Δικαστική συμπαράσταση και ψυχική νόσος: Επιβολή πλήρους στερητικής συμπαράστασης χωρίς πραγματογνωμοσύνη και χωρίς έκθεση κοινωνικής υπηρεσίας

Απόφαση 9719/2026 ΜΠρΘεσ: Η χρόνια σχιζοφρένεια, η αποδεδειγμένη αδυναμία αυτοεπιμέλειας και η αναγκαιότητα συνεχούς φροντίδας ως βάση πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης - O ρόλος της οικογενειακής εγγύτητας, του προσωρινού συμπαραστάτη και του εποπτικού συμβουλίου

dikastike-sumparastase-kai-psukhike-nosos-to-monomeles-protodikeio-thessalonikes-epiballei-plere-steretike-sumparastase-khoris-pragmatognomosune-kai-khoris-ekthese-koinonikes-uperesias

Η απόφαση 9719/2026 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη εφαρμογή των άρθρων 1666 επ. ΑΚ. Συμπυκνώνει, με τρόπο δικονομικά καθαρό, το καίριο όριο ανάμεσα στην προστασία της προσωπικής αυτονομίας και στην έννομη ανάγκη υποκατάστασης της δικαιοπρακτικής βούλησης όταν η ψυχική νόσος έχει πλέον καταλύσει την πρακτική δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού.

Η υπόθεση είχε ως αντικείμενο την υπαγωγή ενήλικης γυναίκας, πάσχουσας από χρόνια σχιζοφρένεια, σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης. Ο αιτών, υιός της, ζήτησε να τεθεί η μητέρα του σε πλήρη στερητική συμπαράσταση, να ορισθεί ο ίδιος προσωρινός και, μετά την τελεσιδικία, οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης, καθώς και να συγκροτηθεί τριμελές εποπτικό συμβούλιο. Η καθ’ ης δεν παρέστη στη συζήτηση, μολονότι η κλήτευσή της είχε λάβει χώρα νομίμως τόσο στην κατοικία της όσο και στη νοσηλευτική μονάδα ψυχικής υγείας όπου νοσηλευόταν. Το Δικαστήριο δίκασε ερήμην αυτής, ερεύνησε την αίτηση κατ’ ουσίαν και την έκανε δεκτή.

Η κρίση του Δικαστηρίου οργανώνεται γύρω από μία αυστηρή διαπίστωση: η ψυχική πάθηση δεν αρκεί ως ιατρικό γεγονός· αποκτά δικαιοπρακτική σημασία μόνο όταν μεταφράζεται σε αδυναμία επιμέλειας του προσώπου και της περιουσίας. Εδώ, η σχιζοφρένεια δεν λειτούργησε ως αφηρημένη διάγνωση αλλά ως αποδεικτικό γεγονός διαρκούς λειτουργικής έκπτωσης. Από το ιστορικό νοσηλειών, τις γνωματεύσεις, τις πιστοποιήσεις αναπηρίας και τη μαρτυρική κατάθεση προέκυψε ότι η συμπαραστατέα εμφάνιζε εμμένουσες διωκτικές ιδέες, ακουστικές ψευδαισθήσεις, αποδιοργανωμένη συμπεριφορά, λογόρροια έως γλωσσική σαλάτα, έλλειψη συμμόρφωσης στη φαρμακευτική αγωγή και ανάγκη υποστήριξης από το οικογενειακό περιβάλλον για τη σίτιση, τη διατήρηση της υγιεινής και την κάλυψη των βασικών αναγκών της.

Το ratio decidendi της απόφασης βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη μετάβαση από την ιατρική περιγραφή στη νομική ανικανότητα αυτομέριμνας. Το Δικαστήριο δεν αρκέστηκε στη διάγνωση. Στάθμισε το είδος και τον βαθμό της ψυχικής νόσου, τη διάρκεια και επανάληψη των νοσηλειών, το ποσοστό αναπηρίας 67%, την ανάγκη βοήθειας τρίτου προσώπου και την πρακτική αδυναμία της καθ’ ης να διευθετεί μόνη τις προσωπικές και περιουσιακές της υποθέσεις. Έτσι, η πλήρης στερητική δικαστική συμπαράσταση δεν εμφανίζεται ως κύρωση της ασθένειας αλλά ως θεσμική απάντηση στην αποδεδειγμένη αδυναμία δικαιοπρακτικής αυτοπροστασίας.

Η σημασία της απόφασης εντοπίζεται και σε ένα δεύτερο επίπεδο: στη δικονομική οικονομία της προστασίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν απαιτούνταν νέα πραγματογνωμοσύνη ούτε προσωπική επικοινωνία με την καθ’ ης, διότι από τα ήδη προσκομισθέντα δημόσια έγγραφα προέκυπταν με σαφήνεια το είδος και ο βαθμός της πνευματικής νόσου. Η διατύπωση αυτή έχει πρακτικό βάρος. Η δικαστική συμπαράσταση δεν μπορεί να καταλήγει σε τελετουργία αποδείξεων όταν ο φάκελος περιέχει επαρκή, πρόσφατα και ειδικά ιατρικά δεδομένα. Η προσωπική επικοινωνία του δικαστή με τον πάσχοντα παραμένει θεσμικά κρίσιμη, όμως δεν ανάγεται σε άκαμπτο τύπο όταν η κατάσταση της υγείας και τα αντικειμενικά στοιχεία καθιστούν τη δικαστική αντίληψη επαρκώς ασφαλή.

Αντίστοιχη βαρύτητα έχει και η παραδοχή περί της έκθεσης κοινωνικής υπηρεσίας. Το Δικαστήριο προχώρησε στην ουσιαστική κρίση παρά τη μη υποβολή της έκθεσης του άρθρου 1674 ΑΚ, επισημαίνοντας ότι η παράλειψη αυτή δεν δημιουργεί τυπικό απαράδεκτο. Η θέση αυτή εναρμονίζεται με τη νομολογιακή γραμμή που δέχεται ότι η κοινωνική έκθεση συνεκτιμάται, αλλά η μη προσκόμισή της δεν παραλύει την προστατευτική λειτουργία της διαδικασίας. Η εκούσια δικαιοδοσία, ιδίως στις υποθέσεις προσωπικής κατάστασης, δεν ανέχεται τον φορμαλισμό που εγκαταλείπει τον αδύναμο στο κενό προστασίας. Η δικονομική μορφή υπηρετεί την ουσιαστική προστασία, δεν την ακυρώνει.

Κρίσιμη είναι και η επιλογή του προσώπου του συμπαραστάτη. Το Δικαστήριο διόρισε ως οριστικό δικαστικό συμπαραστάτη τον υιό της συμπαραστατέας, ο οποίος είχε ήδη ορισθεί προσωρινός συμπαραστάτης με προσωρινή διαταγή και είχε αναλάβει, μαζί με την αδελφή του, τη φροντίδα της μητέρας τους. Η επιλογή αυτή δεν στηρίχθηκε σε αφηρημένη συγγενική προτεραιότητα, αλλά σε αξιολόγηση καταλληλότητας: βιοτικοί και ψυχικοί δεσμοί, γνώση των αναγκών, πραγματική φροντίδα, επάρκεια και συνέπεια στην άσκηση του λειτουργήματος. Ο συμπαραστάτης δεν είναι ιδιωτικός διαχειριστής ξένης ζωής· είναι φορέας δικαστικά ελεγχόμενης προστατευτικής εξουσίας, ασκούμενης αποκλειστικά προς το συμφέρον του συμπαραστατουμένου.

Το εποπτικό συμβούλιο συγκροτήθηκε από πρόσωπα στενού οικογενειακού κύκλου: την κόρη, τον εν διαστάσει σύζυγο και τον αδελφό της συμπαραστατέας. Η σύνθεση αυτή αναδεικνύει την πρακτική λειτουργία του θεσμού. Η δικαστική συμπαράσταση δεν εξαντλείται στον διορισμό ενός προσώπου. Χρειάζεται εσωτερικό μηχανισμό ελέγχου, παρακολούθησης και συνδρομής. Το εποπτικό συμβούλιο λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο στη συγκέντρωση εξουσίας στον συμπαραστάτη και ως γέφυρα ανάμεσα στην οικογενειακή φροντίδα και τη δικαστική εποπτεία.

Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη δογματική καθαρότητα επειδή δεν αντιμετωπίζει την πλήρη στερητική συμπαράσταση ως αυτονόητη συνέπεια της ψυχιατρικής διάγνωσης. Η πλήρης στέρηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας αποτελεί το έσχατο μέτρο. Προϋποθέτει ότι τα ηπιότερα σχήματα, ιδίως η επικουρική ή μερική συμπαράσταση, δεν επαρκούν για την πραγματική προστασία του προσώπου. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένταση της λειτουργικής έκπτωσης, η χρόνια φύση της νόσου και η ανάγκη συνεχούς συμπαράστασης κατέστησαν αναγκαία την πλήρη στερητική μορφή. Η απόφαση, επομένως, κινείται εντός της αρχής της αναλογικότητας: δεν στερείται η ικανότητα επειδή υπάρχει νόσος· περιορίζεται επειδή η νόσος έχει καταστήσει ανεπαρκή κάθε ηπιότερη προστατευτική μορφή.

Στο επίπεδο της έννομης πρακτικής, η απόφαση λειτουργεί ως σαφής οδηγός για την τεκμηρίωση αιτήσεων δικαστικής συμπαράστασης. Δεν αρκεί μία γενική επίκληση ψυχικής διαταραχής. Απαιτείται συγκεκριμένος αποδεικτικός φάκελος: ιατρικά πιστοποιητικά, ιστορικό νοσηλειών, γνωματεύσεις ΚΕΠΑ ή άλλων αρμόδιων φορέων, στοιχεία για την καθημερινή λειτουργικότητα, απόδειξη ανάγκης τρίτου προσώπου, μαρτυρική κατάθεση που να συνδέει την πάθηση με την πρακτική αδυναμία αυτοεπιμέλειας. Η απόφαση δείχνει τι πρέπει να αποδεικνύεται και γιατί.

Η νομολογιακή της αξία βρίσκεται, τέλος, στην ισορροπία. Δεν εκχυδαΐζει την ψυχική νόσο σε λόγο αποκλεισμού από την έννομη ζωή. Δεν εγκαταλείπει όμως και το πρόσωπο σε μία πλασματική αυτονομία, όταν η ίδια η πραγματικότητα έχει αναιρέσει τις προϋποθέσεις της. Η δικαστική συμπαράσταση, στην ορθή της λειτουργία, δεν είναι μηχανισμός αφαίρεσης αξιοπρέπειας αλλά μηχανισμός προστασίας της. Και η απόφαση 9719/2026 αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη λεπτή θεσμική γραμμή: ο νόμος παρεμβαίνει όχι για να αντικαταστήσει την προσωπικότητα του πάσχοντος, αλλά για να αποτρέψει την έκθεσή του σε κίνδυνο όταν η αυτοπροστασία έχει καταστεί ανέφικτη.

Νομοθεσία

Άρθρα 1666, 1667, 1669, 1672, 1673, 1674, 1675, 1676, 1678, 1681, 1682, 1684 ΑΚ.

Άρθρα 739 επ., 740 παρ. 1, 748, 754, 796, 801, 802, 804, 805 ΚΠολΔ.

Ν. 2125/1997.

Π.Δ. 250/1999.

Νομολογία

ΑΠ 1148/2018.

ΑΠ 1413/2011.

ΑΠ 1953/2006.

ΜΠρΘεσ 2066/2020.

ΜΠρΘεσ 9719/2026.