Διαφήμιση

Φορολογία άτυπης δωρεάς: Νόμιμη η επανέκδοση καταλογιστικής πράξης φόρου δωρεάς μετά την ακύρωσή της λόγω αόριστης αιτιολογίας (ΔΠΘ 1767/2026)

Η παντελής αοριστία της αρχικής έκθεσης ελέγχου ισοδυναμεί με τυπική πλημμέλεια που επιτρέπει την επανέκδοση της καταλογιστικής πράξης - Τεκμήριο άτυπης δωρεάς λόγω συγγενικού δεσμού και οικονομικής δυνατότητας του δωρητή

phorologia-atupes-doreas-nomime-e-epanekdose-katalogistikes-praxes-phorou-doreas-meta-ten-akurose-tes-logo-aoristes-aitiologias-dpth-17672026

Απορρίφθηκε από το διοικητικό πρωτοδικείο προσφυγή κατά απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ, με την οποία είχε καταλογισθεί φόρος άτυπης δωρεάς για χρηματικά ποσά που είχε λάβει η προσφεύγουσα από τον παππού της μέσω τακτικών εμβασμάτων στο εξωτερικό (ΔΠΘ 1767/2026).

Πιο αναλυτικά, το δικαστήριο εξέτασε τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, κατά τα οποία, κατόπιν ελέγχου φορολογίας εισοδήματος στον παππού της προσφεύγουσας, διαπιστώθηκε ότι αυτός είχε προβεί σε άτυπες δωρεές χρηματικών ποσών προς την εγγονή του μέσω τακτικών εμβασμάτων σε λογαριασμούς της στο εξωτερικό. Οι αρχικές καταλογιστικές πράξεις είχαν ακυρωθεί από τη ΔΕΔ λόγω αοριστίας και έλλειψης αιτιολογίας των οικείων εκθέσεων ελέγχου, με αποτέλεσμα η φορολογική αρχή να προβεί, κατόπιν επανελέγχου, στην έκδοση νέων πράξεων, οι οποίες τελικώς τροποποιήθηκαν εν μέρει με την προσβαλλόμενη απόφαση της ΔΕΔ ως προς το ύψος της αξίας της δωρεάς.

Το δικαστήριο απέρριψε, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, τον ισχυρισμό περί μη τήρησης της διαδικασίας κοινοποίησης των εντολών ελέγχου, κρίνοντας ότι δεν προέκυπτε βλάβη της προσφεύγουσας, εφόσον αυτή ουδέποτε είχε υποβάλει σχετικές δηλώσεις δωρεάς. Απέρριψε, επίσης, ως αβάσιμο τον ισχυρισμό περί μη σύννομης επανέκδοσης των πράξεων, κρίνοντας ότι η παντελής αοριστία των αρχικών εκθέσεων ελέγχου ισοδυναμούσε με ανυπαρξία τους και συνιστούσε τυπική πλημμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 63 παρ. 6 του ΚΦΔ, επιτρέπουσα την επανέκδοση των πράξεων.

Περαιτέρω, ο λόγος περί ελλιπούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης απορρίφθηκε προεχόντως ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι πρόκειται για προσφυγή ουσίας, και εν πάση περιπτώσει ως αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο έκρινε, βάσει της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με την έκθεση επανελέγχου, ότι συνέτρεχαν τόσο ο συγγενικός δεσμός μεταξύ δωρητή και δωρεοδόχου όσο και η οικονομική δυνατότητα του πρώτου, χωρίς να προκύπτει άλλη πηγή προέλευσης των χρημάτων, στοιχεία που θεμελίωναν το τεκμήριο της άτυπης δωρεάς.

Τέλος, απορρίφθηκαν ως νόμω αβάσιμοι οι ισχυρισμοί περί χαρακτηρισμού των ποσών ως προσαύξησης περιουσίας αποκτηθείσας στην αλλοδαπή, καθόσον τα χρήματα βρίσκονταν στην Ελλάδα κατά τον χρόνο παράδοσής τους, καθώς και ο ισχυρισμός περί απαλλαγής βάσει της Σύμβασης Αποφυγής Διπλής Φορολογίας μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία αφορά τη φορολογία εισοδήματος και όχι τη φορολογία κεφαλαίου.

Κατόπιν των ανωτέρω, το δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της ΔΕΔ ήταν νόμιμη και ορθή και απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της.

Απόσπασμα απόφασης

11. Επειδή, καταρχάς, ο λόγος περί πλημμελούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον τα διοικητικά δικαστήρια, δικάζοντας επί προσφυγής ουσίας, όπως η επίδικη, δεν περιορίζονται στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης λόγω πλημμελειών στην αιτιολογία της, αλλά αποφαίνονται επί της διαφοράς και διαμορφώνουν το ουσιαστικό περιεχόμενο της κρινόμενης έννομης σχέσης, δυνάμενα να προβούν σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των στοιχείων του φακέλου, καθώς και στην ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (πρβλ. ΣτΕ 1111-1112/2025 σκ. 7 και εκεί περαιτέρω παρατιθέμενη νομολογία). Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, από την προσβαλλόμενη πράξη, η αιτιολογία της οποίας δύναται να συμπληρώσει ή και να υποκαταστήσει την αιτιολογία των οριστικών πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού, σε συνδυασμό με την έκθεση επανελέγχου φορολογίας κεφαλαίου, προκύπτουν τόσο οι νομοθετικές διατάξεις όσο και τα πραγματικά περιστατικά η εκτίμηση των οποίων οδήγησε τη φορολογική αρχή στη διαπίστωση ότι τα επίμαχα εμβάσματα αποτελούσαν άτυπες δωρεές του … προς την προσφεύγουσα. Περαιτέρω, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι εν προκειμένω προκύπτουν και δεν αμφισβητούνται τόσο ο συγγενικός δεσμός (παππούς-εγγονή) μεταξύ του δωρητή-… και της δωρεοδόχου-προσφεύγουσας όσο και η οικονομική δυνατότητα του πρώτου να πραγματοποιήσει δωρεά προς τη δεύτερη κατά το ποσό των επίμαχων πιστώσεων, ενώ δεν προκύπτει άλλη πηγή προέλευσης των χρημάτων αυτών, ούτε εξάλλου η προσφεύγουσα ισχυρίζεται κάτι σχετικά. Ενόψει τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις χρημάτων από λογαριασμό του παππού της προσφεύγουσας προς δυο λογαριασμούς της ίδιας, που διενεργήθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες εντός των ετών 2013 και 2014, ύψους 55.212,78 και 58.678,78 ευρώ αντίστοιχα, αποτελούσαν πράγματι άτυπες δωρεές προς την προσφεύγουσα, για τις οποίες δεν υποβλήθηκαν δηλώσεις δωρεάς και δεν καταβλήθηκαν οι αναλογούντες φόροι. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι τα επίδικα εμβάσματα θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν μόνο ως προσαύξηση περιουσίας είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθόσον για να θεωρηθεί ποσό ως προσαύξηση περιουσίας, η οποία κατά πλάσμα δικαίου φορολογείται ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα, θα πρέπει το ποσό αυτό να προέρχεται από αδικαιολόγητη ή άγνωστη πηγή ή αιτία (βλ. ΣτΕ 7μ. 1891/2018 σκ. 5, 7μ. 884/2016 σκ. 13, 1484/2025 σκ. 14, 1801/2024 σκ. 3 και 6, 53/2022 σκ. 7 κ.ά.), προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Ακόμη, ο ίδιος ισχυρισμός, κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται ότι τα επίμαχα ποσά είναι κτηθέντα στην αλλοδαπή, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να φορολογηθούν στην Ελλάδα, είναι επίσης απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι, τα χρήματα βρίσκονταν κατά το χρόνο παράδοσής τους στην Ελλάδα, και ως εκ τούτου ως κείμενη στην Ελλάδα περιουσία που δωρίσθηκε, νομίμως υποβλήθηκαν σε φόρο δωρεάς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35 παρ. 1 στ. α) και παρ. 2, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 3 παρ. 2 στ. η) και 45 του νόμου αυτού. Τέλος, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι ορισμένα από τα επίμαχα ποσά της χορηγήθηκαν προς κάλυψη των σπουδαστικών της αναγκών, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να φορολογηθούν κατ’ εφαρμογή της ΣΑΔΦ μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένου Βασιλείου, ανεξαρτήτως του παραδεκτού της προβολής του το πρώτον με την υπό κρίση προσφυγή και του γεγονότος ότι με αυτόν η προσφεύγουσα κατ’ ουσία συνομολογεί την πραγματοποίηση δωρεάς των ποσών αυτών προς το πρόσωπό της, πρέπει να απορριφθεί ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον η επικαλούμενη ΣΑΔΦ εφαρμόζεται στη φορολογία εισοδήματος και όχι στη φορολογία κεφαλαίου, όπως εν προκειμένω. Κατόπιν τούτων, και μη προβαλλόμενου άλλου ισχυρισμού με την κρινόμενη προσφυγή, το Δικαστήριο κρίνει ότι νομίμως και ορθώς με την προσβαλλόμενη …/17.3.2023 απόφαση απορρίφθηκε εν μέρει από τον Προϊστάμενο της ΔΕΔ, η …/23.11.2022 ενδικοφανής προσφυγή, που άσκησε η προσφεύγουσα κατά των …/25.10.2022 και …/25.10.2022 οριστικών πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου άτυπης δωρεάς, φορολογικού έτους 2013 και 2014 αντίστοιχα, της Προϊσταμένης του 2ου ΕΛΚΕ Θεσσαλονίκης, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου προβαλλομένων με την κρινόμενη προσφυγή.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο adjustice.gr.