Η οικιακή εξαίρεση στην προώθηση ιδιωτικής επικοινωνίας
Το BGH στέλνει στο ΔΕΕ την υπόθεση της αποκάλυψης προσωπικών μηνυμάτων στον εργοδότη της πρώην φίλης μετά από τσακωμό
Επιμέλεια: Δημήτρης Βέρρας
Μπορεί κάποιος να προωθήσει ένα ιδιωτικό μήνυμα σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς να βρεθεί υπόλογος για παραβίαση του ΓΚΠΔ; Ποιος είναι ο ρόλος του σκοπού που επιδιώκεται, κατά την εξέταση της εφαρμογής ή μη της οικιακής εξαίρεσης;
Τα θεμελιώδη αυτά ερωτήματα θα απαντηθούν από το ΔΕΕ, μετά την απόφαση του Ομοσπονδιακού Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Γερμανίας BGH να αναστείλει την εκδίκαση υπόθεσης και να ζητήσει τη γνώμη του ευρωπαϊκού δικαστηρίου.
Η αποκάλυψη των μηνυμάτων για εκδίκηση
Η υπόθεση (I ZR 256/25) αφορά δύο γυναίκες που συνδέονταν με στενή φιλική σχέση και αντάλλασσαν προσωπικά μηνύματα, πολλά εκ των οποίων ηχητικά, μέσω WhatsApp. Η πρώτη εξ αυτών, ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, εργαζόταν ως ιατρική βοηθός σε ιατρείο αισθητικής χειρουργικής και είχε, στο πλαίσιο της επικοινωνίας με τη φίλη της, σχολιάσει κατ’ επανάληψιν τον εργοδότη της με τρόπο απαξιωτικό.
Η δεύτερη εξ αυτών και εναγόμενη γνώριζε προσωπικά τόσο τον εργοδότη της φίλης της, όσο και τη σύντροφό του, η οποία επίσης απασχολείτο στο ιατρείο ως υπεύθυνη λειτουργίας του.
Κατά τη διάρκεια κοινών διακοπών στη Μαγιόρκα τον Αύγουστο του 2023, οι δύο φίλες ήρθαν σε σύγκρουση. Αμέσως μετά, πριν ακόμα τελειώσουν οι διακοπές τους κατά την ενάγουσα, η εναγομένη προώθησε στη σύντροφο του εργοδότη όλα τα μηνύματα που είχε λάβει και τον αφορούσαν. Ο προφανής εκδικητικός στόχος της εναγόμενης επετεύχθη, αφού η φίλη της απολύθηκε με συνοπτικές διαδικασίες.
Η ενάγουσα προσέφυγε στη δικαιοσύνη ζητώντας, μεταξύ άλλων, χρηματική ικανοποίηση 7.500 ευρώ βάσει του άρθρου 82 ΓΚΠΔ, υποστηρίζοντας ότι η διαβίβαση του ιστορικού των ιδιωτικών μηνυμάτων της συνιστούσε παράνομη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων της.
Η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της Φρανκφούρτης έκανε δεκτή την αγωγή, κρίνοντας ότι η διαβίβαση των μηνυμάτων υπαγόταν στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ. Κατά το δικαστήριο, η εξαίρεση του άρθρου 2 παρ. 2 γ ́ ΓΚΠΔ πρέπει να ερμηνεύεται στενά, καθώς αποσκοπεί στην προστασία της ιδιωτικής σφαίρας από τους αυστηρούς κανόνες του δικαίου προστασίας δεδομένων. Ως κριτήριο οριοθέτησης επισήμανε, με αναφορά και στην αιτιολογική σκέψη 18 ΓΚΠΔ, την απουσία οποιασδήποτε σύνδεσης της επεξεργασίας με επαγγελματική ή οικονομική δραστηριότητα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό που κρίθηκε ήταν πως η εναγομένη είχε υπερβεί τα όρια της αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας. Τα δεδομένα δεν υποβλήθηκαν σε επεξεργασία στο πλαίσιο της συνήθους ιδιωτικής επικοινωνίας μεταξύ φίλων, γνωστών ή μελών της οικογένειας, αλλά διαβιβάστηκαν στοχευμένα σε πρόσωπο που συνδεόταν με τον εργοδότη της ενάγουσας. Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε από το δικαστήριο στον ισχυρισμό της ίδιας της εναγομένης ότι σκοπός της ήταν «να προστατεύσει το ιατρείο του καλού της φίλου». Κατά το δικαστήριο, η διαβίβαση εξυπηρετούσε έτσι, τουλάχιστον παράλληλα, τα επιχειρηματικά συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα να υφίσταται σύνδεση με οικονομική δραστηριότητα και να μην εφαρμόζεται η οικιακή εξαίρεση.
Ακολούθως και εφόσον δεν υπήρχε ζήτημα εφαρμογής της οικιακής εξαίρεσης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η επεξεργασία – διαβίβαση των δεδομένων υπήρξε παράνομη. Η ενάγουσα δεν είχε συναινέσει στην κοινοποίηση των μηνυμάτων της στη σύντροφο του εργοδότη, ενώ δεν συνέτρεχε άλλη νομική βάση του άρθρου 6 ΓΚΠΔ, κυρίως το έννομο συμφέρον.
Η νομική βάση του άρθρου 6 παρ.1στ’ ΓΚΠΔ εξετάστηκε από το δικαστήριο, το οποίο αναγνώρισε καταρχήν ότι η προστασία της επιχείρησης του εργοδότη μπορούσε να αποτελεί έννομο συμφέρον τρίτου, ακολούθως όμως διαπίστωσε πως στη στάθμιση υπερείχαν τα συμφέροντα της ενάγουσας. Επρόκειτο για εμπιστευτικά και εν μέρει ιδιαίτερα προσωπικά μηνύματα προς στενή φίλη, μέσω των οποίων η ενάγουσα αναζητούσε κάποιον για να μοιραστεί τις προσωπικές της ανησυχίες, χωρίς να εξετάζει προσεκτικά τις διατυπώσεις της. Ήταν, παράλληλα, εμφανές στην εναγομένη ότι η ενάγουσα ανέμενε πως οι πληροφορίες αυτές δεν θα διαβιβάζονταν περαιτέρω.
Το δικαστήριο επισήμανε ακόμη ότι δεν υπήρχε ένδειξη πως η ενάγουσα σκόπευε να διαδώσει τις επίμαχες αναφορές σε άλλους αποδέκτες ή δημόσια. Αντιθέτως, ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της επικοινωνίας με τη φίλη της συνηγορούσε ακριβώς προς το αντίθετο. Υπό τα δεδομένα αυτά, έκρινε ότι το συμφέρον προστασίας της επιχείρησης δεν δικαιολογούσε τη διαβίβαση των μηνυμάτων.
Η αντίθετη κρίση του Εφετείου
Το Εφετείο της Φρανκφούρτης (OLG Frankfurt am Main) ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι η διαβίβαση των μηνυμάτων καλυπτόταν από την εξαίρεση του άρθρου 2 παρ. 2 γ ́ ΓΚΠΔ, τη γραμματική διατύπωση του οποίου εξέτασε σε πέντε διαφορετικές γλώσσες.
Κατά το εφετείο, η εναγομένη ενεργούσε ως ιδιώτης και η επίμαχη επεξεργασία παρέμενε ενταγμένη στο πλαίσιο των προσωπικών της σχέσεων. Η εναγόμενη δεν διατηρούσε επαγγελματική σχέση με το ιατρείο, ούτε ενεργούσε στο πλαίσιο δικής της οικονομικής δραστηριότητας ή προς εξυπηρέτηση δικού της οικονομικού συμφέροντος. Η σχέση της με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ήταν προσωπική: ήταν στενή φίλη της ενάγουσας, ενώ γνώριζε προσωπικά τον εργοδότη της και τη σύντροφό του.
Το εφετείο διαφοροποιήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πρωτίστως ως προς το ποιο είναι το πρόσωπο, η επαγγελματική ή οικονομική δραστηριότητα του οποίου θα πρέπει να εξεταστεί. Κατά την κρίση του, για την εφαρμογή της οικιακής εξαίρεσης κρίσιμη είναι η δραστηριότητα του ίδιου του προσώπου που πραγματοποιεί την επεξεργασία, δηλαδή εν προκειμένω της εναγομένης. Δεν είχε επομένως σημασία ότι η ενάγουσα συνδεόταν επαγγελματικά με τον εργοδότη της, ούτε ότι η διαβίβαση των μηνυμάτων μπορούσε να εξυπηρετήσει τα επιχειρηματικά συμφέροντα του ιατρείου. Σημασία είχε ότι η ίδια η εναγομένη δεν διατηρούσε επαγγελματική ή επιχειρηματική σχέση ούτε με τον εργοδότη, ούτε με την εταιρεία ή τη σύντροφό του, αντιθέτως όλες οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν προσωπικές.
Υπό το πρίσμα αυτό, το εφετείο δεν θεώρησε καθοριστικό ούτε τον σκοπό που μπορεί να επεδίωκε η εναγομένη. Ακόμη και αν είχε διαβιβάσει τα μηνύματα επιδιώκοντας την απόλυση της πρώην φίλης της ή έχοντας τουλάχιστον προβλέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το δικαστήριο εκτίμησε ότι αυτή και πάλι ενήργησε χωρίς δικό της επαγγελματικό ή οικονομικό συμφέρον. Τα πιθανά κίνητρά της παρέμεναν προσωπικά: είτε ήθελε να βλάψει την πρώην φίλη της μετά τη ρήξη τους, είτε αισθανόταν φιλικά συνδεδεμένη με τον εργοδότη ή τη σύντροφό του και επιθυμούσε να τους βοηθήσει.
Αυτοτελώς, το δικαστήριο εξέτασε αν η επεξεργασία υπερέβη την ιδιωτική σφαίρα και επεκτάθηκε στη δημόσια, απαντώντας και πάλι αρνητικά. Η εναγομένη δεν δημοσιοποίησε τα μηνύματα ούτε τα κατέστησε διαθέσιμα σε αόριστο ή ευρύ κύκλο προσώπων, αλλά τα διαβίβασε σε συγκεκριμένη παραλήπτρια, με την οποία επίσης συνδεόταν προσωπικά. Κατά συνέπεια, η διαβίβαση σε ένα πρόσωπο εκτός της αρχικής συνομιλίας δεν αρκούσε, κατά το εφετείο, για να προσδώσει στην επεξεργασία δημόσιο χαρακτήρα.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η διαβίβαση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικής δραστηριότητας, ως εκ τούτου εκτός πεδίου εφαρμογής του ΓΚΠΔ και των διατάξεών του για αποζημίωση.
Τα ερωτήματα προς το ΔΕΕ
Το BGH ανέστειλε την διαδικασία και απηύθυνε στο ΔΕΕ προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με τις προϋποθέσεις εφαρμογής της οικιακής εξαίρεσης του άρθρου 2 παρ. 2 γ ́ ΓΚΠΔ.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του δικαστηρίου, αυτό που ζητείται καταρχάς να διευκρινιστεί είναι το πώς πρέπει να ερμηνεύονται οι έννοιες της «προσωπικής» και της «οικογενειακής» δραστηριότητας και αν η διατύπωση του άρθρου 2 παρ. 2 γ’ ΓΚΠΔ απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη ο σκοπός που επιδιώκεται με την επεξεργασία των δεδομένων.
Παράλληλα, το γερμανικό ακυρωτικό θέτει ένα ειδικότερο ερώτημα: αν μπορεί να θεωρηθεί ότι η επεξεργασία πραγματοποιείται στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικής δραστηριότητας, όταν δεν συνδέεται με επαγγελματική ή οικονομική δραστηριότητα του ίδιου του προσώπου που επεξεργάζεται τα δεδομένα, επιδιώκεται όμως με αυτή σκοπός που συνδέεται με επαγγελματική ή οικονομική δραστηριότητα τρίτου προσώπου, όπως του υποκειμένου των δεδομένων ή του αποδέκτη τους.
Η προδικαστική αίτηση θα υποβληθεί στο ΔΕΕ από κοινού με μια άλλη υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του BGH, στην οποία και πάλι το Δικαστήριο της Ένωσης θα κληθεί να ερμηνεύσει την οικιακή εξαίρεση. Δύο αιτήσεις για μια κρίσιμη ρύθμιση που έχει μείνει εκτός ερμηνείας ΔΕΕ, ουσιαστικά και με πληρότητα από το 2014 και την εμβληματική Rynes.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Προσωπικά Δεδομένα