Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας: Αυτοδίκαιη άρση διασφαλιστικών μέτρων του Δημοσίου μετά την πάροδο πενταετίας από τον καταλογισμό (ΣτΕ 553/2026)
Η συμπλήρωση της πενταετίας γεννά δέσμια υποχρέωση της φορολογικής αρχής για άμεση άρση των μέτρων χωρίς αίτηση του διοικουμένου - Αναβολή της δίκης από το ΣτΕ για την έκδοση της σχετικής πράξης
Με πρόσφατη απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας επιλήφθηκε αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά πράξης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (ΣτΕ 553/2026).
Με την τελευταία αυτή πράξη, είχε επικυρωθεί η επιβολή σε βάρος της αναιρεσείουσας, υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου ανώνυμης εταιρείας, μέτρων διασφαλίσεως των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου κατ' άρθρο 46 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, λόγω μη καταβολής τελών χαρτοσήμου και ΟΓΑ χαρτοσήμου που υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, από τον συνδυασμό των εφαρμοστέων διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας και των σχετικών κανονιστικών αποφάσεων του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων προκύπτει ότι, επί επιβολής διασφαλιστικών μέτρων άμεσου και επείγοντος χαρακτήρα λόγω μη απόδοσης φόρων ή τελών, στοιχειοθετείται λόγος υποχρεωτικής άρσης των μέτρων αυτών από τη Διοίκηση, μεταξύ άλλων, εάν παρέλθει πενταετία από την έκδοση των οικείων καταλογιστικών πράξεων. Στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια φορολογική αρχή υποχρεούται να προβεί στην άρση των εν λόγω μέτρων και να ενημερώσει άμεσα όλες τις εμπλεκόμενες δημόσιες υπηρεσίες και τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να παύσει η εφαρμογή τους, χωρίς να απαιτείται η τήρηση εκ μέρους του φορολογουμένου καμίας άλλης διαδικασίας, διατύπωσης ή υποβολής σχετικής αίτησης.
Εν προκειμένω, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι πράξεις καταλογισμού των επίδικων τελών εκδόθηκαν εντός του έτους 2016, με αποτέλεσμα εντός του έτους 2021 να έχει συμπληρωθεί η προβλεπόμενη πενταετία από την έκδοσή τους. Ως εκ τούτου, κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου, τα εις βάρος της αναιρεσείουσας μέτρα είχαν ήδη αρθεί αυτοδικαίως, γεννώντας την υποχρέωση της αρμόδιας αρχής να εκδώσει τη σχετική πράξη άρσης.
Κατόπιν των ανωτέρω, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης και να οριστεί νέα δικάσιμος, προκειμένου η αρμόδια φορολογική αρχή να προβεί στην έκδοση της πράξης περί άρσης των επίδικων μέτρων, ώστε ακολούθως το δικαστήριο να εξετάσει εάν η δικαστική επιδίωξη της αναιρεσείουσας διατηρεί τη λυσιτέλειά της.
Απόσπασμα απόφασης
3. Επειδή, στο άρθρο 46 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 47 παρ. 9 του ν. 4223/2013 (Α ́ 287) και στην τροποποίησή του με το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 4337/2015 (Α ́ 129) και, πάντως, προ της εκ νέου τροποποιήσεώς του με το άρθρο 33 του ν. 4646/2019 (Α ́ 201), ορίζεται ότι: «1. … 5. Εφόσον η Φορολογική Διοίκηση διαπιστώνει μη απόδοση […] παρακρατούμενων, επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισφορών με σκοπό τη μη πληρωμή συνολικά στο Δημόσιο ποσού πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, […] μπορεί, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, να επιβάλλει σε βάρος του υπόχρεου παραβάτη προληπτικά ή διασφαλιστικά του δημοσίου συμφέροντος μέτρα άμεσου και επείγοντος χαρακτήρα. Ειδικότερα η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να μην παραλαμβάνει και να μην χορηγεί έγγραφα που απαιτούνται για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) των καταθέσεων, των πάσης φύσεως λογαριασμών και παρακαταθηκών και του περιεχομένου των θυρίδων του υπόχρεου παραβάτη. Το μη χρηματικό περιεχόμενο θυρίδων και οι μη χρηματικές παρακαταθήκες δεσμεύονται στο σύνολό τους. 6. Τα μέτρα της παραγράφου 5 επιβάλλονται σωρευτικά σε βάρος των ομορρύθμων εταίρων προσωπικών εταιριών, καθώς και σε βάρος κάθε προσώπου εντεταλμένου από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση οποιουδήποτε νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας από τη γένεση της υποχρέωσης απόδοσης ή από το χρόνο της διάπραξης, κατά περίπτωση, και μέχρι την ενεργοποίηση των μέτρων, ανεξάρτητα αν έχουν αποβάλει την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα εξειδικεύονται τα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου, καθορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες τα μέτρα αίρονται εν όλω ή εν μέρει και οι περιπτώσεις μη εφαρμογής τους, προσδιορίζεται ο χρόνος διατήρησης αυτών και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα ...». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως εκδόθηκε η ΠΟΛ. 1282/2013 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (Β ́ 54/16.1.2014), με την οποία ορίσθηκε, στο άρθρο 6 (“Περιπτώσεις ολικής ή μερικής άρσης των μέτρων”), ότι «1. … 2. Τα μέτρα της παραγράφου 5 του άρθρου 46 του Ν. 4174/2013 αίρονται υποχρεωτικά στο σύνολό τους: α) […] β) εφόσον παύουν να υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, λόγω έκδοσης απόφασης από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης που ακυρώνει για λόγους ουσίας ή τροποποιεί τις οικείες των μέτρων πράξεις προσδιορισμού [των φόρων], ή κατόπιν οριστικής απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου που ακυρώνει για λόγους ουσίας ή τροποποιεί τις οικείες αποφάσεις της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης [επί των ως άνω πράξεων], γ) μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από την έκδοση των οικείων πράξεων προσδιορισμού των φόρων […] 6. Σε κάθε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου η φορολογική Αρχή που εξέδωσε την πράξη διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου ενημερώνει τον παραβάτη, τα πρόσωπα της παραγράφου 6 του άρθρου 46 του ν. 4174/2013, τις υπηρεσίες και τους φορείς, κατά περίπτωση [...]». Ακολούθως, με το άρθρο μόνο (παραγρ. 7) της εκδοθείσης κατά την αυτή εξουσιοδοτική διάταξη, ΠΟΛ 1038/30-1-2015 αποφάσεως της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων (Β ́ 239/17-2-2015) επανελήφθη η ρύθμιση τόσο του άρθρου 6 παρ. 2 περ. β ́ και γ ́ όσο και του άρθρου 6 παρ. 6 της προγενέστερης κανονιστικής αποφάσεως και ορίσθηκε, περαιτέρω, ότι «8. Ειδικά, τα μέτρα διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής, που εφαρμόστηκαν με προϊσχύουσες του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, διατάξεις, αίρονται υποχρεωτικά στο σύνολό τους μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από την έναρξη ισχύος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας […], ήτοι από 1-1-2014. Η ανωτέρω προθεσμία δεν αφετηριάζεται πριν καταστούν ληξιπρόθεσμες οι οικείες των μέτρων φορολογικές οφειλές, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις».
4. Επειδή, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι επί επιβολής των οριζομένων σε αυτές διασφαλιστικών των συμφερόντων του Δημοσίου μέτρων λόγω μη αποδόσεως φόρων, τελών κ.λπ. στοιχειοθετείται λόγος υποχρεωτικής άρσεως των μέτρων αυτών από την Διοίκηση, μεταξύ άλλων, α) εάν ακολουθήσει ακύρωση, με οριστική δικαστική απόφαση, της καταλογιστικής του φόρου, των τελών κ.λπ. πράξεως της φορολογικής Αρχής, β) εάν παρέλθει πενταετία από την έκδοση της εν λόγω καταλογιστικής πράξεως, και γ) εάν, ειδικώς για μέτρα ληφθέντα υπό το καθεστώς του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, παρήλθε πενταετία από την έναρξη ισχύος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ήτοι από 1-1-2014, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η πενταετία εκκινεί από το χρονικό σημείο κατά το οποίο κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι οικείες των μέτρων φορολογικές οφειλές. Προκειμένου δε να προβεί η αρμόδια Αρχή “υποχρεωτικώς” στην άρση των εν λόγω μέτρων, αλλά η εν λόγω Αρχή υποχρεούται, όπως και κατά την επιβολή των μέτρων, να ενημερώσει σχετικώς, και δη “άμεσα”, όλες τις εμπλεκόμενες δημόσιες υπηρεσίες, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την Τράπεζα της Ελλάδος (για να ενημερώσει αμέσως τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα), προκειμένου να παύσουν, τελικώς, να εφαρμόζονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα μέτρα αυτά, «χωρίς να απαιτείται η τήρηση εκ μέρους του φορολογουμένου καμμίας άλλης διαδικασίας ή διατυπώσεως» (πρβλ. ΣτΕ 402/2020).
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο dsanet.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Φορολογικό Δίκαιο