Διαφήμιση

Δικαίωμα διαγραφής: Ο GDPR εφαρμόζεται στα δεδομένα που περιέχονται στα μητρώα βαπτίσεων των εκκλησιών (προτάσεις Γεν. Εισαγγελέα ΔΕΕ C-12/25)

Πρέπει να διενεργείται εξατομικευμένη στάθμιση μεταξύ, αφενός, της θεσμικής αυτονομίας και της θρησκευτικής ελευθερίας των εκκλησιών να τηρούν αρχεία των μυστηρίων και, αφετέρου, των δικαιωμάτων ιδιωτικότητας του υποκειμένου

dikaioma-diagraphes-o-gdpr-epharmozetai-sta-prosopika-dedomena-pou-periekhontai-sta-metroa-baptiseon-ton-ekklesion-protaseis-gen-eisaggelea-dee-c-1225

Το δικαίωμα διαγραφής βάσει του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων μπορεί, καταρχήν, να εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στα μητρώα βάπτισης που τηρούν οι εκκλησίες, σύμφωνα με τις προτάσεις της Γεν. Εισαγγελέα Medina στην υπόθεση Bisdom Gent ενώπιον του ΔΕΕ (C-12/25).

Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να διενεργείται εξατομικευμένη στάθμιση μεταξύ, αφενός, της θεσμικής αυτονομίας και της θρησκευτικής ελευθερίας των εκκλησιών να τηρούν τα αρχεία των μυστηρίων και, αφετέρου, των δικαιωμάτων ιδιωτικότητας του ενδιαφερομένου.

Ιστορικό υπόθεσης

Βέλγος υπήκοος, ο οποίος είχε βαπτιστεί ως Καθολικός στην παιδική του ηλικία, ζήτησε από την Επισκοπή της Γάνδης να διαγράψει κάθε αναφορά σε αυτόν από όλα τα φυσικά ή ψηφιακά μητρώα ή αρχεία. Επικαλέστηκε τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία των Δεδομένων (ΓΚΠΔ). Η Επισκοπή κατέγραψε στη συνέχεια την αποχώρησή του από την Εκκλησία, διαγράφοντας με μια γραμμή, αλλά διατηρώντας σε αναγνώσιμη μορφή, τα προσωπικά του δεδομένα.

Μη ικανοποιημένος με την προσέγγιση αυτή, υπέβαλε καταγγελία στη βελγική Αρχή Προστασίας Δεδομένων, η οποία διέταξε την Επισκοπή να διαγράψει τα προσωπικά του δεδομένα. Η Επισκοπή προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον βελγικού δικαστηρίου, το οποίο, με τη σειρά του, ζήτησε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης την ερμηνεία του ΓΚΠΔ στο πλαίσιο αυτό.

Οι προτάσεις της Γεν. Εισαγγελέα

Η Γενική Εισαγγελέας Laila Medina επιβεβαιώνει, πρώτον, ότι ο ΓΚΠΔ εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση. Το μητρώο βαπτίσεων περιέχει ένα «διαρθρωμένο» σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των βαπτισθέντων και, επομένως, συνιστά σύστημα αρχειοθέτησης κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η αυτονομία των εκκλησιών και των θρησκευτικών οργανώσεων δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα αυτό. Συνεπώς, η επίμαχη επεξεργασία δεδομένων – η αποθήκευση και, κατά περίπτωση, η ανάκτηση και η χρήση τους – πρέπει να συνάδει με τον ΓΚΠΔ.

Δεύτερον, η Γενική Εισαγγελέας εκτιμά ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του καταγγέλλοντος από την Εκκλησία – πριν από την υποβολή του αιτήματος αποχώρησης από αυτήν – θα μπορούσε να θεωρηθεί σύννομη βάσει του ΓΚΠΔ, ακόμη και χωρίς ρητή συγκατάθεση του ενδιαφερομένου. Παρ' όλα αυτά, ο ενδιαφερόμενος μπορεί, καταρχήν, να ζητήσει τη διαγραφή των δεδομένων αυτών από το βαπτιστικό μητρώο, προβάλλοντας επίσημα αντίρρηση στην επεξεργασία. Στην περίπτωση αυτή, η Εκκλησία μπορεί να συνεχίσει την επεξεργασία των δεδομένων μόνο εφόσον αποδείξει ότι συντρέχουν επιτακτικοί νόμιμοι λόγοι για τούτο. Αν και η εξασφάλιση της ορθής διαχείρισης των μυστηρίων, συμπεριλαμβανομένου του βαπτίσματος, μπορεί να θεωρηθεί τέτοιος λόγος, πρέπει παρ' όλα αυτά να εξεταστεί αν η επεξεργασία είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού και αν το συμφέρον της Εκκλησίας υπερισχύει των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του ενδιαφερομένου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται η διενέργεια της σύνθετης αυτής εκτίμησης, κατά περίπτωση.

Κατά τη στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει δύο σύνολα αντίθετων συμφερόντων και δικαιωμάτων, τα οποία στην έννομη τάξη της ΕΕ θεωρούνται αμφότερα άξια σημαντικής προστασίας: αφενός, το δικαίωμα του καταγγέλλοντος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμά του στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας· αφετέρου, την αυτονομία της Εκκλησίας και την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας που απολαμβάνει και αυτή.

Η στάθμιση αυτή δεν μπορεί να διενεργηθεί in abstracto· το εθνικό δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τις ειδικές περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να συνεκτιμήσει τους λόγους του αιτήματος διαγραφής και τον πιθανό αντίκτυπο μιας άρνησης στο πρόσωπο που αφορά. Συναφώς, η Γενική Εισαγγελέας επισημαίνει ότι η διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από μια θρησκευτική κοινότητα από την οποία ένα πρόσωπο επιθυμεί να αποστασιοποιηθεί μπορεί να θίξει το δικαίωμά του στην αυτοδιάθεση και, υπό ιδιαίτερες περιστάσεις, να προκαλέσει συναισθηματική δυσφορία. Συναφώς, μόνο μια πραγματική συμφιλίωση των εμπλεκόμενων συμφερόντων μπορεί να εξασφαλίσει δίκαιη έκβαση για τους ενδιαφερομένους.

Τρίτον, στην περίπτωση που η Εκκλησία δεν μπορεί να αιτιολογήσει τη συνέχιση της επεξεργασίας των δεδομένων για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, μπορεί παρ' όλα αυτά να είναι σε θέση να το πράξει για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον ή για σκοπούς ιστορικής έρευνας. Τούτο υπόκειται, ωστόσο, σε ορισμένες προϋποθέσεις: η επεξεργασία πρέπει να είναι αναγκαία για τους σκοπούς αυτούς, να συνάδει με τις εγγυήσεις που προβλέπονται στο δίκαιο της ΕΕ και στο εθνικό δίκαιο για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων και να σέβεται την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων. Η εξέταση των προϋποθέσεων αυτών εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο. Στο πλαίσιο αυτό, η Γενική Εισαγγελέας Medina τονίζει ότι η δραστηριότητα αρχειοθέτησης πρέπει να εξυπηρετεί την κοινωνία στο σύνολό της, να βασίζεται σε νομική υποχρέωση τήρησης αρχείων πληροφοριών ή εγγράφων και να συνεπάγεται κάποια μορφή πρόσβασης σε αυτά από τις δημόσιες αρχές ή το ευρύ κοινό. Όσον αφορά την έννοια της ιστορικής έρευνας, πρέπει να νοείται, στο πλαίσιο του ΓΚΠΔ, ως αφορώσα κυρίως δραστηριότητες, όπως αυτές που διεξάγονται από ακαδημαϊκούς ή ερευνητικούς οργανισμούς, οι οποίες μπορούν τελικά να ωφελήσουν την κοινωνία στο σύνολό της.

Τέλος, εάν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Εκκλησία δεν δικαιολογείται, η απλή διαγραφή των δεδομένων με μια γραμμή στο βαπτιστικό μητρώο, με διατήρησή τους σε αναγνώσιμη μορφή, και η προσθήκη σημείωσης για την αποχώρηση του προσώπου από την Εκκλησία δεν συνιστά διαγραφή κατά την έννοια του ΓΚΠΔ. Τα δεδομένα πρέπει να καθίστανται δυσανάγνωστα στον βαθμό που απαιτείται ώστε το πρόσωπο να μην είναι πλέον εντοπίσιμο ή εύκολα αναγνωρίσιμο, ενώ μπορεί να διατηρηθεί η πληροφορία ότι τελέστηκε βάπτισμα σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Τούτο δεν απαιτεί τη φυσική αφαίρεση σελίδων από το μητρώο. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν πρόσφορα μέτρα για την απόκρυψη των σχετικών δεδομένων, αφήνοντας ανέγγιχτες τις λοιπές πληροφορίες.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων είναι διαθέσιμο στο curia.europa.eu.