Η ευθύνη της Δικαστικής λειτουργίας και το παράδοξο του κράτους δικαίου
Όταν η ζημία αναγνωρίζεται, αλλά η αξίωση δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμη - Η αστική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της Δικαστικής λειτουργίας μετά τη νομολογιακή μεταστροφή
Η ευθύνη του Δημοσίου για πράξεις και παραλείψεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας αποτελεί ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα του σύγχρονου ελληνικού δημοσίου δικαίου. Και τούτο, διότι δεν αφορά μόνο την αποκατάσταση συγκεκριμένων ζημιών, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα της σχέσης μεταξύ κράτους και πολίτη.
Αφορμή για τον παρόντα προβληματισμό αποτέλεσε η πρόσφατη ΜΔΠρΑθ 4597/2025, η οποία αφορούσε αγωγή αποζημίωσης πολίτη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του από την ανάρτηση, στην επίσημη ιστοσελίδα δικαστηρίου, δικαστικής απόφασης χωρίς προηγούμενη ανωνυμοποίηση των προσωπικών του στοιχείων. Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο της απόφασης δεν έγκειται μόνο στο πραγματικό της υπόθεσης, αλλά κυρίως στη νομική παραδοχή ότι, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι πράγματι επήλθε ζημία ή ηθική βλάβη από ενέργειες οργάνων ενταγμένων στη δικαστική λειτουργία, η σχετική αξίωση δεν είναι, επί του παρόντος, δικαστικώς επιδιώξιμη ελλείψει ειδικού νομοθετικού πλαισίου. Η θέση αυτή επαναφέρει με ιδιαίτερη ένταση το ερώτημα αν είναι συμβατό με τις αρχές του κράτους δικαίου να αναγνωρίζεται η δυνατότητα πρόκλησης ζημίας από κρατικά όργανα, να αναγνωρίζεται η ανάγκη αποκατάστασής της, αλλά να μην υφίσταται αποτελεσματικός μηχανισμός δικαστικής προστασίας του ζημιωθέντος πολίτη.
Για αρκετά χρόνια η ελληνική νομολογία είχε διαμορφώσει, με αφετηρία την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας 1501/2014, ένα σύστημα αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ σε περιπτώσεις πρόδηλου ή ιδιαίτερα σοβαρού δικαστικού σφάλματος. Η λύση αυτή είχε ως αφετηρία τη θεμελιώδη παραδοχή ότι η συνταγματικά κατοχυρωμένη υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας δεν μπορούσε να παραμένει ανεφάρμοστη μέχρις ότου ο νομοθέτης αποφασίσει να θεσπίσει ειδική ρύθμιση.
Με άλλα λόγια, η νομολογία είχε αναγνωρίσει ότι το υφιστάμενο νομοθετικό κενό δεν μπορούσε να οδηγεί σε πλήρη αποστέρηση δικαστικής προστασίας του πολίτη και, για τον λόγο αυτό, είχε καταφύγει στην ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ.
Κατά τα τελευταία όμως έτη παρατηρείται σαφής μεταστροφή της νομολογιακής αυτής κατεύθυνσης. Σύμφωνα με νεότερες δικαστικές κρίσεις, παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζεται η ανάγκη ύπαρξης μηχανισμού αποζημίωσης για ζημίες που προκαλούνται από όργανα της δικαστικής λειτουργίας, η σχετική αξίωση δεν μπορεί να ασκηθεί δικαστικά ελλείψει ειδικού νομοθετικού πλαισίου.
Έτσι, η έννομη τάξη φαίνεται να καταλήγει σε ένα παράδοξο συμπέρασμα: η ζημία μπορεί να υφίσταται, η ανάγκη αποκατάστασής της μπορεί να αναγνωρίζεται, πλην όμως ο πολίτης δεν διαθέτει αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα για να διεκδικήσει την αποκατάστασή της.
Η προβληματική αυτή δεν αποτελεί απλώς τεχνικό ζήτημα δημοσίου δικαίου. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα του κράτους δικαίου.
Η θεμελιώδης αρχή «ubi jus ibi remedium» – όπου υπάρχει δικαίωμα πρέπει να υπάρχει και μέσο δικαστικής προστασίας – δεν αποτελεί θεωρητική πολυτέλεια. Συνιστά αναγκαία προϋπόθεση ύπαρξης κάθε έννομης τάξης που αξιώνει να χαρακτηρίζεται κράτος δικαίου. Δικαίωμα το οποίο δεν μπορεί να ασκηθεί δικαστικά καταλήγει να αποτελεί απλή διακήρυξη χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.
Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλεί η αιτιολογία με την οποία επιχειρείται να δικαιολογηθεί η αδυναμία δικαστικής επιδίωξης των σχετικών αξιώσεων. Υποστηρίζεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ και ότι η θέσπιση του αναγκαίου καθεστώτος ευθύνης αποτελεί αποκλειστικό έργο του νομοθέτη.
Η θέση αυτή, όμως, γεννά εύλογα ερωτήματα.
Η αναλογική εφαρμογή κανόνων δικαίου αποτελεί διαχρονικά αναγνωρισμένο εργαλείο της επιστήμης και της νομολογίας ακριβώς για τις περιπτώσεις ύπαρξης νομοθετικών κενών. Εάν η ύπαρξη νομοθετικού κενού αρκεί από μόνη της για να αποκλείσει την αναλογία, τότε απογυμνώνεται από το περιεχόμενό του ένας από τους βασικότερους μηχανισμούς διασφάλισης της πληρότητας της έννομης τάξης.
Ανακύπτει συνεπώς το εύλογο ερώτημα: αν ούτε στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανάλογη εφαρμογή, τότε σε ποια περίπτωση είναι;
Η ίδια η ύπαρξη της απόφασης ΣτΕ Ολομ. 1501/2014 αποδεικνύει ότι το ελληνικό δικαιοδοτικό σύστημα είχε ήδη βρει μία λειτουργική και θεσμικά ισορροπημένη λύση στο πρόβλημα. Η μεταγενέστερη εγκατάλειψη της λύσης αυτής δεν εξάλειψε το νομοθετικό κενό. Αντιθέτως, το επανέφερε στο προσκήνιο με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.
Το πλέον αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και η ίδια η Πολιτεία φαίνεται να αναγνωρίζει την ύπαρξη του προβλήματος. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει ήδη προχωρήσει στη σύσταση ειδικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής με αντικείμενο την αστική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις ή παραλείψεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Η πρωτοβουλία αυτή συνιστά έμμεση αλλά σαφή παραδοχή ότι το ισχύον νομοθετικό καθεστώς παρουσιάζει κενά τα οποία απαιτούν αντιμετώπιση.
Αν όμως η ανάγκη νομοθετικής παρέμβασης αναγνωρίζεται από την ίδια την Πολιτεία, τότε καθίσταται ακόμη δυσκολότερο να εξηγηθεί γιατί, μέχρι την ολοκλήρωση της σχετικής μεταρρύθμισης, ο πολίτης πρέπει να παραμένει χωρίς αποτελεσματικό μηχανισμό προστασίας.
Και τούτο διότι η ύπαρξη νομοθετικού κενού δεν αποτελεί άγνωστο ή εξαιρετικό φαινόμενο για την έννομη τάξη. Αντιθέτως, η ίδια η νομική επιστήμη και η νομολογία έχουν διαμορφώσει επί δεκαετίες τον θεσμό της αναλογικής εφαρμογής ακριβώς για τις περιπτώσεις στις οποίες ο νομοθέτης δεν έχει προβλέψει ρητή ρύθμιση για ένα ζήτημα που χρήζει δικαστικής αντιμετώπισης. Η αναλογία δεν λειτουργεί παρά τη σιωπή του νόμου, αλλά εξαιτίας αυτής.
Υπό το πρίσμα αυτό, προκαλεί εύλογο προβληματισμό η θέση ότι η απουσία ειδικής νομοθετικής ρύθμισης συνιστά λόγο αποκλεισμού της ανάλογης εφαρμογής του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Διότι, εάν η ύπαρξη νομοθετικού κενού αρκεί για να αποκλείσει την αναλογική εφαρμογή του νόμου, τότε γεννάται το εύλογο ερώτημα: πότε ακριβώς προορίζεται να εφαρμοστεί η αναλογία; Η αναλογική εφαρμογή δεν δημιουργήθηκε για τις περιπτώσεις στις οποίες ο νομοθέτης έχει ήδη θεσπίσει ρητή νομοθετική πρόβλεψη για το επίμαχο ζήτημα. Δημιουργήθηκε ακριβώς για τις περιπτώσεις στις οποίες η έννομη τάξη εμφανίζει κενό ρύθμισης. Εάν, λοιπόν, η ύπαρξη του νομοθετικού κενού οδηγεί στην άρνηση εφαρμογής της αναλογίας, τότε γεννάται το εύλογο ερώτημα: πότε ακριβώς προορίζεται να λειτουργήσει ο θεσμός αυτός; Εάν, λοιπόν, η ύπαρξη του κενού οδηγεί στην άρνηση εφαρμογής της αναλογίας, τότε ο θεσμός καλείται να απουσιάσει ακριβώς τη στιγμή που είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαίος.
Ακριβώς γι' αυτό η λύση που είχε υιοθετήσει η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την απόφαση 1501/2014 εμφανίζεται να ανταποκρίνεται πληρέστερα στις απαιτήσεις του κράτους δικαίου. Η ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ δεν συνιστούσε υποκατάσταση του νομοθέτη ούτε δημιουργία νέου δικαίου από τον δικαστή. Συνιστούσε την αξιοποίηση ενός ήδη υφιστάμενου γενικού κανόνα ευθύνης του Δημοσίου προκειμένου να αποφευχθεί το παράδοξο αποτέλεσμα της ύπαρξης ζημίας χωρίς αντίστοιχη δικαστική προστασία.
Εάν, αντιθέτως, γίνει δεκτό ότι ούτε η αναλογική εφαρμογή είναι επιτρεπτή ούτε η άμεση δικαστική θεμελίωση της αξίωσης είναι δυνατή μέχρι τη θέσπιση ειδικού νόμου, τότε η προστασία του πολίτη εξαρτάται αποκλειστικά από τον χρόνο και τη βούληση του νομοθέτη να καλύψει το κενό. Μία τέτοια εκδοχή, όμως, κινδυνεύει να μετατρέψει ένα συνταγματικά αναγνωρισμένο δικαίωμα σε δικαίωμα υπό αναβλητική αίρεση νομοθετικής ενεργοποίησης.
Πέραν όμως των καθαρώς νομικών ζητημάτων, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί και η θεσμική διάσταση του προβλήματος.
Η απονομή της δικαιοσύνης δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στην ορθότητα των δικανικών συλλογισμών. Στηρίζεται επίσης στην εμπιστοσύνη των πολιτών ότι οι κανόνες του δικαίου εφαρμόζονται ισότιμα και ότι καμία δημόσια εξουσία δεν τοποθετείται υπεράνω της λογοδοσίας.
Υπό το πρίσμα αυτό, η νομολογιακή μεταστροφή που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο πολίτης δεν διαθέτει, επί του παρόντος, δικαστικώς επιδιώξιμη αξίωση αποζημίωσης για ζημία που προκλήθηκε από όργανα της δικαστικής λειτουργίας, ανεξαρτήτως της ορθότητας των δογματικών της αφετηριών, είναι αναπόφευκτο να προκαλεί σοβαρούς κοινωνικούς και θεσμικούς κραδασμούς.
Ο μέσος πολίτης δυσκολεύεται να κατανοήσει πώς είναι δυνατόν κάθε διοικητικό όργανο του κράτους να υπέχει αποζημιωτική ευθύνη για τις πράξεις και παραλείψεις του, ενώ ως προς τη δικαστική λειτουργία να διαπιστώνεται η ύπαρξη δικαιώματος χωρίς αντίστοιχη δυνατότητα αποτελεσματικής δικαστικής επιδίωξής του.
Η εικόνα που εκπέμπεται προς την κοινωνία είναι ότι υφίστανται διαφορετικά επίπεδα λογοδοσίας αναλόγως του φορέα δημόσιας εξουσίας που προκάλεσε τη ζημία. Το γεγονός αυτό τροφοδοτεί, ανεξαρτήτως των πραγματικών κινήτρων όσων διαμορφώνουν τη νομολογία, ένα αίσθημα θεσμικής ανισότητας.
Δημιουργείται η εντύπωση ότι ενώ το Σύνταγμα διακηρύσσει την ισότητα όλων ενώπιον του νόμου, στην πράξη ορισμένοι φορείς κρατικής εξουσίας απολαμβάνουν ευρύτερης προστασίας έναντι της λογοδοσίας από άλλους. Ακόμη και αν η εντύπωση αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, η ίδια η δημιουργία της αρκεί για να προκαλέσει σοβαρή φθορά στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς.
Η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν εξαρτάται μόνο από το τι πράγματι ισχύει, αλλά και από το πώς προσλαμβάνεται η λειτουργία των θεσμών από την κοινωνία. Όταν η έννομη τάξη εμφανίζεται να αναγνωρίζει τη δυνατότητα πρόκλησης ζημίας από τη δικαστική λειτουργία, να αναγνωρίζει την ανάγκη αποκατάστασής της, αλλά ταυτόχρονα να αρνείται την ύπαρξη αποτελεσματικού μηχανισμού διεκδίκησης αυτής της αποκατάστασης, ενισχύεται αναπόφευκτα το αίσθημα ανασφάλειας δικαίου, πικρίας, απογοήτευσης και θεσμικής δυσπιστίας.
Η δε δυσπιστία αυτή εντείνεται όταν το σχετικό νομοθετικό κενό παραμένει επί σειρά ετών ακάλυπτο χωρίς να διαφαίνεται άμεση λύση. Ο πολίτης ευλόγως αναρωτιέται αν είναι συμβατό με τις αρχές του κράτους δικαίου να υφίσταται επί μακρόν ένας χώρος κρατικής δράσης στον οποίο αναγνωρίζεται η πιθανότητα πρόκλησης ζημίας, αναγνωρίζεται η ανάγκη αποκατάστασής της, αλλά δεν παρέχεται αποτελεσματικός μηχανισμός για τη δικαστική της διεκδίκηση.
Στο σημείο αυτό ανακύπτει και ένας πρόσθετος προβληματισμός. Εφόσον η ύπαρξη του προβλήματος είναι γνωστή και εφόσον η ίδια η Πολιτεία αναγνωρίζει την ανάγκη νομοθετικής παρέμβασης, θα ανέμενε κανείς το ζήτημα να απασχολεί περισσότερο τον δημόσιο και θεσμικό διάλογο. Η συζήτηση για την ευθύνη της δικαστικής λειτουργίας δεν αποτελεί επίθεση κατά της δικαιοσύνης. Αντιθέτως, αποτελεί προϋπόθεση ενίσχυσης του κύρους της. Ένα σύστημα που αναγνωρίζει τα σφάλματά του και παρέχει αποτελεσματικούς μηχανισμούς αποκατάστασης εμπνέει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από ένα σύστημα που παραδέχεται την ύπαρξη ζημίας, αλλά αδυνατεί να προσφέρει θεραπεία.
Σε ένα κράτος δικαίου δεν μπορεί να υπάρχουν νησίδες δημόσιας εξουσίας χωρίς αποτελεσματική λογοδοσία. Η δικαστική λειτουργία δικαιούται αυξημένων εγγυήσεων ανεξαρτησίας. Δεν δικαιούται όμως εξαίρεση από τη θεμελιώδη αρχή ότι κάθε παράνομη ή ζημιογόνος δράση του κράτους πρέπει να συνοδεύεται από πραγματική και δικαστικώς επιδιώξιμη αξίωση αποκατάστασης.
Διότι τελικά το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αναπάντητο:
Πώς είναι δυνατόν το Σύνταγμα να αναγνωρίζει την ανάγκη αποκατάστασης της ζημίας, η έννομη τάξη να αναγνωρίζει ότι η ζημία μπορεί να προκληθεί και από όργανα της δικαστικής λειτουργίας, αλλά ο πολίτης να πληροφορείται ότι, μέχρι να ενεργήσει ο νομοθέτης, δεν διαθέτει αποτελεσματικό μέσο για να διεκδικήσει την αποκατάστασή της;
Μέχρι να δοθεί πειστική απάντηση στο ερώτημα αυτό, το ζήτημα δεν θα αφορά μόνο την ευθύνη της δικαστικής λειτουργίας. Θα αφορά την ίδια την αξιοπιστία του κράτους δικαίου.
Ιωάννης Καρκάλης-Γλύπτης, Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω Δ.Σ. Κατερίνης
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Αστικό Δίκαιο