Η προστασία της μητρότητας στον αθλητισμό

Τα εργασιακά δικαιώματα των «ερασιτεχνών» αμειβόμενων αθλητριών κατά το ενωσιακό δίκαιο

e-prostasia-tes-metrotetas-ston-athletismo

1. Η ανάδειξη του ζητήματος στην αθλητική πρακτική

Πριν λίγα χρόνια, το 2019, η Ολυμπιονίκης στίβου Allyson Felix αποκάλυψε δημόσια ότι η Nike μείωσε κατά 70% τις απολαβές της ενόψει της εγκυμοσύνης της και αρνήθηκε να ενσωματώσει ρήτρες προστασίας μητρότητας στη σύμβασή της. Τον Μάρτιο του 2026 ανακοινώθηκε ότι βάσει συλλογικής σύμβασης εργασίας στο WNBA, οι καλαθοσφαιρίστριες θα λαμβάνουν το σύνολο της συμφωνημένης αμοιβής τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της άδειας μητρότητας. Στην Ελλάδα, προσφάτως, αθλήτριες της Εθνικής Ομάδας πετοσφαίρισης ανέφεραν δημοσίως ότι μολονότι παρέχουν τις αθλητικές υπηρεσίες τους έναντι αμοιβής υπό συνθήκες έντονης εξάρτησης από τα σωματεία τους όμοιες με αυτές των ανδρών αθλητών, δεν θεωρούνται εργαζόμενες κατά το εθνικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, δεν απολαμβάνουν στην πράξη την αυξημένη προστασία του εργατικού δικαίου, ενώ μάλιστα πολλές φορές καλούνται να υπογράψουν ρήτρες καταγγελίας της σύμβασής τους λόγω εγκυμοσύνης (Α. Βασιλαντωνάκη/Α. Παπαφωτίου, Γιατί οι γυναίκες αθλήτριες απαγορεύεται να είναι εργαζόμενες, ΑθληΔικ 3/2025). Οι περιπτώσεις αυτές αναδεικνύουν ένα ζήτημα με ευρύτερη κοινωνική και νομική σημασία. Το ισχύον νομικό πλαίσιο εμφανίζει ακόμη παγκοσμίως και δη στην Ελλάδα σημαντικές αδυναμίες ως προς την ουσιαστική προστασία της μητρότητας στον χώρο του αθλητισμού.

2. Το νομικό καθεστώς προστασίας της μητρότητας των εργαζομένων

Η προστασία της μητρότητας των εργαζομένων γυναικών διέπεται από τις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις της Οδηγίας 92/85/ΕΟΚ, η οποία έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο με το π.δ. 176/1997, που κωδικοποιήθηκε με επί μέρους διατάξεις άρθρων του π.δ. 80/2022 (Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου) και ήδη πλέον του π.δ. 62/2025 (Νέο Κώδικα Εργατικού Δικαίου). Σύμφωνα με το άρθρο 236 του π.δ. 62/2025, οι εργαζόμενες γυναίκες δικαιούνται να λάβουν άδεια μητρότητας 17 εβδομάδες, οι 8 από τις οποίες χορηγούνται υποχρεωτικά πριν από την πιθανή ημερομηνία τοκετού και οι υπόλοιπες 9 μετά τον τοκετό, ο δε χρόνος αυτής της άδειας αμείβεται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες για το θέμα αυτό διατάξεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 291 του π.δ. 62/2025, απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όσο και για χρονικό διάστημα 18 μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη ή στις οικογενειακές υποχρεώσεις του εργαζόμενου γονέα. Στο πλαίσιο αυτό, παραμένει ερευνητέο εάν οι γυναίκες αθλήτριες υπάγονται στο προστατευτικό πεδίο εφαρμογής των σχετικών διατάξεων.

3. Η προβληματική εθνική νομοθεσία και νομολογία για τις γυναίκες αθλήτριες

Στο εργατικό δίκαιο στην Ελλάδα γίνεται κατ’ αρχήν παγίως δεκτό και από τη νομική θεωρία και από τη νομολογία ότι εκείνο που διακρίνει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών είναι το ποιοτικό στοιχείο, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα δέσμευσης και εξάρτησης του εργαζόμενου από τον εργοδότη, η οποία συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, που δικαιολογούν την προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Ο τελικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ανήκει στο Δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση (ΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 20/2007, ΟλΑΠ 18/2006).

Οι αξιολογήσεις αυτές υποστηρίζεται από τη νομική θεωρία του αθλητικού δικαίου ότι θα πρέπει να εφαρμοστούν, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και για όλες τις συμβάσεις μεταξύ αθλητικών σωματείων και αθλητών και αθλητριών σε όλα τα αθλήματα ανδρών και γυναικών (Κ. Χριστοδούλου, Αθλητικό δίκαιο, 2023, αρ. 181 επ., Γ. Λιανός, Αθλητικό αυτοδιοίκητο, 2020, αρ. 255, Δ. Γούλας, Εργασιακές σχέσεις αθλητών, σελ. 41 επ., Κ. Φλέγκας, Η έννομη θέση των «κατ’ επάγγελμα» ερασιτεχνών αθλητών στην ελληνική έννομη τάξη, ΑθληΔικ 1/2023).

Ωστόσο, στην πράξη, η νομολογία του Αρείου Πάγου, κατ’ επίκληση των ειδικών διατάξεων της αθλητικής νομοθεσίας για την απασχόληση αθλητών αφ’ ενός σε αθλητικά σωματεία (άρθρο 33 του ν. 2725/1999) και αφ’ ετέρου σε τμήματα αμειβομένων αθλητών και αθλητικές ανώνυμες εταιρείες (άρθρο 85 του ν. 2725/1999), επιφυλάσσει ειδικά για τις αθλητικές συμβάσεις απόκλιση από τις πάγιες γενικές αξιολογήσεις του και τα κριτήρια που ορθώς έχει διαμορφώσει, χωρίς να εξετάζει εάν και στις συμβάσεις αυτές υπάρχει πράγματι ιδιαίτερη ποιότητα δέσμευσης και εξάρτησης των αθλητών και αθλητριών από τα αθλητικά σωματεία.

Ειδικότερα, ο ΑΠ κάνει δεκτό, κατά την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων, ότι επαγγελματίες εργαζόμενοι αθλητές είναι μόνο όσοι συμβάλλονται με τμήματα αμειβομένων αθλητών και αθλητικές ανώνυμες εταιρείες, δηλαδή στην πράξη, μόνο οι άνδρες αθλητές στο άθλημα του ποδοσφαίρου (Super League 1 και Super League 2), της καλαθοσφαίρισης (Basket League) και της πετοσφαίρισης (Volley League). Αντίθετα, όσοι συμβάλλονται με αθλητικά σωματεία είναι πάντα ερασιτέχνες, ακόμη και εάν λαμβάνουν υψηλή αμοιβή και παρέχουν τις αθλητικές υπηρεσίες τους υπό συνθήκες δέσμευσης και εξάρτησης από τα αθλητικά σωματεία (ΑΠ 199/2023, ΑΠ 216/2020, ΑΠ 690/2019, ΕφΑθ 961/2025, ΕφΘεσ 1780/2021).

Με δεδομένο ότι ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει μεριμνήσει για την πρόβλεψη λειτουργίας τμημάτων αμειβομένων αθλητών και αθλητικών ανωνύμων εταιρειών σε κανένα άθλημα και καμία αγωνιστική κατηγορία στον γυναικείο αθλητισμό, η κρατούσα αυτή άποψη του ΑΠ συνεπάγεται στην πράξη ότι όλες οι γυναίκες αθλήτριες, οι οποίες συμβάλλονται μόνο με αθλητικά σωματεία, δεν θεωρούνται επαγγελματίες και εργαζόμενες, δεν συνάπτουν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και άρα αποκλείονται κατ’ αρχήν πλήρως από το προστατευτικό πεδίο των διατάξεων του εργατικού δικαίου.

4. Η ερμηνεία της αυτόνομης έννοιας του εργαζομένου κατά το ενωσιακό δίκαιο

Σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), η έννοια του εργαζόμενου, όπως αυτή αναφέρεται μεταξύ άλλων και στην επίμαχη Οδηγία 92/85/ΕΟΚ, είναι αυτόνομη έννοια του ενωσιακού δικαίου (ΔΕΕ απόφαση της 22.4.2020, C-692/19, Yodel Delivery Network, σκ. 26, ΔΕΕ απόφαση της 20.11.2018, C-147/17, Sindicatul Familia Constanţa, σκ. 41), δεν επιδέχεται ερμηνεία ποικίλλουσα αναλόγως του εκάστοτε εθνικού δικαίου (ΔΕΕ απόφαση της 11.11.2010, C‐232/09, Danosa, σκ. 39) και ελέγχεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που χαρακτηρίζουν τη σχέση εξαρτημένης εργασίας (ΔΕΕ απόφαση της 4.12.2014, C-413/13, FNV Kunsten Informatie en Media, σκ. 34). Για την υπαγωγή συγκεκριμένου προσώπου στην έννοια του εργαζόμενου και συναφώς στο προστατευτικό πεδίο εφαρμογής των σχετικών διατάξεων δεν επηρεάζει ο χαρακτηρισμός που δίνουν τα μέρη ή ο νομοθέτης στη σύμβαση ή στη σχέση (ΔΕΕ απόφαση της 22.4.2020, C-692/19, Yodel Delivery Network, σκ. 31, ΔΕΕ απόφαση της 4.12.2014, C-413/13, FNV Kunsten Informatie en Media, σκ. 36).

Κύριο χαρακτηριστικό της εργασιακής σχέσης είναι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει προς ένα άλλο και υπό τη διεύθυνσή του και υπό συνθήκες εξάρτησης και ιεραρχίας, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή (ΔΕΕ απόφαση 22.4.2020, C-692/19, Yodel Delivery Network, σκ. 28, ΔΕΕ απόφαση της 10.9.2015, C-47/14, Holterman Ferho Exploitatie, σκ. 41, ΔΕΕ απόφαση της 9.7.2015, C-229/14, Balkaya, σκ. 34, ΔΕΕ απόφαση της 10.9.2014, C-270/13, Haralambidis, σκ. 29, ΔΕΕ απόφαση της 11.11.2010, C‐232/09, Danosa, σκ. 39). Ειδικότερα, για την υπαγωγή συγκεκριμένου προσώπου στην έννοια του εργαζομένου κατά το ενωσιακό δίκαιο απαιτείται αυτό να ενεργεί υπό τις εντολές του εργοδότη αναφορικά με την επιλογή του χρόνου, του τόπου και του αντικειμένου της εργασίας του και να μη συμμετέχει στον επιχειρηματικό κίνδυνο του εργοδότη (ΔΕΕ απόφαση της 22.4.2020, C-692/19,Yodel Delivery Network, σκ. 29-30, ΔΕΕ απόφαση της 4.12.2014, C-413/13, FNV Kunsten Informatie en Media, σκ. 36). Η ύπαρξη σχέσης εξάρτησης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου θα πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση σε συνάρτηση με όλα τα στοιχεία και όλες τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (ΔΕΕ απόφαση 22.4.2020, C-692/19, Yodel Delivery Network, σκ. 28, ΔΕΕ απόφαση της 10.9.2015, C-47/14, Holterman Ferho Exploitatie, σκ. 46, ΔΕΕ απόφαση της 9.7.2015, C-229/14, Balkaya, σκ. 37).

5. Οι «ερασιτέχνες» αμειβόμενες γυναίκες αθλήτριες ως εργαζόμενες κατά το ενωσιακό δίκαιο

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, παρατηρείται ότι οι «ερασιτέχνες» αθλήτριες παρέχουν τις αθλητικές υπηρεσίες τους στα αθλητικά σωματεία έχοντας συγκεκριμένες υποχρεώσεις και λαμβάνοντας σχετική αμοιβή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην εκάστοτε σύμβαση. Οι υποχρεώσεις των γυναικών αθλητριών είναι αγωνιστικές, όπως συμμετοχή στις προπονήσεις με τήρηση συγκεκριμένου προγράμματος προπόνησης σε χρόνο, τόπο και τρόπο (φυσική κατάσταση, μυϊκή ενδυνάμωση, θέση, τακτική) που καθορίζουν τα αθλητικά σωματεία, συμμετοχή σε όλους τους αγώνες, τήρηση συγκεκριμένης διατροφής, παρακολούθηση video, αποθεραπεία, φυσικοθεραπεία, αλλά και εξωαγωνιστικές, όπως είναι η συμμετοχή σε συνεντεύξεις τύπου, η παρουσία σε εκδηλώσεις των αθλητικών σωματείων για την προώθηση των χορηγών ή για την διαφήμιση των αθλητικών σωματείων.

Όλες οι ανωτέρω κύριες υποχρεώσεις των αθλητριών καθορίζονται από τα αθλητικά σωματεία και όχι από τις αθλήτριες και δεν αποτελούν αντικείμενο ουσιαστικής διαπραγμάτευσης. Η τυχόν παράβασή τους ελέγχεται αυστηρά από τα αθλητικά σωματεία, και συχνά συνοδεύεται από ποινική ρήτρα και αποτελεί λόγο καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους των αθλητικών σωματείων. Καθίσταται σαφές ότι η σχέση μεταξύ «ερασιτεχνών» αθλητριών και αθλητικών σωματείων χαρακτηρίζεται από ετεροκαθορισμό των παρεχόμενων αθλητικών υπηρεσιών και την ιδιαίτερη ποιότητα δέσμευσης, εξάρτησης και εποπτείας από τα αθλητικά σωματεία, στοιχεία που είναι τα μόνα καθοριστικά για την υπαγωγή στην έννοια του εργαζομένου κατά το ενωσιακό δίκαιο. Οι εν λόγω συμβάσεις, μάλιστα, περιλαμβάνουν πολλές φορές και ρήτρα καταγγελίας σύμβασης λόγω εγκυμοσύνης, γεγονός που ενισχύει το επιχείρημα περί ύπαρξης σχέσης εξάρτησης μεταξύ σωματείου και αθλήτριας. Έτσι, ακόμη και εάν η σύμβαση εργασίας των αθλητριών με ερασιτεχνικά αθλητικά σωματεία δεν υπογράφηκε υπό τη μορφή εξαρτημένης σύμβασης εργασίας, εφόσον στον τρόπο παροχής της εργασίας και εν γένει στη φύση της σύμβασης εργασίας υποκρύπτεται το στοιχείο της εξάρτησης, οι αθλήτριες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εργαζόμενες κατά το ενωσιακό δίκαιο.

Το βασικότερο συμπέρασμα εν προκειμένω είναι ότι το βασικό μεθοδολογικό επιχείρημα της κρατούσας άποψης του ΑΠ, ότι δηλαδή η εθνική νομοθεσία (άρθρα 33 και 85 του ν. 2725/1999) φαίνεται να υπαγορεύει τη μη μεταχείριση των «ερασιτεχνών» αμειβόμενων γυναικών αθλητριών ως εργαζομένων, στερείται πλήρως οποιασδήποτε χρησιμότητας και ουσίας για το επίμαχο ζήτημα της προστασίας της μητρότητας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, οι σχετικές διατάξεις εντάσσονται στο ενωσιακό δίκαιο που κατισχύει έναντι του εθνικού δικαίου, η έννοια του εργαζομένου σε αυτές είναι αυτόνομη έννοια του ενωσιακού δικαίου (και όχι του εθνικού δικαίου) και η πραγματική ουσία της σχέσης μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου δεν επηρεάζεται από τον νομοθετικό χαρακτηρισμό που δίνει στη σχέση η εθνική νομοθεσία.

6. Από τη νομική θεωρία στη δικαστική διεκδίκηση

Η στενή ερμηνεία της έννοιας «επαγγελματία», «αμειβόμενου» και «ερασιτέχνη», δεν ανταποκρίνεται όχι μόνο στις πραγματικές συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες αθλήτριες και στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν, αλλά και στις θεμελιώδεις επιταγές και πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες δεν επιδέχονται επιφυλάξεις, αποκλίσεις και εξαιρέσεις. Την ίδια στιγμή που στα αθλήματα του ποδοσφαίρου, της καλαθοσφαίρισης και της πετοσφαίρισης λειτουργούν οργανωμένες επαγγελματικές κατηγορίες για άνδρες, οι αντίστοιχες κατηγορίες γυναικών αντιμετωπίζονται εκ των προτέρων ως ερασιτεχνικές, γεγονός που συνιστά στην πραγματικότητα μία προφανή απαγορευμένη άμεση διάκριση λόγω φύλου. Η αποδιδόμενη «ερασιτεχνική» ιδιότητα των αθλητριών, η οποία τους στερεί βασικά εργασιακά δικαιώματα και τους θέτει μπροστά στο ψευδές δίλημμα ανάμεσα στην καριέρα και στην οικογένεια, δηλαδή δύο πεδίων που μπορούν και οφείλουν να συνυπάρχουν. Η κατοχύρωση ουσιαστικών εγγυήσεων για την προστασία της μητρότητας δεν συνιστά ένα ιδεατό προνόμιο, αλλά βασική έκφανση της αρχής της ισότητας και της προστασίας των εργαζομένων.

Η απόφαση για τη μητρότητα οφείλει να ανήκει αποκλειστικά στις ίδιες τις γυναίκες και να μην εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν ο εργοδότης (εν προκειμένω το αθλητικό σωματείο) ή ο νομοθέτης (εν προκειμένω ο ν. 2725/1999) στη σύμβαση ή στη σχέση. Η ερμηνεία του όρου του εργαζομένου που δίδει το ΔΕΕ με σαφήνεια και ομοιομορφία, δύναται να αποτελέσει ισχυρό εργαλείο για την αναγνώριση των γυναικών αθλητριών ως εργαζομένων, ώστε να εξασφαλιστεί η υπαγωγή τους στο προστατευτικό πεδίο του εργατικού δικαίου και η πλήρης απόλαυση των συναφών κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, παρά την νομολογία του ΑΠ, η αυτόνομη έννοια του εργαζομένου κατά το ενωσιακό δίκαιο είναι ικανό έρεισμα για την δικαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων εγκυμοσύνης και μητρότητας των γυναικών αθλητριών καθώς και όλων των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο ενωσιακό εργατικό δίκαιο.