Σύμφωνη με το Σύνταγμα η κατάργηση των Ειρηνοδικείων και ο καθορισμός του υπηρεσιακού καθεστώτος των πρώην Ειρηνοδικών (ΣτΕ 982-983/2026)
Οι διατάξεις του Ν. 5108/2024 περί ενοποίησης του πρώτου βαθμού της πολιτικής δικαιοσύνης και ρύθμισης της υπηρεσιακής κατάστασης των υπηρετούντων ειρηνοδικών δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα
Με πρόσφατες αποφάσεις του το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι δεν είναι αντίθετες με το Σύνταγμα οι διατάξεις του ν. 5108/2024 με τις οποίες, μεταξύ άλλων, καταργήθηκαν τα ειρηνοδικεία και καθορίστηκε το υπηρεσιακό καθεστώς των (πρώην) ειρηνοδικών (ΣτΕ 982-983/2026).
Συγκεκριμένα με τις αποφάσεις αυτές έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
Με την υπό το άρθρο 88 του Συντάγματος ερμηνευτική δήλωση, δόθηκε η δυνατότητα στον κοινό νομοθέτη να προβεί στην ενοποίηση του πρώτου βαθμού της πολιτικής δικαιοσύνης και στη ρύθμιση της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπηρετούντων ειρηνοδικών. Η επιλογή του κοινού νομοθέτη να καταργήσει τα ειρηνοδικεία, στο πλαίσιο, μάλιστα, ευρύτατης αναδιοργανώσεως της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, και, ακολούθως, να προβλέψει για μεταβατικό χρονικό διάστημα την ύπαρξη δύο διακριτών επετηρίδων, ήτοι μιας «Ειδικής», στην οποία εντάσσονται οι υπηρετούντες κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως του ν. 5108/2024 ειρηνοδίκες μετά την κατάργηση των ειρηνοδικείων διατηρώντας τη σειρά αρχαιότητας που κατείχαν στην ιδιαίτερη επετηρίδα στην οποία αυτοί ούτως ή άλλως ήσαν εντεταγμένοι, και μιας «Γενικής», στην οποία εντάσσονται οι υπηρετούντες δικαστές της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, στην οποία οι πρώην ειρηνοδίκες - και πλέον πρωτοδίκες «Ειδικής» επετηρίδας - μπορούν, εφ’ όσον το επιθυμούν, να ενταχθούν ύστερα από κρίση του Α.Δ.Σ. και να εξελιχθούν στις ανώτερες και ανώτατες θέσεις της δικαστικής ιεραρχίας, δεν αντιστρατεύεται την ανωτέρω ερμηνευτική δήλωση, η οποία επιβάλλει την προηγούμενη κρίση του Α.Δ.Σ. , ώστε να κριθεί η επαγγελματική τους επάρκεια, ως προϋπόθεση εντάξεως στην κοινή επετηρίδα.
Η ένταξη των υπηρετούντων ειρηνοδικών στην «Ειδική» επετηρίδα, χωρίς άλλη προϋπόθεση από το να ήταν ήδη ενταγμένοι στην επετηρίδα των ειρηνοδικών, σε συνδυασμό με τα αυξημένα πλέον καθήκοντά τους, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη κατά το Σύνταγμα μετάταξη, διότι κατ’ ουσίαν οι πρώην ειρηνοδίκες παραμένουν στην επετηρίδα στην οποία ήσαν και στο παρελθόν ενταγμένοι, με την σειρά αρχαιότητας την οποία είχαν, είναι δε αδιάφορο ότι τους ανατίθενται επιπλέον καθήκοντα που προσεγγίζουν, κατά τα προβαλλόμενα, αυτά των δικαστών της «Γενικής» επετηρίδας αφού, σε κάθε περίπτωση και υπό το προϊσχύσαν καθεστώς, θα μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να τους έχουν ανατεθεί, δοθέντος ότι η καθ’ ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων ρυθμιζόταν από τον νόμο και εμπλουτιζόταν συνεχώς.
Δεν απαιτείται από την ερμηνευτική δήλωση, κρίση του Α.Δ.Σ. για την ένταξη στην «Ειδική» επετηρίδα, δοθέντος ότι αυτή αποτελεί την ήδη υφιστάμενη επετηρίδα των ειρηνοδικών.
Η παραμονή των ειρηνοδικών στην «Ειδική» επετηρίδα, συνοδεύεται μεν από αυξημένα καθήκοντα – για τα οποία προβλέπεται, στο πλαίσιο της ανάγκης για αποτελεσματική και ορθολογική οργάνωση της δικαιοσύνης, η επιμόρφωσή τους, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτά – χωρίς, πάντως, να ταυτίζονται απολύτως από της πλευράς αυτής με τους πρωτοδίκες της «Γενικής» επετηρίδας (δεν μπορούν ούτε να ορισθούν ανακριτές ούτε να αναπληρώσουν τον πρόεδρο πολυμελούς συνθέσεως ή τον πρόεδρο πρωτοδικών στο μονομελές δικαστήριο ανηλίκων), πλην ο νόμος προβλέπει υπέρ όσων παραμένουν στην «Ειδική» επετηρίδα ευνοϊκότερη μεταχείριση ως προς τις μεταθέσεις εν σχέσει προς τους πρωτοδίκες της «Γενικής» επετηρίδας εφ’ όσον, κατ’ αρχήν, δεν μπορούν να μετατεθούν παρά μόνον κατόπιν αιτήσεώς τους.
Δεν είναι αντίθετη με την ως άνω ερμηνευτική δήλωση ούτε με άλλες συνταγματικές διατάξεις ή αρχές, η νομοθετική πρόβλεψη περί εντάξεως των πρώην ειρηνοδικών στην «Γενική» επετηρίδα, αφού ολοκληρώσουν στάδιο επιμορφώσεως το οποίο συντονίζει και εποπτεύει η Ε.Σ.Δι., μετά τον νεότερο πρωτοδίκη και όχι σε υψηλότερη θέση εντός αυτής. Η κρίση του Α.Δ.Σ. επιβάλλεται, κατά το Σύνταγμα, για την ένταξη των πρωτοδικών της «Ειδικής» επετηρίδας στη «Γενική» επετηρίδα, χωρίς, όμως, να επιβάλλεται από την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 88 του Συντάγματος, περαιτέρω κρίση του Α.Δ.Σ. για τη θέση στην οποία θα ενταχθούν οι πρώην ειρηνοδίκες στην «Γενική», την οποία η εν λόγω συνταγματική ρύθμιση ανέχεται να ρυθμίζει ο τυπικός νομοθέτης. Κρίση του Α.Δ.Σ. θα προϋπέθετε σύγκριση με τους ήδη ενταγμένους στην «Γενική» επετηρίδα, η οποία, όμως, δεν είναι δυνατή τόσο λόγω του διαφορετικού τρόπου εισόδου στο σώμα, όσο, κυρίως, των ουσιωδώς διαφορετικών καθηκόντων τα οποία έχουν ασκήσει από την είσοδό τους σε αυτό και οι οποίοι (δικαστές της «Γενικής» επετηρίδας) αποτελούν διακριτή κατηγορία δικαστικών λειτουργών εν σχέσει με τους πρώην ειρηνοδίκες, ανώτερη από αυτήν των ειρηνοδικών. Συνταγματικώς ανεκτά ο νομοθέτης υιοθετεί την αντικειμενική και κοινή για όλους τους πρωτοδίκες της «Ειδικής» επετηρίδας ρύθμιση της τοποθετήσεώς τους στο αριστερό των υπηρετούντων κατά τον χρόνο εντάξεως στην «Γενική» επετηρίδα.
Με τον ν. 5108/2024 ο νομοθέτης, επικαλούμενος τους λόγους δημοσίου συμφέροντος που αναπτύσσονται στην αιτιολογική έκθεση, προέβη σε ευρύτατη αναδιοργάνωση της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης καταργώντας τα ειρηνοδικεία, αποβλέποντας στην ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και αναδιαμορφώνοντας τον δικαστικό Χάρτη της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης. Στο πλαίσιο αυτό, οι τέως ειρηνοδίκες εντάσσονται σε ειδική επετηρίδα, διατηρώντας την αρχαιότητά τους και αναλαμβάνοντας σταδιακά μεγάλο μέρος των καθηκόντων του πρωτοδίκη. Η παραμονή τους στην ειδική επετηρίδα συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι δεν μετατίθενται, κατ’ αρχήν, χωρίς δική τους αίτηση. Τούτο, προς διασφάλιση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης τους και της εύλογης προσδοκίας τους να μην ανατραπεί η υπηρεσιακή τους κατάσταση. Δύνανται δε να ζητήσουν την ένταξή τους στη γενική επετηρίδα. Συνεπώς ο λόγος περί παραβιάσεως των συνταγματικής τάξεως αρχών της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, καθώς και του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α. είναι απορριπτέος.
Ειδικότερα για τους υπηρετούντες πταισματοδίκες, πέραν των ανωτέρω, έγιναν δεκτά τα εξής:
Ο λόγος περί παραβιάσεως της ισοβιότητας των δικαστών είναι, εν πάση περιπτώσει, απορριπτέος διότι ερείδεται επί της εσφαλμένης εκδοχής ότι οι τέως πταισματοδίκες κατείχαν αυτοτελείς οργανικές θέσεις πταισματοδίκη, εντελώς διάφορες από εκείνες των ειρηνοδικών, με εντελώς διάφορα και εξειδικευμένα υπηρεσιακά (αποκλειστικώς προανακριτικά) καθήκοντα, υπολαμβάνοντας ότι οι θέσεις αυτές εντάσσονται σε ξεχωριστό (υπο)κλάδο της δικαιοσύνης, τις οποίες θα κατείχαν έως την αφυπηρέτησή τους αν δεν είχε μεσολαβήσει η ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας με τον ν. 5108/2024. Ωστόσο, οι ειρηνοδίκες ήταν δικαστικοί λειτουργοί της πολιτικής δικαιοσύνης που στελέχωναν τα ειρηνοδικεία και τα πταισματοδικεία, τα οποία ήταν μονομελή δικαστήρια, ενταγμένα στην πολιτική και ποινική δικαιοσύνη, αντίστοιχα, οπότε χαρακτηρίζονταν, στη δεύτερη περίπτωση πταισματοδίκες.
Με τον ν. 5108/2024 ο νομοθέτης προέβη σε ευρεία αναδιοργάνωση της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης με την κατάργηση των ειρηνοδικείων και την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, διότι όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση, η επιλογή αυτή παρίστατο, κατά την κρίση του, αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία της πολιτικής δικαιοσύνης και, συνακόλουθα, τη διασφάλιση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας των πολιτών. Ειδικώς δε για τους ειρηνοδίκες που υπηρετούσαν σε θέση πταισματοδίκη, όπως οι αιτούντες, προέβλεψε ότι για χρονικό διάστημα τριών ετών από την έναρξη ισχύος του νόμου συνεχίζουν να διενεργούν προκαταρκτική εξέταση και προανάκριση, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, σε ειδικά προανακριτικά τμήματα, που συστήνονται στις έδρες πρωτοδικείων και στις παράλληλες έδρες αυτών, όπου λειτουργούσαν πταισματοδικεία, και με αρμοδιότητα αντίστοιχη των πταισματοδικείων που λειτουργούσαν στα καταργούμενα ειρηνοδικεία, με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που προβλέπει ο Κ.Π.Δ. και ο Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ. γι’ αυτούς, με παράλληλη συμμετοχή στις συνθέσεις του τριμελούς πλημμελειοδικείου. Μετά την παρέλευση τριών ετών οι τέως πταισματοδίκες έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν την εκ νέου ανάθεση σε αυτούς καθηκόντων προανακριτή με τριετή θητεία. Μετά την παρέλευση της τριετούς αυτής θητείας, η θητεία του προανακριτή μπορεί να ανανεώνεται για ένα (1) ακόμη έτος. Συνεπώς, οι (πρώην) πταισματοδίκες παραμένουν ισόβιοι δικαστικοί λειτουργοί της πολιτικής δικαιοσύνης, ασκώντας καθήκοντα επί πολιτικών και ποινικών υποθέσεων, όπως και κατά το προϊσχύσαν καθεστώς, ενώ για μεταβατικό χρονικό διάστημα τριών ετών εξακολουθούν και ασκούν αμιγώς τα καθήκοντα που ασκούσαν. Δεν θα μπορούσε, εξ άλλου, να γίνει δεκτό, πρωτίστως υπό το φως του σκοπού της πλήρους ενοποιήσεως του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας της πολιτικής δικαιοσύνης (οι δικαστικοί λειτουργοί της οποίας ανέκαθεν ασκούν παράλληλα καθήκοντα επί πολιτικών και ποινικών υποθέσεων), ότι δικαστικοί λειτουργοί του κλάδου αυτού θα ασκούν ισοβίως προανακριτικά και μόνο καθήκοντα, καθήκοντα
Ο νομοθέτης μερίμνησε ώστε κατά το πρώτο μεταβατικό διάστημα να αξιοποιηθεί η εμπειρία των τέως πταισματοδικών, αλλά και οι ασκούντες καθήκοντα πταισματοδίκη ειρηνοδίκες να μεταβούν ομαλά στο νέο, μετά την ενοποίηση, καθεστώς. Δεν μπορεί δε να γίνει δεκτό ότι, η ανάθεση καθηκόντων επί πολιτικών υποθέσεων σε πρώην ειρηνοδίκες που είχαν ορισθεί πταισματοδίκες, οι οποίοι μάλιστα θα επιμορφωθούν σχετικώς, κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτεθέντα, είναι αντίθετη προς την ορθολογική οργάνωση της δικαιοσύνης.
Δεν ανατρέπεται κατά τρόπο αντικείμενο στο Σύνταγμα ή σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις η ιδιωτική και επαγγελματική ζωή των (πρώην) πταισματοδικών διότι εξακολουθούν να υπηρετούν στον πρώτο βαθμό του κλάδου της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, στον οποίο ήδη υπηρετούσαν. Στο μέτρο δε που παραμένουν με δική τους επιλογή στην ειδική επετηρίδα διατηρούν την αρχαιότητά τους και δεν μετατίθενται χωρίς δική τους αίτηση, και, συνεπώς, δεν διαταράσσεται η ιδιωτική τους ζωή, ενώ εφ’ όσον ζητήσουν να ενταχθούν στη γενική επετηρίδα, δύνανται να εξελιχθούν και βαθμολογικά στις ανώτερες και ανώτατες βαθμίδες τις ιεραρχίας. Πάντως, ν. 5108/2024 προνόησε για την κατά το δυνατόν ομαλή μετάβαση των τέως ειρηνοδικών στη νέα τους υπηρεσιακή κατάσταση, καθ’ όσον προβλέπεται τόσο η επιμόρφωσή τους όσο και η σταδιακή ανάληψη, σε διαφορετικά χρονικά στάδια, των αυξημένων καθηκόντων τους.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Συνταγματικό Δίκαιο