Πρόστιμο 7 εκατ. ευρώ στα ολλανδικά ταχυδρομεία γιατί παρέδωσαν στην ώρα τους μόνο το 89% της αλληλογραφίας
Σύμφωνα με την ολλανδική νομοθεσία, ο φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας υποχρεούται να παραδίδει τουλάχιστον το 95% της αλληλογραφίας την επόμενη ημέρα διανομής
Πρόστιμο σχεδόν 7 εκατομμυρίων ευρώ επέβαλε η ACM, η ολλανδική αρχή για την προστασία των καταναλωτών και την εποπτεία των αγορών, στα ολλανδικά ταχυδρομεία PostNL, καθώς παρέδωσαν εμπρόθεσμα μόλις το 89,48% της αλληλογραφίας που διακινήθηκε στο πλαίσιο της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας το 2023.
Η υπόθεση αφορά την παροχή της λεγόμενης καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας στην Ολλανδία, δηλαδή της βασικής ταχυδρομικής υπηρεσίας που ο πάροχος οφείλει να εξασφαλίζει σε όλους τους πολίτες υπό συγκεκριμένα πρότυπα ποιότητας και προθεσμίες παράδοσης. Σύμφωνα με την απόφαση της ACM, η PostNL δεν πέτυχε τα ελάχιστα επίπεδα επίδοσης που προβλέπονται για την εμπρόθεσμη διανομή επιστολών.
Η ACM διαπίστωσε ότι το 2023 μόλις το 89,48% της αλληλογραφίας παραδόθηκε εντός του προβλεπόμενου χρονικού ορίου της αμέσως επόμενης ημέρας διανομής, ποσοστό το οποίο υπολείπεται του νομικά απαιτούμενου ορίου του 95%. Αυτό σημαίνει ότι η εταιρεία παρέδωσε εκπρόθεσμα ποσοστό αλληλογραφίας υπερδιπλάσιο από αυτό που επιτρέπει ο νόμος, γεγονός που αποτέλεσε τη βάση για την επιβολή του προστίμου, ύψους 6.923.000 ευρώ.
Η ολλανδική ρυθμιστική αρχή σημειώνει ότι η υποχρέωση έγκαιρης παράδοσης δεν αποτελεί απλώς επιχειρησιακό στόχο, αλλά δεσμευτική κανονιστική απαίτηση. Όπως επισημαίνεται, οι πολίτες και οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να εξαρτώνται από την έγκαιρη διακίνηση επιστολών, ιδίως όταν πρόκειται για επίσημη αλληλογραφία, λογαριασμούς ή άλλες κρίσιμες επικοινωνίες. Η ACM υπογραμμίζει επίσης ότι, καθώς η PostNL είναι ο μοναδικός φορέας που έχει αναλάβει την καθολική ταχυδρομική υπηρεσία, οι χρήστες δεν διαθέτουν στην πράξη εναλλακτικό μηχανισμό πίεσης μέσω ανταγωνισμού για τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών.
Η PostNL, από την πλευρά της, υποστήριξε ότι η πτώση της ποιότητας των υπηρεσιών της συνδέεται με τις δυσκολίες εξεύρεσης επαρκούς προσωπικού για τη διανομή της αλληλογραφίας, καθώς και με το, κατά την ίδια, ασφυκτικό ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει την καθολική υπηρεσία. Η εταιρεία επικαλέστηκε ουσιαστικά κατάσταση ανωτέρας βίας, υποστηρίζοντας ότι οι συνθήκες στην αγορά εργασίας δεν της επέτρεψαν να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.
Η ACM απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ότι η στελέχωση αποτελεί μέρος της συνήθους επιχειρηματικής ευθύνης του παρόχου και όχι λόγο ανωτέρας βίας. Κατά την εποπτική αρχή, η στενότητα στην αγορά εργασίας ήταν προβλέψιμη, υπήρχε διαθέσιμο εργατικό δυναμικό και η εταιρεία διέθετε τα συνήθη εργαλεία για την προσέλκυση και διατήρηση προσωπικού, με την τελική διαχείριση να αποτελεί επιχειρηματική επιλογή της ίδιας.
Η μόνη εξαίρεση που αναγνώρισε η ACM ήταν οι επιπτώσεις της καταιγίδας Poly τον Ιούλιο του 2023, η οποία έγινε δεκτή ως περίπτωση ανωτέρας βίας και οδήγησε σε οριακή διόρθωση του τελικού ποσοστού επίδοσης. Ακόμη και μετά την προσαρμογή αυτή, ωστόσο, η εταιρεία παρέμεινε σημαντικά κάτω από το νόμιμο όριο.
Η απόφαση εντάσσεται στο πλαίσιο της ευρύτερης εποπτείας της ACM επί της ταχυδρομικής αγοράς. Η αρχή σημειώνει ότι η ποιότητα της υπηρεσίας της PostNL ακολουθεί πτωτική πορεία εδώ και χρόνια, στοιχείο που, κατά την κρίση της, ενίσχυσε την ανάγκη επιβολής κυρώσεων για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο.
- ΕΤΙΚΕΤΕΣ
- Ολλανδία
- πρόστιμο
- ταχυδρομείο