Διαφήμιση

Επανάληψη της διαδικασίας μετά από καταδίκη από το ΕΔΔΑ: Αποζημίωση λόγω επιβολής περιορισμών στην ιδιοκτησία για την προστασία του περιβάλλοντος (ΣτΕ 1012/2026)

Ο χρόνος έναρξης και η φύση της παραγραφής στις περιπτώσεις διαρκούς στέρησης της χρήσης ακινήτου χάριν της προστασίας του περιβάλλοντος

epanalepse-tes-diadikasias-meta-apo-katadike-apo-to-edda-apozemiose-logo-epiboles-periorismon-sten-idioktesia-gia-ten-prostasia-tou-periballontos-ste-10122026

Με πρόσφατη απόφασή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας, λαμβάνοντας υπόψη του τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ερμήνευσε το καθεστώς της παραγραφής των αποζημιωτικών αξιώσεων που απορρέουν από διαρκείς και ουσιώδεις περιορισμούς της ιδιοκτησίας για λόγους περιβαλλοντικής προστασίας (ΣτΕ 1012/2026)

Αρχικά, το δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αποδοχή της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, η οποία ασκήθηκε κατόπιν της απόφασης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση «Τσιώλης κατά Ελλάδος». Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παράβαση, η οποία συνίστατο στην απόρριψη ως απαράδεκτων των αναιρετικών αιτιάσεων του δικαιοπαρόχου της αιτούσας με την απόφαση 115/2017 του ΣτΕ, μπορεί να αρθεί αποκλειστικά και μόνο με την ολική εξαφάνιση της εν λόγω απορριπτικής απόφασης και την εκ νέου εξέταση του παραδεκτού των προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης. Προς τούτο, κρίθηκε ότι η συμμόρφωση προς την απόφαση του διεθνούς δικαστηρίου δεν συνεπάγεται παραβίαση κάποιου συνταγματικού κανόνα ή διεθνούς υποχρέωσης της χώρας, ούτε προσκρούει σε άλλον επιτακτικό κανόνα δημοσίου συμφέροντος, ενώ η κρίση του ΕΔΔΑ παρίσταται επαρκώς και σαφώς αιτιολογημένη, χωρίς να κλονίζεται από νεότερα δεδομένα ή να έχει μεσολαβήσει άλλη κρατική πράξη που να θεραπεύει κατ’ ουσίαν την παραβίαση του άρθρου 6 παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ.

Στο πλαίσιο αυτό, το δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι διατάξεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του νόμου 3900/2010 έπρεπε να μείνουν ανεφάρμοστες ως αντικείμενες στην ΕΣΔΑ. Διευκρινίστηκε ότι η απόφαση του ΕΔΔΑ δεν περιέχει κρίση περί ασυμβατότητας των εν λόγω διατάξεων in abstracto, αλλά διέγνωσε ότι ο τρόπος εφαρμογής τους στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβίασε την ΕΣΔΑ in concreto. Ειδικότερα, στην παραβίαση αυτή συνήργησαν συνδυαστικά η στενή ερμηνευτική προσέγγιση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς την έννοια της αντίθεσης προς τη νομολογία —γεγονός που απέκλεισε τη λήψη υπόψη συναφών αποφάσεων του ΕΔΔΑ—, η περιορισμένη πρόσβαση του κοινού στη νομολογιακή βάση δεδομένων του δικαστηρίου, καθώς και η παράλειψη του δικαστηρίου να εξετάσει τον ισχυρισμό περί παντελούς έλλειψης νομολογίας επί των τεθέντων νομικών ζητημάτων.

Κατά την εκ νέου εξέταση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, το δικαστήριο εστίασε στις αιτιάσεις που αφορούσαν την αφετηρία της παραγραφής της αποζημιωτικής αξίωσης του άρθρου 22 του νόμου 1650/1986, η οποία ερειδόταν στη διαρκή στέρηση της χρήσης της ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου λόγω περιορισμών που επιβλήθηκαν για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος σε μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα δεν τελούσαν σε άμεση αντίθεση με την πληττόμενη απόφαση, καθώς αφορούσαν διαφορετικά νομικά ζητήματα, όπως τη μακρά διάρκεια μιας επέμβασης ή τον απρόβλεπτο προσδιορισμό αποσβεστικών προθεσμιών από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Ωστόσο, το δικαστήριο αναγνώρισε ως απολύτως βάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι για το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα υπήρχε πλήρης έλλειψη νομολογίας εκ μέρους του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Επί του ανωτέρω ζητήματος, το δικαστήριο έκρινε ότι, αν και επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών στην ιδιοκτησία για την προστασία του περιβάλλοντος, όταν αυτοί συνεπάγονται ουσιώδη στέρηση της χρήσης της, γεννάται υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση, η οποία εκτείνεται καθ' όλο το χρονικό διάστημα της στέρησης. Λόγω του κοινωνικού περιεχομένου του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, ο θιγόμενος υποχρεούται να ανεχθεί τη ζημιογόνο κατάσταση για ένα εύλογο χρονικό διάστημα, πράγμα που σημαίνει ότι η αξίωση δεν γεννάται αμέσως με την επιβολή του μέτρου, αλλά μετά την πάροδο του χρόνου αυτού, η διάρκεια του οποίου προσδιορίζεται ad hoc από τα δικαστήρια της ουσίας με βάση τις ειδικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.

Το δικαστήριο επεσήμανε ότι, εφόσον ο περιορισμός διατηρείται, η αποζημιωτική αξίωση δεν γεννάται άπαξ, αλλά αναγεννάται εξακολουθητικώς και συνεχώς για όσο χρόνο διαρκεί η δέσμευση της ιδιοκτησίας. Ως εκ τούτου, η αξίωση αυτή υπόκειται για κάθε έτος δέσμευσης σε αυτοτελή πενταετή παραγραφή, η οποία εκκινεί από το τέλος του αντίστοιχου έτους.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο της Επικρατείας κατέληξε ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο αποφάνθηκε μη νομίμως, καθώς προσδιόρισε αυθαίρετα τη γέννηση της αξίωσης ακριβώς πέντε έτη μετά την απόρριψη του αιτήματος επέκτασης της μονάδας χωρίς προηγούμενη συγκεκριμένη εκτίμηση των περιστάσεων, ενώ εσφαλμένα ερμήνευσε τον νόμο κρίνοντας ότι η ένδικη αξίωση γεννήθηκε και παραγράφηκε άπαξ, με αποτέλεσμα να θεωρήσει εσφαλμένα την αγωγή ως ολοσχερώς παραγεγραμμένη.

Δείτε την περίληψη της απόφασης στο adjustice.gr.