Υποκίνηση και ενθάρρυνση αθλητικής βίας μέσω ανάρτησης στο Facebook (ΑΠ 287/2025)
Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η επίκληση της ελευθερίας έκφρασης δεν καλύπτει αναρτήσεις που υποκινούν βία, απορρίπτοντας ισχυρισμό περί αντίθεσης του άρθρου 41 ΣΤ' Ν. 2725/1999 προς το άρθρο 10 ΕΣΔΑ
Απορρίφθηκε από τον Άρειο Πάγο αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο - διευθυντή επικοινωνίας αθλητικού σωματείου, ο οποίος είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως για το αδίκημα του άρθρου 41 ΣΤ' του Ν. 2725/1999 (ΑΠ 287/2025).
Ειδικότερα, κρίθηκε ότι σε ανάρτησή του στον προσωπικό του λογαριασμό στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook, στον οποίο είχαν πρόσβαση δεκάδες χιλιάδες οπαδοί, μετά τη λήξη αγώνα ποδοσφαίρου στον οποίο η ομάδα του ηττήθηκε, δημοσίευσε κείμενο απευθυνόμενο στους οπαδούς, συνοδευόμενο από φωτογραφία του διαιτητή του αγώνα με υπότιτλο σε βίαιη διατύπωση, ακολουθούμενο από παραπομπή σε δημοσιογραφικό άρθρο.
Κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η εν λόγω ανάρτηση υποκίνησε και ενθάρρυνε μεμονωμένα άτομα και οργανωμένες ομάδες φανατικών οπαδών να στραφούν βιαίως κατά του συγκεκριμένου διαιτητή, ο οποίος καθίστατο αναγνωρίσιμος από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του όπως αποτυπώνονταν στη φωτογραφία, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη ότι η ανάρτηση έλαβε χώρα σε χρονική περίοδο κατά την οποία το ελληνικό ποδόσφαιρο μαστιζόταν από βία στραφείσα και κατά διαιτητών, με επεισόδια απειλής και εμπρησμού που μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση.
Το ανώτατο δικαστήριο διαπίστωσε πως η επίμαχη οπτική σύνδεση μεταξύ της φωτογραφίας του διαιτητή και των φράσεων που την περιέβαλλαν, δεν απέβλεπε σε τίποτε άλλο παρά στη στοχοποίηση του διαιτητή από βίαιους και φανατικούς οπαδούς, απέρριψε δε ως νοηματικά ασύνδετο με το περιεχόμενο και τον υπότιτλο της ανάρτησης τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η επίμαχη φράση αναφερόταν, στην πραγματικότητα, σε απόσπασμα του δημοσιογραφικού άρθρου σχετικά με τις δυσκολίες που έπρεπε να υπερβεί η ομάδα του για να κατακτήσει το πρωτάθλημα, κρίνοντας μάλιστα ασυνήθη, αν όχι πρωτοφανή, την παράθεση φωτογραφίας διαιτητή σε αθλητικό κείμενο περί πορείας ομάδας προς τον τίτλο.
Περαιτέρω, απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός περί αντίθεσης της διάταξης του άρθρου 41 ΣΤ' Ν. 2725/1999 προς το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης. Το δικαστήριο επεσήμανε ότι η εν λόγω ελευθερία αφορά τη διάδοση αληθινών πληροφοριών και την άσκηση σκληρής και δυσμενούς κριτικής προσώπων, πρέπει όμως να ασκείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, μη ανεκτής της διάπραξης αξιόποινης πράξης κατ' επίκληση αυτής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι απορρίφθηκε και ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προέβαλε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, χωρίς αυτά να έχουν αναγνωστεί κατά την ακροαματική διαδικασία, δημοσιεύματα αθλητικών εφημερίδων και ιστοσελίδων δημοσιογράφων, προκειμένου να θεμελιώσει την παραδοχή περί απόδοσης της ήττας στη διαιτησία από οπαδούς και φιλάθλους δημοσιογράφους, στερώντας τον έτσι από τη δυνατότητα άσκησης του δικαιώματός του κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ να διατυπώσει επ' αυτών τις παρατηρήσεις του. Ο Άρειος Πάγος, υπενθυμίζοντας ότι η λήψη υπόψη μη αναγνωσθέντος εγγράφου για τη διαμόρφωση της κρίσης περί ενοχής συνιστά απόλυτη ακυρότητα, έκρινε ωστόσο ότι η επίμαχη φράση του αιτιολογικού είχε απλώς διηγηματικό χαρακτήρα και δεν επηρέαζε το πόρισμα της απόφασης, το οποίο στηριζόταν επαρκώς, ακόμη και χωρίς αυτήν, σε νομίμως αναγνωσθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι στο άρθρο του δημοσιογράφου του αθλητικού τύπου και στην ίδια την απολογία του κατηγορουμένου.
Απόσπασμα απόφασης
Ειδικότερα η αιτιολογία τη απόφασης επικεντρώνεται κυρίως στη θέση της εικόνας του διαιτητή Σ. Μ. πάνω στη φράση <<θα χυθεί αίμα>> και κάτω από τη φράση <<Σχετικά με το που πρέπει να στρέφεται την οργή σας σε τέτοιους καιρούς ...>>. Η εύγλωττη αυτή οπτική σύνδεση δεν απέβλεπε σε οτιδήποτε άλλο παρά στη στοχοποίηση του διαιτητή από βίαιους και φανατικούς οπαδούς της Πειραϊκής ομάδας [βίαιες πράξεις των οποίων εις βάρος διαιτητών κατά το παρελθόν μνημονεύονται στην απόφαση], με βάση τη δυνατότητα αναγνώρισης αυτού από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, όπως είχαν αποτυπωθεί στη φωτογραφία. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η φράση <<θα χυθεί αίμα>> αναφέρεται στην περικοπή του ανωτέρω δημοσιογραφικού άρθρου ότι ο ... θα πρέπει να χύσει αίμα για να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες που δημιουργεί η εχθρική του αντιμετώπιση από επίσημους αθλητικούς φορείς αποτελεί εκδοχή νοηματικά ασύνδετη με το περιεχόμενο της ανάρτησης και τον υπότιτλο αυτής, ιδίως δε με την όλως ασυνήθη, αν όχι και πρωτοφανή για τα αθλητικά χρονικά παράθεση της φωτογραφίας ενός διαιτητή σε αθλητικό κείμενο που αφορά την πορεία και τις δυσχέρειες μίας μεγάλης ποδοσφαιρικής ομάδας στο να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Η δε τοιαύτη παράθεση του κατηγορουμένου δεν απαλείφεται από τις φράσεις <<όλα αυτά δεν έχουν σχέση με τη διαιτησία>> και <<δεν έχει ανάγκη ο ... από τέτοιες υπερβολές>>, που επικαλείται ο αναιρεσείων προς υπεράσπισή του οι οποίες αναφέρονται σε άλλα θέματα του άρθρου, μεταξύ των οποίων και της απροθυμίας της Διοικήσεως του Ολυμπιακού να καταφύγει σε αθέμιτες μεθόδους για την απόκτηση τίτλων, υιοθετώντας αντίστοιχη τακτική που ακολουθούν άλλες ομάδες, ε] η διάταξη του άρθρου 41 ΣΤ' παρ. Ν. 2725/1999, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, με την οποία προστατεύεται η ελευθερία της έκφρασης, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, καθόσον το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης που θεσπίζουν οι προαναφερόμενες διατάξεις, αφορά, όπως ήδη εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, τη διάδοση αληθινών πληροφοριών και την σκληρή και δυσμενή κριτική προσώπων, πρέπει όμως να ασκείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, όπως είναι και η ανωτέρω διάταξη του Ν. 2725/1999, και κατά την άσκησή του, δεν είναι ανεκτή η διάπραξη αξιόποινης πράξης [σχετ. ΑΠ 624/2019, ΑΠ 141/2010]. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου τους οποίους εφάρμοσε και καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή αυτών στις εφαρμοστέες διατάξεις και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος και εμπεριεχόμενος στον τρίτο τέταρτος από τους πρόσθετος λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμοι.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 362 και 367 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο εγγράφου, που δεν αναγνώστηκε για το σχηματισμό της κρίσης του, για την ενοχή, την αθωότητα ή την επιβλητέα ποινή στον κατηγορούμενο, παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 ΚΠΔ να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας [άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ], η οποία ιδρύει τον αναφερόμενο στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης [ΑΠ 42/2023, ΑΠ 405/2019]. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο πρόσθετο λόγο εκθέτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι: <<Οπαδοί της ηττηθείσας ομάδας, όπως και φίλα προσκείμενοι σε αυτήν δημοσιογράφοι και αρθρογράφοι σε αθλητικές εφημερίδες και ιστοσελίδες, απέδωσαν άμεσα την ήττα στον τρόπο που ο διαιτητής του αγώνα Σ. Μ. είχε διεξαγάγει τη διαιτησία αυτού>>, πλην όμως, μεταξύ των αναγνωσθέντων και εκτιμηθέντων εγγράφων, δεν περιλαμβάνοντο ούτε δημοσιεύματα αθλητικών εφημερίδων, ούτε ιστοσελίδες δημοσιογράφων και επομένως η μη αναγραφή τους στέρησε τον κατηγορούμενο από την άσκηση των δικαιωμάτων του από το άρθρο 358 ΚΠΔ. Όμως, η ως άνω φράση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρεται διηγηματικά και δεν επηρεάζει το πόρισμά της, το οποίο επαρκώς στηρίζεται και χωρίς την περικοπή αυτή του αιτιολογικού, στηρίζεται σε άρθρο του δημοσιογράφου του αθλητικού τύπου Α. Κ. στην ιστοσελίδα που διατηρεί αλλά και στην απολογία του κατηγορουμένου στην οποία αναφέρεται ότι: << ... Το σχόλιό μου είχε να κάνει όπως ακούσατε και πριν με το γεγονός ότι παρά πολλοί φίλοι του Ολυμπιακού, τους οποίους εγώ ακολουθώ και συμμετέχω σε forum και κοινότητες έκαναν επιθέσεις στην ομάδα μου, στον προπονητή, στους ποδοσφαιριστές και εγώ ήθελα να τους πω απλά ότι κοιτάξτε είναι ένα δύσκολο πρωτάθλημα, στηρίξτε την ομάδα...>>. Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, είναι αβάσιμος.
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Αθλητικό Δίκαιο
- Ποινικό Δίκαιο