι στο επίπεδο της προσωρινής δικαστικής προστασίας δεν αρκεί η απλή ομοιότητα, η αφηρημένη εντύπωση προσέγγισης της εμπορικής εικόνας ή η υποκειμενική επιχειρηματική δυσαρέσκεια του αιτούντος. Απαιτείται συγκεκριμένη πιθανολόγηση ότι, για τον μέσο αποδέκτη της αγοράς, δημιουργείται ουσιαστικός κίνδυνος παραπλάνησης ως προς την προέλευση, τη σύνδεση ή την οικονομική συγγένεια των προϊόντων ή των επιχειρήσεων. Η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη σύγχυση έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η εκτίμηση είναι συνολική, ότι ο μέσος καταναλωτής προσλαμβάνει το σημείο ως σύνολο και ότι η πιθανότητα σύγχυσης περιλαμβάνει και την πιθανότητα σύνδεσης ή συσχέτισης με προγενέστερο σημείο.
ΙΙ. Το άρθρο 1 ν. 146/1914 ως γενική ρήτρα του αθέμιτου ανταγωνισμού
Το άρθρο 1 ν. 146/1914 αποτελεί τη θεμελιώδη γενική ρήτρα του ελληνικού δικαίου αθέμιτου ανταγωνισμού. Η διατύπωσή του είναι ευρεία: απαγορεύεται, κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, κάθε πράξη που γίνεται προς τον σκοπό ανταγωνισμού και είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη. Η διάταξη αυτή δεν εξαντλείται σε κλειστή απαρίθμηση απαγορευμένων συμπεριφορών. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ανοιχτός κανονιστικός πυρήνας, μέσα στον οποίο εντάσσονται ποικίλες μορφές αθέμιτης επιχειρηματικής δράσης, όπως η παρασιτική εκμετάλλευση ξένης οργάνωσης, η απομίμηση εξωτερικής εμφάνισης προϊόντος, η δημιουργία κινδύνου σύγχυσης και η εκμετάλλευση ξένης φήμης. Το ίδιο το νομοθετικό κείμενο του άρθρου 1 το επιβεβαιώνει ρητώς.
Η σημασία της γενικής αυτής ρήτρας έγκειται στο ότι επιτρέπει στη δικαστική κρίση να προσαρμόζεται στη διαρκώς μεταβαλλόμενη εμπορική πραγματικότητα. Δεν χρειάζεται ο νομοθέτης να προβλέπει εκ των προτέρων κάθε μορφή παρασιτικού ανταγωνισμού ή κάθε τεχνική ομοιοποίησης της εμπορικής εικόνας. Η υπαγωγή γίνεται με βάση το αν η συγκεκριμένη συμπεριφορά, ενόψει των κανόνων επαγγελματικής ευπρέπειας και των απαιτήσεων έντιμου ανταγωνισμού, αντίκειται στα χρηστά ήθη. Στο πεδίο των διακριτικών γνωρισμάτων, αυτό σημαίνει ότι η προστασία δεν εξαρτάται μόνον από τυπικά καταχωρισμένα δικαιώματα αλλά και από τη συνολική λειτουργία της εμπορικής παρουσίας στην αγορά, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει διακριτική δύναμη και κίνδυνος εμπορικά αξιόλογης παραπλάνησης. Η σχετική νομολογία του Αρείου Πάγου έχει τονίσει ότι η σύγχυση πρέπει να αποφεύγεται ακριβώς επειδή ο σκοπός του δικαίου είναι να αποτρέπει πεπλανημένες εντυπώσεις ως προς τη δραστηριότητα μιας επιχείρησης.
ΙΙΙ. Η έννοια της σύγχυσης: άμεση, έμμεση και συνολική εκτίμηση
Η απόφαση αποδίδει κεντρική θέση στην έννοια της σύγχυσης. Αυτό είναι δογματικά ορθό. Στο δίκαιο των διακριτικών γνωρισμάτων, η σύγχυση δεν απαιτεί αναγκαστικά πλήρη ταυτότητα σημείων, προϊόντων ή επιχειρήσεων. Αρκεί να δημιουργείται στον μέσο καταναλωτή η εντύπωση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες έχουν κοινή προέλευση, κοινή επιχειρηματική ταυτότητα ή κάποια οικονομική διασύνδεση. Η νομολογία του ΔΕΕ, ήδη από την υπόθεση SABEL, έχει καταστήσει σαφές ότι η πιθανότητα σύγχυσης περιλαμβάνει και την πιθανότητα σύνδεσης με το προγενέστερο σημείο, ενώ η υπόθεση Lloyd επιβεβαίωσε ότι η εκτίμηση πρέπει να γίνεται από τη σκοπιά του μέσου καταναλωτή, του ευλόγως ενημερωμένου, προσεκτικού και συνετού.
Σημαντικό είναι επίσης ότι η εκτίμηση είναι συνολική. Ο μέσος καταναλωτής δεν αναλύει το κάθε σημείο σε τεχνικές λεπτομέρειες ούτε αντιπαραβάλλει αποσπασματικά επιμέρους λεκτικά ή εικαστικά στοιχεία. Προσλαμβάνει την εμπορική εντύπωση ως σύνολο. Η νομολογία του ΔΕΕ επιμένει ακριβώς σε αυτό: το σημείο εκτιμάται στην ολότητά του και η σύγχυση αξιολογείται με βάση όλους τους σχετικούς παράγοντες της συγκεκριμένης αγοράς.
Από αυτή την άποψη, η κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ότι «δεν αποδεικνύεται επαρκώς η δημιουργία σύγχυσης» φανερώνει ότι το δικαστήριο δεν περιορίστηκε στην απλή διαπίστωση ομοιοτήτων αλλά στάθμισε τη συνολική εικόνα των προϊόντων, την αγορά στην οποία απευθύνονται, τη διαφοροποίηση στην παρουσίαση και ενδεχομένως το επίπεδο προσοχής του συναλλακτικού κοινού. Αυτό είναι απολύτως σύμφωνο με τη γενική νομολογιακή μεθοδολογία.
IV. Τα διακριτικά γνωρίσματα και η συνολική εμπορική εντύπωση
Η θεωρία και η νομολογία δέχονται ότι διακριτικά γνωρίσματα δεν είναι μόνο οι επωνυμίες ή οι διακριτικοί τίτλοι με τη στενή έννοια, αλλά και η συσκευασία, ο χρωματισμός, η συνολική εξωτερική όψη προϊόντων και γενικότερα κάθε στοιχείο που έχει αποκτήσει διακριτική δύναμη στις συναλλαγές. Η σχετική νομολογία έχει δεχθεί ότι ακόμη και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός εμπορευμάτων μπορεί να προστατευθεί εφόσον είναι γνωστός ως διακριτικό σημείο και η απομίμησή του είναι ικανή να δημιουργήσει εμπορικά αξιόλογη παραπλάνηση του κοινού.
Η προσέγγιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε αγορές όπως εκείνη των προϊόντων διατροφής και ιδίως σε προϊόντα άμεσης καταναλωτικής πρόσληψης, όπου η συσκευασία, το λεκτικό σχήμα, η αισθητική γλώσσα του brand και η ενιαία παρουσίαση στο φυσικό ή ψηφιακό σημείο πώλησης συμβάλλουν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της εμπορικής ταυτότητας. Όμως η ίδια αυτή ευρύτητα της έννοιας των διακριτικών γνωρισμάτων δημιουργεί και έναν κίνδυνο: να αξιώνεται υπέρμετρα εκτεταμένη προστασία σε βάρος της ελευθερίας του ανταγωνισμού και της δυνατότητας τρίτων επιχειρήσεων να χρησιμοποιούν κοινά ή περιγραφικά στοιχεία της αγοράς.
Η απόφαση 19252/2025 φαίνεται να συνειδητοποιεί ακριβώς αυτόν τον κίνδυνο. Με το να δέχεται ότι η απλή ομοιότητα δεν αρκεί και ότι δεν πιθανολογείται επαρκώς η σύγχυση, το δικαστήριο προστατεύει τα διακριτικά γνωρίσματα μόνο στο μέτρο που αυτά πράγματι επιτελούν διαφοροποιητική λειτουργία και στο μέτρο που η συμπεριφορά του ανταγωνιστή αλλοιώνει ουσιωδώς τη διαφάνεια της αγοράς.
V. Τα ασφαλιστικά μέτρα και η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης του άρθρου 731 ΚΠολΔ
Η δεύτερη μεγάλη θεματική της υποθέσεως αφορά τον προσωρινό χαρακτήρα της δικαστικής προστασίας. Το άρθρο 731 ΚΠολΔ παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να διατάξει, ως ασφαλιστικό μέτρο, την ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης από τον καθ’ ου η αίτηση. Η διάταξη αυτή είναι ανοιχτής δομής και ακριβώς γι’ αυτό χρησιμοποιείται συχνά σε υποθέσεις αθέμιτου ανταγωνισμού, όπου απαιτείται ταχεία απαγορευτική ή ρυθμιστική παρέμβαση πριν από την οριστική εκδίκαση της διαφοράς. Το ίδιο το νομοθετικό κείμενο του άρθρου 731 το προβλέπει ρητώς.
Ωστόσο, η ευχέρεια αυτή δεν είναι απεριόριστη. Η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης προϋποθέτει πιθανολόγηση δικαιώματος, επείγουσα περίπτωση ή επικείμενο κίνδυνο και ανάγκη προσωρινής προστασίας που να μην οδηγεί σε ουσιαστική προδίκη της κύριας διαφοράς. Η σχετική σύγχρονη θεωρητική αποτύπωση της διάταξης υπογραμμίζει ότι το άρθρο 731 δεν αποτελεί μηχανισμό πρόωρης πλήρους ικανοποίησης του δικαιώματος αλλά πλαίσιο προσωρινής εξισορρόπησης μέχρι την κύρια δίκη.
Από αυτή τη σκοπιά, η περιγραφόμενη απορριπτική στάση της αποφάσεως έχει ιδιαίτερη σημασία. Το δικαστήριο φέρεται να εκτίμησε ότι η λήψη ασφαλιστικών μέτρων στην κρινόμενη περίπτωση θα υπερέβαινε τα θεμιτά όρια της προσωρινής δικαστικής παρέμβασης, ακριβώς επειδή δεν πιθανολογήθηκε με επάρκεια το κρίσιμο στοιχείο του κινδύνου σύγχυσης. Η λύση αυτή είναι δογματικά ισχυρή. Όσο πιο αμφίβολη είναι η βασιμότητα της κύριας απαίτησης, τόσο πιο επιφυλακτικό οφείλει να είναι το δικαστήριο στην ασφαλιστική διαδικασία, ιδίως όταν το ζητούμενο μέτρο θα μπορούσε να επιφέρει σοβαρή απορρύθμιση της δραστηριότητας της καθ’ ης και να λειτουργήσει πρακτικά ως πρόωρη επικράτηση της αιτούσας στην αγορά.
VI. Η αρχή της ελευθερίας του ανταγωνισμού και η αποτροπή μονοπωλιακής προστασίας
Μία από τις σημαντικότερες θεωρητικές αρετές της περιγραφόμενης αποφάσεως είναι ότι φαίνεται να εντάσσει την προστασία των διακριτικών γνωρισμάτων στο σωστό κανονιστικό της πλαίσιο: το δίκαιο αθέμιτου ανταγωνισμού δεν προστατεύει επιχειρήσεις από τον ανταγωνισμό καθαυτόν, αλλά μόνον από αθέμιτες μορφές ανταγωνισμού. Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Η αγορά δεν ανήκει σε κανένα φορέα αποκλειστικά· ούτε η επιτυχία ενός concept, μιας αισθητικής γραμμής ή μιας κατηγορίας προϊόντων επιτρέπει στον πρώτο χρήστη τους να μονοπωλήσει κάθε συναφή εμπορική έκφανση.
Υπό αυτή την έννοια, η αυστηρή στάθμιση του κινδύνου σύγχυσης είναι καίριο εργαλείο για να μην εξελιχθεί η δικαστική προστασία σε μηχανισμό καταπνίξεως του ανταγωνισμού. Αν η προστασία χορηγείται με χαμηλό αποδεικτικό κατώφλι, η επιχείρηση που προηγείται χρονικά αποκτά πρακτικά υπέρμετρη δεσπόζουσα προστασία έναντι μεταγενέστερων επιχειρηματικών σχημάτων, ακόμη και όταν εκείνα διαφοροποιούνται επαρκώς στο επίπεδο της συνολικής εμπορικής εικόνας. Η επιλογή του δικαστηρίου, όπως περιγράφεται, να ζητήσει συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη πιθανολόγηση σύγχυσης συνιστά, επομένως, όχι αποδυνάμωση της προστασίας, αλλά ορθή θεσμική της οριοθέτηση.
VII. Κριτική αποτίμηση
Η απόφαση κινείται εντός των ορίων της κρατούσας θεωρίας και νομολογίας και εμφανίζει δογματική ωριμότητα σε τέσσερα κυρίως σημεία.
Πρώτον, δεν απολυτοποιεί τη λειτουργία του άρθρου 1 ν. 146/1914. Η γενική ρήτρα δεν μετατρέπεται σε αόριστο εργαλείο απαγόρευσης κάθε ανταγωνιστικής ομοιότητας, αλλά εφαρμόζεται μόνον όταν η ομοιότητα αποκτά πράγματι αθέμιτο χαρακτήρα.
Δεύτερον, αντιμετωπίζει τη σύγχυση με όρους ουσιαστικού κινδύνου και όχι αφηρημένης εικασίας. Αυτό είναι κρίσιμο, ιδίως σε αγορές λιανικής κατανάλωσης, όπου οι επιχειρήσεις συχνά χρησιμοποιούν συγγενή αισθητικά ή περιγραφικά στοιχεία.
Τρίτον, σέβεται τον χαρακτήρα της ασφαλιστικής διαδικασίας. Η προσωρινή προστασία δεν μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της κύριας δίκης ούτε να επιβάλλει, με χαμηλό αποδεικτικό επίπεδο, ευρείες απαγορεύσεις που πρακτικά θα είχαν οριστικό αποτέλεσμα.
Τέταρτον, έστω και εμμέσως, αποτρέπει τη χρησιμοποίηση του δικαίου των διακριτικών γνωρισμάτων ως στρατηγικού μέσου αποκλεισμού ανταγωνιστών από την αγορά.
Υφίσταται, πάντως, και ο αντίστροφος θεωρητικός κίνδυνος: μια υπερβολικά περιοριστική πρόσληψη της σύγχυσης να αφήσει ακάλυπτες περιπτώσεις πραγματικού παρασιτισμού που στην ασφαλιστική διαδικασία είναι, εκ φύσεως, δυσχερές να αποδειχθούν με την πληρότητα της κύριας δίκης. Η ορθή ισορροπία, συνεπώς, είναι λεπτή. Στην παρούσα υπόθεση, όμως, με βάση την περιγραφή του σκεπτικού, το δικαστήριο φαίνεται να την τήρησε επαρκώς.
VIII. Συμπεράσματα
Η υπ’ αριθ. 19252/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ισορροπημένης εφαρμογής του δικαίου αθέμιτου ανταγωνισμού και των ασφαλιστικών μέτρων. Επιβεβαιώνει ότι:
η προστασία των διακριτικών γνωρισμάτων μέσω του άρθρου 1 ν. 146/1914 είναι ουσιαστική αλλά όχι απεριόριστη,
η έννοια της σύγχυσης απαιτεί συνολική εκτίμηση με γνώμονα τον μέσο καταναλωτή και δεν αρκεί η απλή μερική ομοιότητα,
η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης του άρθρου 731 ΚΠολΔ προϋποθέτει πραγματική ανάγκη ασφαλιστικής παρέμβασης και δεν επιτρέπεται να υποκαθιστά την κύρια δίκη,
και ότι η ελευθερία του ανταγωνισμού παραμένει βασικός κανονιστικός αντίποδας της προστασίας έναντι σύγχυσης και παρασιτικής εκμετάλλευσης.
Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση προσφέρει μία χρήσιμη δογματική υπενθύμιση: το δίκαιο αθέμιτου ανταγωνισμού δεν έχει ως αποστολή να θωρακίζει κάθε εμπορική πρωτοτυπία με υπερπροστατευτικό τρόπο, αλλά να παρεμβαίνει μόνον όταν ο ανταγωνισμός παύει να είναι θεμιτός και καθίσταται ικανός να παραπλανήσει ουσιωδώς την αγορά ή να εκμεταλλευθεί αθέμιτα ξένη επένδυση και φήμη.
Η απόφαση εκδόθηκε με παράσταση στην ακροαματική διαδικασία για λογαριασμό των καθών από τον Οικονομάκη Χρήστο για λογαριασμό της Oikonomakis Law, βλ. το προφίλ της Oikonomakis Law στο Lawspot.
Νομοθεσία
- Ν. 146/1914, ιδίως άρθρο 1.
- ΚΠολΔ, άρθρα 682 επ.
- ΚΠολΔ, άρθρο 731.
Νομολογία
- ΔΕΕ, C-251/95, SABEL BV v Puma AG.
- ΔΕΕ, C-342/97, Lloyd Schuhfabrik Meyer.
- ΑΠ 1026/2010.
- ΑΠ 1144/2011.
- ΑΠ 1702/2008.
- ΕφΑθ 3609/2024.
- Ενδεικτικά για τη σύγχυση ως προς διακριτικά γνωρίσματα και συνολική εμπορική εντύπωση: ΑΠ 1609/2014.
Βιβλιογραφία
- Κουσούλης, Αθέμιτος Ανταγωνισμός.
- Κοτσίρης, Δίκαιο Ανταγωνισμού.
- Μαρίνος, Προστασία Διακριτικών Γνωρισμάτων.
- Δωρής, Ασφαλιστικά Μέτρα.
- Γεωργιάδης / Σταθόπουλος, Αστικός Κώδικας – Ερμηνεία κατ’ άρθρο.