Έξυπνα γυαλιά με κάμερα στην εργασία: Στο αρχείο καταγγελία κατά της εταιρείας αστικών συγκοινωνιών της Βαρκελώνης
Η καταλανική αρχή προστασίας δεδομένων δεν διαπίστωσε ότι πραγματοποιήθηκαν οι καταγγελλόμενες καταγραφές, αλλά υπενθύμισε τις υποχρεώσεις των εργοδοτών για την πρόληψη της μη εξουσιοδοτημένης χρήσης wearables
Στο αρχείο τέθηκε από την καταλανική αρχή προστασίας δεδομένων APDCAT καταγγελία κατά της Transports de Barcelona SA, της εταιρείας που παρέχει υπηρεσίες αστικών συγκοινωνιών με λεωφορεία στη Βαρκελώνη, σχετικά με τη χρήση φορητών μέσων καταγραφής υπαλλήλων. Η υπόθεση αφορούσε ισχυρισμούς ότι εργαζόμενος με καθήκοντα ελέγχου και επιθεώρησης χρησιμοποιούσε ιδιωτικά γυαλιά ηλίου με ενσωματωμένη κάμερα και σύνδεση Bluetooth, προκειμένου να καταγράφει εικόνα και ήχο των οδηγών λεωφορείων κατά την εργασία τους, χωρίς τη γνώση ή τη συγκατάθεσή τους. Η αρχή αρχειοθέτησε την καταγγελία, κρίνοντας ότι δεν προέκυψαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι οι καταγραφές πράγματι πραγματοποιήθηκαν.
Οι καταγγελλόμενες πρακτικές
Η καταγγελία ενώπιον της APDCAT υποβλήθηκε τον Μάιο του 2025 από εργαζόμενο της εταιρείας, ο οποίος υποστήριξε ότι συγκεκριμένο στέλεχος είχε παραδεχθεί, στο πλαίσιο εσωτερικής διαδικασίας για καταγγελία εργασιακής παρενόχλησης, ότι χρησιμοποιούσε γυαλιά με κάμερα για την καταγραφή οδηγών που θεωρούσε «προβληματικούς». Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι καταγραφές πραγματοποιούνταν χωρίς ενημέρωση των εργαζομένων ή των προϊσταμένων του συγκεκριμένου στελέχους και με χρήση εξοπλισμού που δεν είχε χορηγηθεί από την εταιρεία.
Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, ο καταγγέλλων προσκόμισε έγγραφο εσωτερικής έρευνας χωρίς ημερομηνία και υπογραφή, καθώς και αλληλογραφία με την εταιρεία, μέσω της οποίας ζητούσε αντίγραφα των επίμαχων καταγραφών.
Η θέση της εταιρείας
Ερωτηθείσα από την καταλανική αρχή, η Transports de Barcelona δήλωσε ότι δεν παρέχει στους εργαζομένους συσκευές καταγραφής εικόνας ή ήχου, ούτε γυαλιά με κάμερα ή αντίστοιχο εξοπλισμό, ενώ υποστήριξε ότι τέτοιες συσκευές δεν αποτελούν μέρος των υπηρεσιακών εργαλείων, ούτε προβλέπονται από τις διαδικασίες εποπτείας του προσωπικού.
Η εταιρεία επισήμανε επίσης ότι δεν έχει εγκρίνει, αναθέσει ή ανεχθεί τη χρήση προσωπικών συσκευών καταγραφής κατά την άσκηση καθηκόντων ελέγχου. Εάν τυχόν είχε υπάρξει τέτοια συμπεριφορά, αυτή θα αποτελούσε αποκλειστικά ατομική ενέργεια του εργαζομένου, εκτός των καθηκόντων και των οδηγιών της επιχείρησης. Παράλληλα ανέφερε ότι δεν διαθέτει καμία γνώση ή αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη των καταγγελλόμενων καταγραφών, ούτε προέκυψε σχετική αναφορά από τον φάκελο της εσωτερικής διερεύνησης περιστατικού εργασιακής παρενόχλησης στον οποίο παρέπεμπε ο καταγγέλλων.
Η κρίση της Αρχής
Η αρχή διαπίστωσε ότι, κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής διερεύνησης, δεν αποδείχθηκε πως εργαζόμενος της εταιρείας κατέγραψε εικόνα ή ήχο άλλων εργαζομένων ή τρίτων προσώπων μέσα σε λεωφορείο με χρήση ιδιωτικής συσκευής. Επισήμανε ότι η εταιρεία αρνήθηκε πως είχαν πραγματοποιηθεί οι επίμαχες καταγραφές, ενώ ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του.
Οι επισημάνσεις για τα wearables στον εργασιακό χώρο
Παρότι η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, η αρχή αφιέρωσε σημαντικό μέρος της απόφασής της στις προκλήσεις που δημιουργεί η ολοένα συχνότερη χρήση φορητών «έξυπνων» συσκευών (wearables) στο εργασιακό περιβάλλον. Όπως επεσήμανε, πέρα από τα κινητά τηλέφωνα, ολοένα και περισσότερο καθίστανται διαδεδομένες συσκευές που φοριούνται ως ρούχα ή αξεσουάρ και είναι σε θέση να συλλέγουν, να επεξεργάζονται και συχνά να μεταδίδουν δεδομένα με τρόπο συνεχή ή αυτοματοποιημένο.
Η APDCAT περαιτέρω ανέφερε ότι τέτοιες συσκευές μπορούν να ενσωματώνουν κάμερες, μικρόφωνα, συστήματα γεωεντοπισμού (GPS), βιομετρικούς αισθητήρες, ακόμη και δυνατότητες αλληλεπίδρασης με τον χρήστη ή με άλλα πληροφοριακά συστήματα, συμπεριλαμβανομένων εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης. Για τον λόγο αυτό, η καταγραφή εικόνας ή ήχου από εργαζόμενο με ιδιωτική φορητή συσκευή μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να συνιστά επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που δεν συμμορφώνεται με τη νομοθεσία για την προστασία δεδομένων.
Στο πλαίσιο αυτό, η αρχή υπογράμμισε ότι οι υπεύθυνοι επεξεργασίας δεν αρκεί να απαγορεύουν γενικά τέτοιες πρακτικές, αλλά οφείλουν να λαμβάνουν κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την πρόληψή τους, όπως η θέσπιση σαφών εσωτερικών πολιτικών, η υιοθέτηση συγκεκριμένων πρωτοκόλλων, η εκπαίδευση του προσωπικού και η ανάπτυξη μηχανισμών εποπτείας που να διασφαλίζουν ότι η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων στον εργασιακό χώρο πραγματοποιείται σύμφωνα με τις αρχές του ΓΚΠΔ.
Παράλληλα, υπενθυμίστηκε ότι η αρχή της λογοδοσίας επιβάλλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας όχι μόνο να συμμορφώνεται με τον ΓΚΠΔ, αλλά και να είναι σε θέση να αποδεικνύει τη συμμόρφωσή του. Στο σημείο αυτό η απόφαση επεσήμανε ότι ο οργανισμός μπορεί να φέρει ευθύνη για παραβάσεις που διαπράττουν εργαζόμενοί του κατά την άσκηση της δραστηριότητάς τους, όταν οι παραβάσεις αυτές καταδεικνύουν έλλειψη πρόληψης ή επιμέλειας εκ μέρους του. Κατά την καταλανική αρχή, το στοιχείο αυτό αναδεικνύει την ανάγκη η προστασία δεδομένων να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής λειτουργίας κάθε οργανισμού και όχι απλώς αντικείμενο τυπικής κανονιστικής συμμόρφωσης.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Προσωπικά Δεδομένα