Εκ νέου απόρριψη της αναίρεσης Ζουμπουλίδη μετά την καταδίκη της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ (ΣτΕ Ολ. 1279/2026)
Η Ολομέλεια, σε συμμόρφωση με την απόφαση του ΕΔΔΑ της 4.6.2024, εξαφάνισε την απόφαση ΣτΕ 800/2021 και επανέκρινε την υπόθεση με βάση την ΣτΕ 1501/2014, κρίνοντας ωστόσο εκ νέου ότι δεν συνέτρεχε πρόδηλο σφάλμα του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ
Με την υπ’ αρ. 1279/2026 απόφασή της, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκανε δεκτή αίτηση επανάληψης της διαδικασίας σε συμμόρφωση προς καταδικαστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εξαφανίζοντας την προγενέστερη απόφαση ΣτΕ Ολομ. 800/2021 και επανεξετάζοντας την υπόθεση υπό το πρίσμα της νομολογίας που είχε διαμορφωθεί με την απόφαση ΣτΕ Ολομ. 1501/2014, απέρριψε ωστόσο εκ νέου, κατά πλειοψηφία, την αίτηση αναιρέσεως του ενδιαφερομένου.
Πιο αναλυτικά, η νέα αυτή απόφαση της Ολομέλειας εκδόθηκε επί αίτησης επανάληψης της διαδικασίας κατ' άρθρο 69Α του π.δ. 18/1989, σε συμμόρφωση προς την απόφαση του Γ ́ Τμήματος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 4.6.2024 στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος (Νο. 3), με την οποία είχε διαπιστωθεί παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο κατ' άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, εξαιτίας της κρίσης που είχε διατυπωθεί με την προγενέστερη ΣτΕ Ολομ. 800/2021.
Με την τελευταία αυτή απόφαση, το Δικαστήριο είχε μεταστρέψει τη νομολογία του (σε σχέση με την προγενέστερη ΣτΕ Ολομ.1501/2014) κρίνοντας ότι, ελλείψει νομοθετικού καθορισμού των προϋποθέσεων αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας και της αρμόδιας δικαιοδοσίας, οι σχετικές αξιώσεις δεν ήταν δικαστικώς επιδιώξιμες, με αποτέλεσμα να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αγωγή αποζημιώσεως που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων συνεπεία της καταδικαστικής για την Ελλάδα αποφάσεως του ΕΔΔΑ της 14.12.2006, σχετικά με τη απόρριψη αιτήσεώς του αναιρέσεως με την απόφαση 1143/2001 του Αρείου Πάγου. Το ΕΔΔΑ, με την απόφασή του της 4.6.2024, έκρινε ότι η μεταστροφή αυτή της νομολογίας, σε συνδυασμό με την πολυετή αδράνεια του νομοθέτη, επέβαλε δυσανάλογο βάρος στον αιτούντα και έπληξε στην ουσία του το δικαίωμα πρόσβασής του σε δικαστήριο.
Με τη νέα απόφασή της, η Ολομέλεια έκρινε ότι συντρέχουν σωρευτικά όλες οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις παραδοχής της αίτησης επανάληψης, ιδίως ότι η επανεξέταση της υπόθεσης δεν προσκρούει σε διάταξη του Συντάγματος ούτε σε επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, ότι δεν συντρέχει κίνδυνος παραβίασης άλλης διεθνούς ή ενωσιακής υποχρέωσης της χώρας, ότι η απόφαση του ΕΔΔΑ είναι επαρκώς αιτιολογημένη και δεν προκύπτουν οψιγενή στοιχεία που να δικαιολογούν διαφορετική εκτίμηση, καθώς και ότι εξακολουθεί να μην έχει θεσπιστεί το αναγκαίο νομοθετικό πλαίσιο που θα καθιστούσε δυνατή την αυτούσια θεραπεία της διαπιστωθείσας παραβίασης.
Ακολούθως, η Ολομέλεια εξαφάνισε την ΣτΕ 800/2021 και επανεκδίκασε την αίτηση αναίρεσης, δεχόμενη ότι η υπόθεση έπρεπε να κριθεί με βάση την ερμηνεία των άρθρων 4 παρ. 5 του Συντάγματος και 105 ΕισΝΑΚ, καθώς και τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όπως αυτές είχαν παγιωθεί με τη ΣτΕ 1501/2014 Ολομ., πριν δηλαδή από τη μεταστροφή που επέκρινε το ΕΔΔΑ.
Κατά την ουσιαστική επανεξέταση των λόγων αναίρεσης, ωστόσο, η Ολομέλεια έκρινε ότι η απαίτηση απόδειξης του πρόδηλου χαρακτήρα του σφάλματος δεν συνιστά πρόσθετη προϋπόθεση θεμελίωσης ευθύνης του Δημοσίου, αλλά πάγια ερμηνεία του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, εναπόκειται δε στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν το σφάλμα που διαπιστώνεται από απόφαση του ΕΔΔΑ συνιστά και πρόδηλο σφάλμα υπό την έννοια της διάταξης αυτής. Το διοικητικό εφετείο είχε ορθώς κρίνει ότι ο χαρακτηρισμός της κρίσης του Αρείου Πάγου ως εξαιρετικά φορμαλιστικής από το ΕΔΔΑ, με την απόφαση της 14.12.2006, δεν ισοδυναμεί αφ' εαυτού με πρόδηλο σφάλμα, λαμβανομένων υπόψη της τότε ισχύουσας νομοθεσίας, της νομολογίας, της πάγιας δικονομικής πρακτικής και της ανάγκης διασφάλισης της ασφάλειας δικαίου.
Το Δικαστήριο έκρινε, περαιτέρω, ότι δεν προέκυπτε, από τη νομολογία στην οποία παρέπεμπε η απόφαση του ΕΔΔΑ, ότι είχε διαπιστωθεί, σε χρόνο προγενέστερο της απόφασης 1143/2001 του Αρείου Πάγου, παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ ως προς την ερμηνεία της εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθρου 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, ώστε να επιβαλλόταν στον Άρειο Πάγο απόκλιση από την πάγια νομολογία του.
Κατόπιν των ανωτέρω, η Ολομέλεια έκρινε, με μειοψηφία τριών μελών, ότι δεν στοιχειοθετείται πρόδηλο σφάλμα κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ και απέρριψε την αίτηση αναίρεσης.
Περίληψη της απόφασης είναι διαθέσιμη στο adjustice.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Αστικό Δίκαιο
- Διοικητικό Δίκαιο