Φορολογία εταιρικών μετασχηματισμών: Τι πρέπει να προσέχουν οι επιχειρήσεις σε συγχωνεύσεις, αποσχίσεις και εισφορές κλάδου

phorologia-etairikon-metaskhematismon-ti-prepei-na-prosekhoun-oi-epikheireseis-se-sugkhoneuseis-aposkhiseis-kai-eisphores-kladou

Οι εταιρικοί μετασχηματισμοί αποτελούν σημαντικό εργαλείο επιχειρηματικής αναδιάρθρωσης. Μέσω συγχωνεύσεων, διασπάσεων, αποσχίσεων κλάδου ή εισφορών περιουσιακών στοιχείων, οι εταιρείες μπορούν να οργανώσουν αποτελεσματικότερα τη δραστηριότητά τους, να διαχωρίσουν κλάδους, να προσελκύσουν επενδυτές, να προετοιμάσουν διαδοχή ή να επιτύχουν λειτουργικές οικονομίες. Η φορολογική μεταχείριση των μετασχηματισμών είναι, όμως, καθοριστική. Ένας μετασχηματισμός που σχεδιάζεται μόνο εταιρικά, χωρίς προσεκτική φορολογική αξιολόγηση, μπορεί να οδηγήσει σε απρόβλεπτες επιβαρύνσεις.

Το ελληνικό δίκαιο προβλέπει ειδικά φορολογικά καθεστώτα για ορισμένες μορφές μετασχηματισμών, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Τα καθεστώτα αυτά μπορούν, κατά περίπτωση, να επιτρέψουν φορολογική ουδετερότητα ή αναβολή φορολόγησης υπεραξιών, ώστε ο μετασχηματισμός να μην επιβαρυνθεί άμεσα με φόρους που θα καθιστούσαν την αναδιάρθρωση δυσχερή. Η ευνοϊκή μεταχείριση, όμως, δεν είναι αυτόματη. Εξαρτάται από τη μορφή του μετασχηματισμού, το αντικείμενο που μεταβιβάζεται, τη λογιστική και φορολογική απεικόνιση, τη συνέχεια των αξιών και τη συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις.

Κρίσιμο ζήτημα είναι η ύπαρξη πραγματικού επιχειρηματικού σκοπού. Η φορολογική διοίκηση μπορεί να εξετάσει αν ο μετασχηματισμός εξυπηρετεί ουσιαστική αναδιοργάνωση ή αν έχει ως κύριο σκοπό τη φορολογική αποφυγή. Για παράδειγμα, η απόσχιση ενός κλάδου μπορεί να είναι απολύτως δικαιολογημένη όταν ο κλάδος έχει αυτοτελή λειτουργία, περιουσιακά στοιχεία, προσωπικό, συμβάσεις και οικονομική λογική. Αντίθετα, μία τυπική μεταφορά περιουσιακών στοιχείων χωρίς πραγματική επιχειρηματική αυτοτέλεια μπορεί να δημιουργήσει ερωτήματα ως προς την εφαρμογή ευνοϊκού φορολογικού καθεστώτος.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και στην ύπαρξη λανθανουσών υπεραξιών. Ακίνητα, συμμετοχές, άυλα περιουσιακά στοιχεία, απαιτήσεις, αποθέματα και πάγια μπορεί να έχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ λογιστικής και αγοραίας αξίας. Η επιλογή του κατάλληλου καθεστώτος και η ορθή τεκμηρίωση των αξιών είναι απαραίτητες για να αποφευχθούν μεταγενέστερες αμφισβητήσεις. Σε μετασχηματισμούς με ακίνητα, πρέπει επίσης να εξετάζονται τυχόν φόροι μεταβίβασης, ΦΠΑ, τέλη, δικαιώματα και επιπτώσεις στον ΕΝΦΙΑ ή σε άλλες επιβαρύνσεις.

Οι μετασχηματισμοί επηρεάζουν και τις φορολογικές ζημίες, τις αποσβέσεις, τις υποχρεώσεις παρακράτησης, τον ΦΠΑ, τις συμβάσεις με τρίτους και τις ενδοομιλικές συναλλαγές. Μία εταιρεία που απορροφά άλλη εταιρεία ή λαμβάνει κλάδο δραστηριότητας δεν αποκτά μόνο περιουσιακά στοιχεία. Αναλαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, φορολογικό ιστορικό, εκκρεμότητες, κινδύνους και υποχρεώσεις τεκμηρίωσης. Για τον λόγο αυτόν, πριν από κάθε μετασχηματισμό απαιτείται φορολογικός και νομικός έλεγχος της εταιρείας ή του κλάδου που μεταφέρεται.

Σημαντικό πρακτικό ζήτημα είναι και ο χρόνος. Ο μετασχηματισμός δεν είναι μία μεμονωμένη πράξη που ολοκληρώνεται με την υπογραφή ενός εγγράφου. Περιλαμβάνει αποφάσεις εταιρικών οργάνων, ισολογισμούς μετασχηματισμού, εκθέσεις, καταχωρίσεις στο Γ.Ε.ΜΗ., φορολογικές δηλώσεις, ενημέρωση αντισυμβαλλομένων και προσαρμογή λογιστικών συστημάτων. Κάθε καθυστέρηση ή ασυνέπεια μπορεί να επηρεάσει τη φορολογική μεταχείριση και την ομαλή συνέχεια της δραστηριότητας.

Η ασφαλής προσέγγιση είναι ο φορολογικός σχεδιασμός να προηγείται της υλοποίησης. Η εταιρεία πρέπει να γνωρίζει από την αρχή ποια μορφή μετασχηματισμού επιλέγει, ποιο καθεστώς εφαρμόζει, ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται, ποια φορολογικά οφέλη αναμένονται και ποιοι κίνδυνοι υπάρχουν. Ένας καλά τεκμηριωμένος μετασχηματισμός μπορεί να αποτελέσει εργαλείο ανάπτυξης και οργάνωσης. Ένας πρόχειρα σχεδιασμένος μετασχηματισμός μπορεί να μετατραπεί σε πηγή φορολογικής αβεβαιότητας.