Διαφήμιση

Το δεδικασμένο καλύπτει και την κρίση περί ύπαρξης ή όχι δεδικασμένου από προηγούμενη απόφαση (ΑΠ 1188/2025)

Αν το δικαστήριο αποφανθεί, έστω και εσφαλμένα, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, η κρίση αυτή περιβάλλεται με την δύναμη του δεδικασμένου και θα ισχύει σε κάθε μεταγενέστερη δίκη

to-dedikasmeno-kaluptei-kai-ten-krise-peri-uparxes-e-okhi-dedikasmenou-apo-proegoumene-apophase-ap-11882025

Η κρίση ότι υφίσταται δεδικασμένο παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία ερμηνεύονται οι σχετικές διατάξεις (ΑΠ 1188/2025).

Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 322 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, καθώς και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά. Δικονομικό ζήτημα αποτελεί και το ζήτημα, αν για την ένδικη διαφορά υπάρχει ή όχι δεδικασμένο από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση. Και το ζήτημα αυτό καλύπτεται από το δεδικασμένο, κατ' άρθρο 322 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το αν σε νέα (τρίτη) δίκη το δεδικασμένο αυτό θα επιτελεί αρνητική λειτουργία ή θετική. Αν το δικαστήριο αποφανθεί, έστω και εσφαλμένα, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, η κρίση αυτή περιβάλλεται με την ισχύ του δεδικασμένου και θα ισχύει σε κάθε μεταγενέστερη δίκη.

Περαιτέρω, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες προδικαστικό ζήτημα μιας διαδικαστικής προϋπόθεσης είναι η ύπαρξη ή η ανυπαρξία ορισμένης έννομης σχέσης του ουσιαστικού δικαίου, η δημιουργία δεδικασμένου για το (κύριο) δικονομικό ζήτημα δημιουργεί δεδικασμένο και για την έννομη σχέση ή το δικαίωμα του ουσιαστικού δικαίου που αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, στο μέτρο που συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που τίθενται από τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ. Το δεδικασμένο δε αυτό, ως αναγόμενο σε έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, λειτουργεί και αυτοτελώς σε κάθε νέα δίκη, κατά την οποία ανακύπτει το ίδιο ζήτημα, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό του ουσιαστικού ή του δικονομικού ζητήματος, το ίδιο δε ισχύει και για το δεδικασμένο της απόφασης που αποφαίνεται για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δεδικασμένου από προηγούμενη απόφαση.

Δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ' αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής, αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ένδικων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο.

Στην υπό κρίση υπόθεση, το ανώτατο δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο απορρέον από τελεσίδικη απόφαση επί αγωγής, που είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Κατά την κρίση του Αρείου Πάγου, το δεδικασμένο αυτό καταλαμβάνει, πρώτον, το δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά, ήτοι την απόρριψη της αγωγής λόγω δεδικασμένου απορρέοντος από προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, και δεύτερον, τόσο το δικονομικό ζήτημα της δέσμευσης της αναιρεσίβλητης από το δεδικασμένο αυτό, λόγω επέκτασης των υποκειμενικών του ορίων, όσο και την ουσιαστικού δικαίου έννομη σχέση.

Κρίθηκε, περαιτέρω, ότι τα ως άνω ζητήματα συνιστούν προδικαστικά ζητήματα της διαδικαστικής προϋπόθεσης του δεδικασμένου που κρίθηκε με την πρώτη τελεσίδικη απόφαση, καλυπτόμενα και αυτά από το δεδικασμένο κατ' άρθρο 331 ΚΠολΔ, καθόσον συνέτρεχαν σωρευτικά οι σχετικές προϋποθέσεις, ήτοι η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου να αποφανθεί επ' αυτών, η αναγκαία εξάρτηση της κρίσης επί του κύριου δικονομικού ζητήματος από αυτά και η ουσιαστική εξέταση και επίλυσή τους από το Δικαστήριο.

Απόσπασμα απόφασης

ατά τη διάταξη του άρθρου 322 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Το δεδικασμένο εκτείνεται επίσης και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά. Ως "δικονομικό ζήτημα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης μιας ή περισσότερων διαδικαστικών προϋποθέσεων που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι κάποιος διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής) (ΑΠ 1856/2023, ΑΠ 1688/2023, ΑΠ 1362/2023, ΑΠ 1292/2022). Δικονομικό ζήτημα αποτελεί λοιπόν και το ζήτημα, αν για την ένδικη διαφορά υπάρχει ή όχι δεδικασμένο από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση. Και το ζήτημα αυτό καλύπτεται από το δεδικασμένο, κατ' άρθρο 322 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το αν σε νέα (τρίτη) δίκη το δεδικασμένο αυτό θα επιτελεί αρνητική λειτουργία ή θετική. Αν το δικαστήριο αποφανθεί, έστω και εσφαλμένα, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, η κρίση αυτή περιβάλλεται με την ισχύ του δεδικασμένου και θα ισχύει σε κάθε μεταγενέστερη δίκη. Στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες προδικαστικό ζήτημα μιας διαδικαστικής προϋπόθεσης είναι η ύπαρξη ή η ανυπαρξία ορισμένης έννομης σχέσης του ουσιαστικού δικαίου, η δημιουργία δεδικασμένου για το (κύριο) δικονομικό ζήτημα δημιουργεί δεδικασμένο και για την έννομη σχέση ή το δικαίωμα του ουσιαστικού δικαίου που αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, στο μέτρο που συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που τίθενται από τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ. Το δεδικασμένο δε αυτό, ως αναγόμενο σε έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, λειτουργεί και αυτοτελώς σε κάθε νέα δίκη, κατά την οποία ανακύπτει το ίδιο ζήτημα, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό του ουσιαστικού ή του δικονομικού ζητήματος, το ίδιο δε ισχύει και για το δεδικασμένο της απόφασης που αποφαίνεται για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δεδικασμένου από προηγούμενη απόφαση (πρβλ. ΑΠ 135/2012, σύμφωνα με την οποία, από την απόρριψη αγωγής ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης -όπως το έννομο συμφέρον- προκαλείται δεδικασμένο μόνο για το δικονομικό αυτό ζήτημα που πράγματι κρίθηκε και όχι και για το ουσιαστικό δικαίωμα, εκτός αν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ανυπαρξία ουσιαστικής έννομης σχέσης, οπότε το δημιουργούμενο δεδικασμένο για το δικονομικό ζήτημα περιλαμβάνει και την κρίση για την προδικαστική έννομη σχέση). Εξάλλου, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα, ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κύριου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σ' εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ' αυτήν έννομη συνέπεια. Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ' αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ 171/2024, ΑΠ 405/2023, ΑΠ 2047/2022, ΑΠ 1327/2021). Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής, αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ένδικων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 171/2024, ΑΠ 405/2023, ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 377/2023, ΑΠ 2047/2022).

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.