Προστασία ημεδαπού σήματος - Απόρριψη ανακοπής (υπ' αρ. 197/2026 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων)

Ομόφωνη κρίση της Επιτροπής - Κοινότυποι λεκτικοί όροι, εύκολα αναγνωρίσιμοι στο ελληνικό κοινό, δεν έχουν διακριτική δύναμη, συνεπώς θα πρέπει να συνυπολογισθούν τα απεικονιστικά στοιχεία των υπό σύγκριση σημάτων, από τα οποία ουδείς κίνδυνος σύγχυσης προϊόντων/υπηρεσιών ούτε συσχέτισης των σημείων συντρέχει

prostasia-emedapou-sematos-aporripse-anakopes-up-arithm-1972026-apophase-tes-dioiketikes-epitropes-sematon

Με την υπ' αριθμ. 197/2026 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (Τμήμα Β ́) απερρίφθη ανακοπή που είχε ασκήσει σωματείο της αλλοδαπής κατά της δήλωσης του εμπορικού σήματος ημεδαπής εταιρείας σε υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας εκπροσωπώντας την τελευταία. Αίτημα της ανακοπής του αλλοδαπού σωματείου ήταν η εν μέρει ακύρωση της δήλωσης σήματος της ημεδαπής εταιρείας για προϊόντα και υπηρεσίες των κλάσεων 29, 30 και 43 που διακρίνει.

Σύμφωνα με το ανακόπτον αλλοδαπό σωματείο, η καταχώριση του εμπορικού σήματος της ημεδαπής εταιρείας τυγχάνει απαράδεκτη, επειδή δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης και συσχέτισης στο καταναλωτικό κοινό λόγω πολύ σημαντικού βαθμού ομοιότητας με τα πέντε προγενέστερα δικά του σήματα κι επειδή η κατάθεση του εμπορικού σήματος της ημεδαπής εταιρείας έλαβε χώρα αντίθετα στην καλή πίστη, κατά το ισχύον νομικό πλαίσιο.

Κατά τη συζήτηση της ανακοπής ενώπιον της Επιτροπής, το γραφείο μας υποστήριξε τις έννομες θέσεις της ημεδαπής εταιρείας, εστιάζοντας στη διαφορετικότητα των υπό σύγκριση εμπορικών σημάτων ως προς α) τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που καλύπτουν, β) τη φύση και τον σκοπό αυτών, γ) τις αγορές στις οποίες συνυπήρχαν ήδη για δεκαετίες και στις οποίες απευθύνονται, δ) τον τρόπο χρήσης, ε) τους διαύλους διανομής - σημεία πώλησης, στ) την προέλευση, ζ) την ακουστική και οπτική υπόσταση, η) το σημασιολογικό - εννοιολογικό περιεχόμενο, θ) την ασήμαντη αλληλεπικάλυψη σε μη διακριτό στοιχείο αλλά εστιάζοντας και στα νομολογιακά δεδομένα που στηρίζουν τα επιχειρήματα της ημεδαπής εταιρείας. Ως εκ τούτου, επισημάνθηκε ενώπιον της Επιτροπής ότι δεν θίγονται σε καμία περίπτωση τα προγενέστερα σήματα του αλλοδαπού σωματείου και πως δεν έλαβε χώρα κακόπιστη κατάθεση του εμπορικού σήματος της ημεδαπής εταιρείας σε καμία περίπτωση για μια σειρά από αποδεικνυόμενους νομικά λόγους.

Η Απόφαση της Επιτροπής αναφέρει, ειδικότερα, τα κάτωθι:

"[...] Οι όροι ... και ... είναι κοινότυποι όροι, εύκολα αναγνωρίσιμοι από το ελληνικό κοινό, συνεπώς δεν έχουν διακριτικό χαρακτήρα. Ιδιαίτερα ο δεύτερος όρος ... γίνεται αντιληπτός ως δηλωτικός των προϊόντων και υπηρεσιών που παρέχει η επιχείρηση, ήτοι πώληση ... . [...] Από την απλή επισκόπηση των λεκτικών και απεικονιστικών στοιχείων όλων των συγκρινόμενων σημάτων προκύπτει ότι το κοινό στοιχείο όλων είναι η ένδειξη ..., η οποία είναι κοινότυπη λέξη, συνεπώς αποτελεί ασθενές συστατικό στοιχείο και κατέχει χαμηλή εγγενή διακριτική δύναμη. Οι λοιπές λέξεις των υπό σύγκριση σημάτων ... και ... ομοιάζουν εννοιολογικά, καθώς αμφότερες παραπέμπουν στη χρήση ..., είναι και αυτές κοινότυπες λέξεις, κατέχουν χαμηλή διακριτική δύναμη και παραπέμπουν άμεσα στα χαρακτηριστικά των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών (...). [...] Συνεπώς, προκειμένου να γίνει εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης, θα πρέπει να συνυπολογισθούν τα υπόλοιπα διαφοροποιητικά στοιχεία των σημάτων, ήτοι τα απεικονιστικά στοιχεία. [...] Από την απλή αντιπαράθεση των απεικονιστικών στοιχείων των υπό σύγκριση σημάτων προκύπτει ότι οπτικά είναι απολύτως διαφορετικά μεταξύ τους, συνεπώς η συνολική εντύπωση που προκαλείται είναι εντελώς διαφορετική και κατά συνέπεια αποκλείεται ο κίνδυνος σύγχυσης των καταναλωτών.

Εν όψει των ανωτέρω, κατά την ομόφωνη κρίση των μελών της Επιτροπής, η διαφοροποίηση των υπό σύγκριση σημάτων είναι αρκούντως και ουσιωδώς επαρκής κατά τη συνολική εντύπωση που αυτά προκαλούν στο καταναλωτικό κοινό στο οποίο απευθύνονται, ώστε να μην δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης των προϊόντων/υπηρεσιών που αφορά το επίμαχο σήμα με εκείνα του ανακόπτοντος, αλλά ούτε κίνδυνος συσχέτισης (νοητικής σύνδεσης) μεταξύ δύο σημείων [...]. Κατόπιν τούτων, δεν υφίσταται κίνδυνος ταύτισης/ομοιότητας, ούτε κίνδυνος συσχέτισης των σημάτων κατά το άρθρο 5 του ν. 4679/2020, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του ανακόπτοντος είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επί του ισχυρισμού του ανακόπτοντος ότι το επίδικο σήμα κατατέθηκε αντίθετα στην καλή πίστη, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 εδάφιο ιδ ́ του ν. 4679/2020, [...] ο σχετικός λόγος ανακοπής θα πρέπει να απορριφθεί αφενός διότι δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη σημαντικής ομοιότητας μεταξύ των συγκρινόμενων σημάτων και κίνδυνος σύγχυσης/συσχέτισης αυτών, αφετέρου διότι, με βάση τα υπό κρίση περιστατικά, δεν αποδείχθηκε κακόπιστη κατάθεση. [...] Απορρίπτει την με αριθ. ... ανακοπή [...]".

Η Απόφαση είναι διαθέσιμη στο foivosxenakis.gr.