Συναλλαγές με χώρες χαμηλής φορολογίας: πότε η εταιρική δαπάνη χρειάζεται αυξημένη τεκμηρίωση
Οι συναλλαγές μιας ελληνικής εταιρείας με αντισυμβαλλομένους εγκατεστημένους σε χώρες με προνομιακό ή χαμηλό φορολογικό καθεστώς αποτελούν πεδίο αυξημένου φορολογικού ενδιαφέροντος. Η ύπαρξη τέτοιας συναλλαγής δεν σημαίνει ότι η δαπάνη είναι αυτομάτως μη νόμιμη ή μη εκπιπτόμενη. Σημαίνει, όμως, ότι η εταιρεία πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει με μεγαλύτερη σαφήνεια την πραγματικότητα, την επιχειρηματική σκοπιμότητα και την οικονομική λογική της συναλλαγής.
Το πρώτο ζήτημα είναι η πραγματική παροχή. Πολλές συναλλαγές με αλλοδαπές εταιρείες αφορούν συμβουλευτικές υπηρεσίες, προμήθειες, διαμεσολάβηση, marketing, τεχνική υποστήριξη, δικαιώματα χρήσης ή διοικητικές υπηρεσίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η φορολογική διοίκηση μπορεί να ζητήσει όχι μόνο τιμολόγιο και σύμβαση, αλλά και στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η υπηρεσία πράγματι παρασχέθηκε και ότι είχε αξία για την ελληνική εταιρεία.
Η δεύτερη διάσταση είναι η οικονομική ουσία του αντισυμβαλλομένου. Εάν η αλλοδαπή εταιρεία δεν διαθέτει προσωπικό, γραφεία, εξοπλισμό, πραγματική διοίκηση ή επιχειρηματική λειτουργία, η συναλλαγή μπορεί να αμφισβητηθεί ως τεχνητή. Η ελληνική εταιρεία πρέπει να γνωρίζει με ποιον συναλλάσσεται, ποιος παρέχει την υπηρεσία, ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος της πληρωμής και αν υπάρχει ουσιαστική δραστηριότητα πίσω από το τιμολόγιο.
Κρίσιμη είναι και η εύλογη τιμολόγηση. Ακόμη και όταν η υπηρεσία είναι πραγματική, το τίμημα πρέπει να ανταποκρίνεται σε όρους αγοράς. Υπερβολικές αμοιβές προς εταιρείες χαμηλής φορολογίας μπορούν να θεωρηθούν μηχανισμός μεταφοράς κερδών. Εάν υπάρχει σύνδεση μεταξύ των μερών, η ανάγκη τεκμηρίωσης είναι ακόμη μεγαλύτερη και μπορεί να εμπλέκονται κανόνες ενδοομιλικών συναλλαγών.
Πρακτικά προβλήματα ανακύπτουν όταν οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν πρότυπες συμβάσεις και γενικές περιγραφές υπηρεσιών. Όροι όπως business development, consulting, support ή intermediation είναι συχνά ανεπαρκείς αν δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα παραδοτέα. Η εταιρεία πρέπει να διατηρεί emails, αναφορές, παρουσιάσεις, στοιχεία επικοινωνίας με πελάτες, αποδείξεις εκτέλεσης έργου και κάθε υλικό που δείχνει ότι η πληρωμή είχε πραγματικό περιεχόμενο.
Η πληρωμή προς χώρα χαμηλής φορολογίας πρέπει επίσης να ελέγχεται ως προς την παρακράτηση φόρου, την εφαρμογή σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας, τον χαρακτηρισμό της πληρωμής και τον πραγματικό δικαιούχο. Η ύπαρξη πιστοποιητικού φορολογικής κατοικίας μπορεί να είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί πάντοτε αν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο αντισυμβαλλόμενος λειτουργεί ως ενδιάμεσος χωρίς ουσία.
Η ασφαλής πρακτική είναι η εταιρεία να διενεργεί έλεγχο πριν από τη συναλλαγή. Πρέπει να εξετάζει τον αντισυμβαλλόμενο, τη χώρα εγκατάστασης, το αντικείμενο, την τιμολόγηση, τα παραδοτέα, την παρακράτηση και τη λογιστική απεικόνιση. Όσο πιο ευαίσθητη είναι η δικαιοδοσία, τόσο πιο πλήρης πρέπει να είναι ο φάκελος. Στις συναλλαγές με χώρες χαμηλής φορολογίας, η έλλειψη τεκμηρίωσης είναι συχνά πιο επικίνδυνη από την ίδια τη συναλλαγή.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Εταιρείες
- Φορολογικό Δίκαιο