Διαταγή πληρωμής κατά εγγυητή και καταχρηστικοί ΓΟΣ τραπεζικής εγγύησης: Μερική ακύρωση εκτελεστού τίτλου υπέρ εγγυητή έναντι τράπεζας
Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων 212/2015: Η δικαστική προστασία του εγγυητή απέναντι στην τραπεζική επιβολή, τα όρια των παραιτήσεων από τις ενστάσεις των άρθρων 855 επ. ΑΚ και η δικονομική λειτουργία της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και εκτέλεσης
Η υπ’ αριθ. 212/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, δεν εξαντλείται σε μία ακόμη κρίση επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής. Το νομολογιακό της βάρος εντοπίζεται αλλού: στην αποκατάσταση της δογματικής ισορροπίας ανάμεσα στην ταχύτητα της τραπεζικής εκτελεστότητας και στην ουσιαστική προστασία του εγγυητή, ο οποίος δεν μπορεί να μετατρέπεται, μέσω γενικών όρων συναλλαγών, σε άνευ όρων δικονομικό και ουσιαστικό υποκατάστατο του πρωτοφειλέτη.
Η υπόθεση αφορούσε ανακοπή κατά της υπ’ αριθ. 295/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, καθώς και ανακοπή κατά της εκτέλεσης επί του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ίδιας διαταγής. Η καθ’ ης τράπεζα επιδίωκε την ικανοποίηση απαίτησης απορρέουσας από τραπεζική σύμβαση, έναντι δε του ανακόπτοντος προβαλλόταν η ιδιότητά του ως εγγυητή. Το δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις ανακοπές, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και δέχθηκε την ανακοπή κατά της εκτέλεσης, ακυρώνοντας αντιστοίχως τον εκτελεστό τίτλο κατά το μέρος που αφορούσε τον ανακόπτοντα.
Η κρίση αυτή έχει ιδιαίτερη δογματική ένταση, διότι αρθρώνεται στο σημείο όπου συναντώνται τρεις θεμελιώδεις άξονες: η εγγύηση ως παρεπόμενη προσωπική ασφάλεια, η προστασία του εγγυητή έναντι προδιατυπωμένων τραπεζικών όρων και η ανακοπή ως μηχανισμός ελέγχου της εκτελεστότητας. Ο εγγυητής δεν είναι απλώς ακόμη ένας υπόχρεος στο τραπεζικό συμβατικό σχήμα. Η ευθύνη του είναι παρεπόμενη, αιτιακά συνδεδεμένη με την κύρια οφειλή και ρυθμισμένη από τις προστατευτικές διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ. Η τραπεζική πρακτική, ιδίως μέσω προδιατυπωμένων συμβατικών όρων, επιχειρεί συχνά να απογυμνώσει την εγγύηση από την προστατευτική της φυσιογνωμία, κατασκευάζοντας έναν εγγυητή ο οποίος παραιτείται προκαταβολικά από ενστάσεις, δικαιώματα και εγγυητικές ασφαλιστικές ισορροπίες.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων κινείται με σαφή επίγνωση αυτής της σύγκρουσης. Αναγνωρίζει ότι η εγγύηση υπέρ τράπεζας, όταν παρέχεται από πρόσωπο το οποίο δεν λειτουργεί ως οργανικό μέρος της πιστωτικής επιχείρησης αλλά ως τρίτος ασφαλιστικός κρίκος, δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από το προστατευτικό πλέγμα του ν. 2251/1994 περί καταναλωτή. Η ένταξη του εγγυητή στην προστατευτική λογική του δικαίου των ΓΟΣ δεν αναιρεί την εμπορική λειτουργία της πίστωσης· αντιθέτως, την επαναφέρει στα όριά της. Η τράπεζα μπορεί να εξασφαλίζεται. Δεν μπορεί, όμως, να κατασκευάζει με μονομερώς διατυπωμένους όρους μια ευθύνη πρακτικώς απεριόριστη, αποκομμένη από τις άμυνες που ο Αστικός Κώδικας αναγνωρίζει στον εγγυητή.
Η απόφαση δεν υιοθετεί έναν απλουστευτικό αντιτραπεζικό συλλογισμό. Διακρίνει. Δεν ακυρώνει συλλήβδην κάθε συμβατικό όρο, ούτε μετατρέπει την προστασία του εγγυητή σε γενική απαλλαγή από κάθε ευθύνη. Η δογματική της αξία βρίσκεται ακριβώς στη στάθμιση. Οι ρήτρες παραίτησης του εγγυητή από δικαιώματα και ενστάσεις των άρθρων 855, 862, 863, 864, 866, 867 και 868 ΑΚ τίθενται υπό αυστηρό έλεγχο, ιδίως όταν επιβάλλονται ως γενικοί όροι χωρίς ατομική διαπραγμάτευση και χωρίς πραγματική δυνατότητα του εγγυητή να αντιληφθεί την έκταση της ανάληψης κινδύνου. Η ακυρότητα τέτοιων όρων δεν σημαίνει αυτομάτως ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης εγγύησης· σημαίνει, όμως, ότι η τράπεζα δεν μπορεί να θεμελιώσει ανεξέλεγκτη εκτελεστότητα πάνω σε συμβατικές παραιτήσεις που διαρρηγνύουν την καλή πίστη και την ισορροπία των παροχών.
Ιδίως η παραίτηση από την ένσταση δίζησης, από την προστασία σε περίπτωση απώλειας ασφαλειών, από δικαιώματα ελευθέρωσης λόγω αδράνειας του δανειστή ή από άμυνες που συνδέονται με την κύρια οφειλή, δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας της εγγυητικής ευθύνης. Αν ο εγγυητής απολέσει εκ των προτέρων, με τυποποιημένο όρο, κάθε δυνατότητα να επικαλεστεί ότι ο δανειστής επέδειξε αμέλεια, καθυστέρησε αδικαιολόγητα, απώλεσε ασφάλειες ή επιδείνωσε τη θέση του, τότε η εγγύηση παύει να είναι παρεπόμενη ασφάλεια και μεταβάλλεται σε ανεξάρτητη, σχεδόν αφηρημένη ενοχή. Αυτήν ακριβώς τη μετάλλαξη αρνείται η απόφαση.
Η δικονομική διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη. Η διαταγή πληρωμής, κατά τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, προϋποθέτει απαίτηση αποδεικνυόμενη εγγράφως, βέβαιη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή. Δεν αποτελεί μηχανισμό προκαταρκτικής δικαστικής ευχέρειας υπέρ του δανειστή, αλλά εξαιρετικό τίτλο εκτελεστότητας, ο οποίος δικαιολογείται μόνο όταν η απαίτηση εμφανίζει την απαιτούμενη έγγραφη καθαρότητα. Όταν η ευθύνη του εγγυητή εξαρτάται από όρους, παραιτήσεις, κύρια οφειλή, πρόσθετες πράξεις, καταγγελία, εκκαθάριση λογαριασμού και έλεγχο καταχρηστικότητας ΓΟΣ, η ανακοπή δεν λειτουργεί ως τυπική αντίρρηση. Λειτουργεί ως ουσιαστικός μηχανισμός αποκατάστασης της νομιμότητας του εκτελεστού τίτλου.
Στο επίπεδο αυτό, η μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής και η ακύρωση του πρώτου εκτελεστού απογράφου κατά το μέρος που αφορά τον ανακόπτοντα αποκτούν πρακτική σημασία που υπερβαίνει το συγκεκριμένο ποσό και τη συγκεκριμένη τραπεζική σύμβαση. Το δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η εκτελεστότητα δεν είναι αυτοτελής αξία. Είναι δικονομικό αποτέλεσμα που προϋποθέτει έγκυρη ουσιαστική θεμελίωση. Η τράπεζα δεν αρκεί να επικαλείται γενικά την ύπαρξη τραπεζικής σύμβασης και εγγύησης. Οφείλει να αποδεικνύει με την αυστηρότητα που απαιτεί η διαταγή πληρωμής την έκταση, το περιεχόμενο και τη νομιμότητα της απαίτησης έναντι του συγκεκριμένου εγγυητή.
Η απόφαση συνομιλεί, έστω και χωρίς ρητορική υπερβολή, με μία ευρύτερη νομολογιακή γραμμή που αντιμετωπίζει τον εγγυητή τραπεζικής πίστωσης ως πρόσωπο άξιο προστασίας απέναντι στη διαπραγματευτική υπεροχή του πιστωτικού ιδρύματος. Η Ολομέλεια και τα τμήματα του Αρείου Πάγου έχουν επανειλημμένα αναδείξει ότι ο έλεγχος των ΓΟΣ δεν εξαντλείται σε τυπική διαπίστωση υπογραφής, αλλά εισχωρεί στην πραγματική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας. Στο ίδιο πνεύμα, η θεωρία του Γεωργιάδη, του Σταθόπουλου, του Μπαλή και του Κρητικού στο πεδίο της εγγύησης, αλλά και η δικονομική ανάλυση των Κεραμέα, Νίκα και Κονδύλη ως προς τη διαταγή πληρωμής και την ανακοπή, οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: η έγγραφη απόδειξη δεν θεραπεύει την ουσιαστική ακυρότητα, ούτε η ταχύτητα της εκτέλεσης υπερισχύει της προστασίας από καταχρηστικούς όρους.
Το ratio decidendi της απόφασης μπορεί να συμπυκνωθεί ως εξής: η τραπεζική απαίτηση κατά εγγυητή, ακόμη και όταν στηρίζεται σε έγγραφη σύμβαση και διαταγή πληρωμής, υπόκειται σε πλήρη έλεγχο ως προς την εγκυρότητα των όρων που θεμελιώνουν την ευθύνη του, ιδίως όταν πρόκειται για ΓΟΣ που επιφέρουν υπέρμετρη αποδυνάμωση των ενστάσεων του εγγυητή. Εφόσον η ευθύνη του ανακόπτοντος δεν θεμελιώνεται με τον απαιτούμενο νόμιμο και δικονομικά καθαρό τρόπο, ο εκτελεστός τίτλος δεν μπορεί να διατηρηθεί κατά το μέρος που τον αφορά.
Η σημασία της ΜΠρΙωαννίνων 212/2015 δεν βρίσκεται στην αριθμητική έκταση της ακύρωσης, αλλά στη μεθοδολογία της. Το δικαστήριο δεν αρκείται στην εξωτερική μορφή της τραπεζικής απαίτησης. Ελέγχει την εσωτερική της νομιμότητα. Δεν επιτρέπει στον εκτελεστό τίτλο να λειτουργήσει ως ασπίδα απέναντι στον έλεγχο της εγγυητικής σχέσης. Και, κυρίως, δεν αποδέχεται ότι η υπογραφή τυποποιημένης τραπεζικής σύμβασης ισοδυναμεί με παραίτηση του εγγυητή από τη νομική του υπόσταση.
Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι η υπόθεση εντάσσεται στον σκληρό πυρήνα της τραπεζικής αντιδικίας: εκεί όπου η δικονομική άμυνα δεν είναι απλή καθυστέρηση της εκτέλεσης, αλλά εργαλείο ουσιαστικής αποκατάστασης της ισορροπίας ανάμεσα στον πιστωτή και τον εγγυητή.
Συμπερασματικά, η απόφαση 212/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων αφήνει σαφές νομολογιακό αποτύπωμα. Η εγγύηση δεν είναι λευκή επιταγή. Η διαταγή πληρωμής δεν είναι απρόσβλητος μηχανισμός τραπεζικής επιβολής. Και οι γενικοί όροι συναλλαγών, όταν απορροφούν τις αστικές άμυνες του εγγυητή, δεν παράγουν ασφάλεια δικαίου αλλά θεσμική ανισορροπία. Το δικαστήριο, ακυρώνοντας τον εκτελεστό τίτλο κατά το μέρος που αφορούσε τον ανακόπτοντα, επανατοποθέτησε την εγγύηση στη φυσική της θέση: ως παρεπόμενη ασφάλεια με όρια, ενστάσεις και δικαστικά ελέγξιμη νομιμότητα.
Νομοθεσία
Αστικός Κώδικας: άρθρα 181, 847 επ., 855, 862, 863, 864, 866, 867, 868
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας: άρθρα 623 επ., 632, 633, 933
Ν. 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών, ιδίως άρθρο 2 περί γενικών όρων συναλλαγών
Νομολογία
ΜΠρΙωαννίνων 212/2015
ΑΠ Ολ 13/2015
ΑΠ 1219/2001
ΑΠ 430/2005
ΑΠ 1208/2008
ΑΠ 512/2008
ΕφΘεσ 459/2007
ΕφΑθ 5417/2008
ΕφΔωδ 288/2008
Βιβλιογραφία
Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο – Εγγύηση
Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο
Μπαλής, Ενοχικό Δίκαιο
Κρητικός, Δίκαιο Εγγύησης και Τραπεζικές Συμβάσεις
Κατράς, Γενικοί Όροι Συναλλαγών και Τραπεζική Πρακτική
Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο
Νίκας, Πολιτική Δικονομία
Κονδύλης, Διαταγή Πληρωμής και Ανακοπή