Διαφήμιση

Άρση απορρήτου: Το περιεχόμενο και τα μεταδεδομένα παρελθοντικών επικοινωνιών προστατεύονται από το Σύνταγμα (ΟλΑΠ 1/2026)

Η Ποινική Ολομέλεια του ΑΠ δέχεται εκ νέου ότι οι παρελθοντικές επικοινωνίες που είναι αποθηκευμένες σε τερματικές συσκευές προστατεύονται από το κατ’ άρθρο 19 του Συντάγματος απόρρητο της επικοινωνίας

arse-aporretou-to-periekhomeno-kai-ta-metadedomena-parelthontikon-epikoinonion-prostateuontai-apo-to-suntagma-olap-12026

Με απόφαση της Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό ότι τόσο τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας όσο και οι παρελθοντικές επικοινωνίες που είναι αποθηκευμένες σε τερματικές συσκευές προστατεύονται από το κατ’ άρθρο 19 του Συντάγματος απόρρητο της επικοινωνίας (ΟλΑΠ 1/2026).

Η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια από το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, το οποίο επρόκειτο να εκδώσει απόφαση αντίθετη με τις προηγηθείσες αποφάσεις 4/2024 και 5/2024 της Ολομέλειας, προκειμένου να επιλυθούν τα εξής νομικά ζητήματα:

(α) εάν στο απόρρητο των επικοινωνιών υπάγονται και τα στοιχεία επικοινωνίας (περιεχόμενο και μεταδεδομένα - αποθηκευμένα δεδομένα), τα οποία εμπεριέχονται στον ψηφιακό εξοπλισμό των χρηστών αυτού, που διερευνώνται από τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, με συνέπεια να απαιτείται για την άρση του η τήρηση των σχετικών διατάξεων του άρθρου 5 του προϊσχύσαντος ν. 2225/1994 και ήδη του άρθρου 8 του ν. 5002/2022 και

(β) εάν η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, στις περιπτώσεις αυτές, γίνεται διαδοχικά ανά δίμηνο, για συνολικό χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών κατά τον ν. 2225/1994 και δέκα (10) μηνών κατά τον ν. 5002/2022.

Με την πλέον πρόσφατη απόφασή της, η Ολομέλεια κατά πλειοψηφία δέχεται εκ νέου ότι το κατ’ άρθρο 19 του Συντάγματος απόρρητο της επικοινωνίας καλύπτει τόσο τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας όσο και τις παρελθοντικές επικοινωνίες (περιεχόμενο των επικοινωνιών και μεταδεδομένα) που είναι αποθηκευμένες σε τερματικές συσκευές.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το σκεπτικό του ανωτάτου δικαστηρίου, οι διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν. 5002/2022 καταδεικνύουν την βούληση του νομοθέτη να προσδιορίσει την έναρξη και λήξη του χρονικού διαστήματος ισχύος της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, εφόσον η τελευταία αναφέρεται στα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, τόσο για το μέλλον, όσο και για το παρελθόν, αλλά και του απορρήτου των αποθηκευμένων επικοινωνιών σε τερματικές συσκευές. Στις διατάξεις αυτές, ρητά γίνεται αναφορά ότι για λόγους διακρίβωσης των αναφερομένων στον νόμο εγκλημάτων και υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι άρσης του απορρήτου, η χρονική διάρκεια της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο μήνες, ότι οι παρατάσεις της χρονικής διάρκειας άρσης απορρήτου δεν υπερβαίνουν τους δύο μήνες εκάστη εξ αυτών και ότι, σε κάθε περίπτωση, οι παρατάσεις άρσης του απορρήτου δεν μπορούν να υπερβαίνουν του ανώτατου επιτρεπόμενου χρονικού διαστήματος των δέκα μηνών συνολικά.

Συναφώς, το βούλευμα ή η διάταξη, που επιβάλλει την άρση του απορρήτου για την διακρίβωση του εγκλήματος, περιλαμβάνει κατ' άρθρο 6 παρ. 4 εδ. ζ Ν. 5002/22 το αντικείμενο της άρσης, δηλαδή τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας ή και το περιεχόμενο αυτής, και η σχετική προστασία λαμβάνει χώρα κατ' επιταγή του Συντάγματος.

Κατά τα ανωτέρω, προβλέφθηκε, ότι, αντικείμενο άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, το οποίο θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελούν και τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας καθόσον από τη διατύπωση του άρθρου αυτού προκύπτει ότι προστατεύεται το απόρρητο της επικοινωνίας και όχι το απόρρητο του περιεχομένου αυτής, στο οποίο ουδόλως γίνεται αναφορά στο κείμενο του Συντάγματος ώστε να διακριθεί από τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας.

Έτσι, η τήρηση του καθοριζόμενου, από το νόμο, επιτρεπτού χρονικού διαστήματος διάρκειας της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, ως προς εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, των τυχόν παρατάσεων αυτού και του ανώτατου επιτρεπόμενου χρονικού διαστήματος άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, επιβάλλεται, τόσο στην περίπτωση, που η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών αναφέρεται στο μέλλον, όσο και στην περίπτωση, που αυτή αναφέρεται στο παρελθόν.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 5 της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ στην έννοια του απορρήτου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών εμπίπτουν και οι διατηρούμενες μετά τη λήξη της επικοινωνίας και για δώδεκα μήνες από το πέρας της, των εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας, στα συστήματα του παρόχου. Συνεπώς, η λήξη της επικοινωνίας δεν ταυτίζεται με το πέρας της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών αλλά αυτή (η προστασία του απορρήτου) επεκτείνεται για όσο χρόνο οι επικοινωνίες και τα συναφή δεδομένα παραμένουν αποθηκευμένα στα συστήματα του παρόχου.

Το ανώτατο δικαστήριο επισημαίνει, μάλιστα, ότι, σε σχέση με το ζήτημα της προστασίας του απορρήτου των αποθηκευμένων επικοινωνιών σε τερματικές συσκευές, με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-548/21 έγινε δεκτό ότι, σε επίπεδο ενωσιακού δικαίου, δεν εφαρμόζεται η οδηγία 2002/58/ΕΚ για την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας σε δημόσια δίκτυα. Η κρίση αυτή αφήνει ανεπηρέαστη την εφαρμογή της αμιγώς εθνικής νομοθεσίας για την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία καταλαμβάνει και τα αποθηκευμένα δεδομένα.

Απόσπασμα απόφασης

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η βούληση του νομοθέτη να προσδιορίσει την έναρξη και λήξη του χρονικού διαστήματος ισχύος της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, εφόσον η τελευταία αναφέρεται στα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, τόσο για το μέλλον, όσο και για το παρελθόν, αλλά και του απορρήτου των αποθηκευμένων επικοινωνιών σε τερματικές συσκευές, καταδεικνύεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν. 5002/2022, που αποτελούν δικονομικές διατάξεις με συνέπεια η τυχόν εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους να μην μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης. Στις διατάξεις αυτές, ρητά γίνεται αναφορά ότι για λόγους διακρίβωσης των αναφερομένων στον ως άνω νόμο εγκλημάτων και υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι άρσης του απορρήτου, η χρονική διάρκεια της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες, ότι οι παρατάσεις της (χρονικής διάρκειας άρσης απορρήτου) δεν υπερβαίνουν τους δύο (2) μήνες, εκάστη εξ αυτών και ότι σε κάθε περίπτωση οι παρατάσεις άρσης του απορρήτου δεν μπορούν να υπερβαίνουν του ανώτατου επιτρεπόμενου χρονικού διαστήματος των δέκα (10) μηνών συνολικά . Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, σκοπός του αρθρ.1 του Ν. 5002/2022 είναι "η θωράκιση και ο εκσυγχρονισμός της διαδικασίας άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του Συντάγματος". Συναφώς, το βούλευμα ή η διάταξη, που επιβάλλει την άρση του απορρήτου για την διακρίβωση του εγκλήματος, περιλαμβάνει κατ' άρθρο 6 παρ.4 εδ. ζ Ν. 5002/22 το αντικείμενο της άρσης, δηλαδή τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας ή και το περιεχόμενο αυτής και η σχετική προστασία λαμβάνει χώρα κατ' επιταγή του Συντάγματος. Κατά τα ανωτέρω, προβλέφθηκε, ότι, αντικείμενο άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, το οποίο θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελούν όπως προεκτέθηκε και τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας καθόσον από τη διατύπωσή του (του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντάγματος) προκύπτει ότι προστατεύεται το απόρρητο της επικοινωνίας και όχι το απόρρητο του περιεχομένου αυτής, στο οποίο ουδόλως γίνεται αναφορά στο κείμενο του Συντάγματος ώστε να διακριθεί από τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας.

Έτσι, η τήρηση του καθοριζόμενου, από το νόμο, επιτρεπτού χρονικού διαστήματος διάρκειας της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, ως προς εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας [=δύο (2) μήνες], των τυχόν παρατάσεων αυτού [=δύο (2) μήνες εκάστη, υπό τον όρο, ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι λόγοι της άρσης] και του ανώτατου επιτρεπόμενου χρονικού διαστήματος άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών [=δέκα (10) μήνες], επιβάλλεται, τόσο στην περίπτωση, που η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών αναφέρεται στο μέλλον, όσο και στην περίπτωση, που αυτή αναφέρεται στο παρελθόν. Σύμφωνα δε με το άρθρο 5 της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ στην έννοια του απορρήτου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών εμπίπτουν και οι διατηρούμενες μετά τη λήξη της επικοινωνίας και για δώδεκα (12) μήνες από το πέρας της, των εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας, στα συστήματα του παρόχου.

Συνεπώς, η λήξη της επικοινωνίας δεν ταυτίζεται με το πέρας της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών αλλά αυτή (η προστασία του απορρήτου) επεκτείνεται για όσο χρόνο οι επικοινωνίες και τα συναφή δεδομένα παραμένουν αποθηκευμένα στα συστήματα του παρόχου. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι με την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας όπως κατοχυρώνεται στην παρ. 1 του άρθρου 19 του Συντάγματος προστατεύεται απόλυτα το απόρρητο των επικοινωνιών και δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ εξωτερικών στοιχείων ή περιεχομένου της επικοινωνίας, ανεξαρτήτως του εάν η τελευταία έλαβε χώρα σε δημόσιο ή ιδιωτικό δίκτυο, διότι εν προκειμένω το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι το απόρρητο των επικοινωνιών και όχι το δίκτυο διεξαγωγής της επικοινωνίας και κατά συνέπεια οι προϋποθέσεις άρσης του απορρήτου ταυτίζονται αφού δεν γίνεται διάκριση από το Σύνταγμα. Πρέπει να επισημανθεί, σε σχέση με το ζήτημα της προστασίας του απορρήτου των αποθηκευμένων επικοινωνιών σε τερματικές συσκευές ότι με την από 04.10.2024 απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-548/21 έγινε δεκτό ότι σε επίπεδο ενωσιακού δικαίου δεν εφαρμόζεται η οδηγία 2002/58/ΕΚ για την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας σε δημόσια δίκτυα. Η κρίση αυτή αφήνει ανεπηρέαστη την εφαρμογή της αμιγώς εθνικής νομοθεσίας για την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας σύμφωνα με το αρθρ. 19 παρ. 1 του Συντάγματος η οποία καταλαμβάνει και τα αποθηκευμένα δεδομένα . Τέλος, η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας για την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας στην προκειμένη περίπτωση δεν έρχεται σε αντίθεση με το ενωσιακό δίκαιο (οδηγία ΕΕ 2016/680), ούτε όμως απαγορεύεται από το τελευταίο.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στο areiospagos.gr.