Υποχρέωσης αυτεπάγγελτης διερεύνησης του αμετακλήτου αθωωτικής ποινικής απόφασης από τα διοικητικά δικαστήρια ουσίας και το ΣτΕ (ΣτΕ 950, 959/2026)
Οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ, με τις οποίες αποδόθηκε στο Δικαστήριο παράβαση της αρχής ne bis in idem και του τεκμηρίου αθωότητας, δεν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις βασίμου της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας
Με πρόσφατες αποφάσεις του, το Συμβούλιο της Επικρατείας ερμήνευσε το ζήτημα της υποχρέωσης αυτεπάγγελτης διερεύνησης του αμετακλήτου αθωωτικής ποινικής απόφασης από τα δικαστήρια ουσίας, αλλά και από το ΣτΕ, όταν δικάζει κατ’ αναίρεση (ΣτΕ 950, 959/2026).
Πιο αναλυτικά, το δικαστήριο επιλήφθηκε αιτήσεων επανάληψης της διαδικασίας, οι οποίες ασκήθηκαν κατόπιν αποδοχής από το ΕΔΔΑ προσφυγών των αιτούντων λόγω παραβίασης των δικαιωμάτων τους σχετικά με το τεκμήριο αθωότητας και την αρχή ne bis in idem.
Στις εν λόγω υποθέσεις ανέκυψαν ζητήματα που άπτονται του παραδεκτού και του βασίμου των αιτήσεων επανάληψης της διαδικασίας. Ειδικότερα:
Κρίθηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου, για τη νομιμοποίηση του υπογράφοντος την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας δικηγόρου, νομοθετικού καθεστώτος, ενόψει των νέων δικονομικών ρυθμίσεων για το ΣτΕ που εισήχθησαν με τις διατάξεις του ν. 5119/2024. Σε αμφότερες τις υποθέσεις, επί αιτήσεων επανάληψης της διαδικασίας το εφαρμοστέο ως προς τα ζητήματα παραδεκτού που δεν ρυθμίζονται από το άρθρο 69Α του π.δ. 18/1989 -περιλαμβανομένης της παροχής πληρεξουσιότητας- είναι το καθεστώς που διέπει, κατά χρόνο, την άσκηση και τη συζήτηση της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, ανεξαρτήτως του χρόνου άσκησης των αρχικών ένδικων βοηθημάτων και μέσων, επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση, της οποίας η διαδικασία, με την αίτηση, ζητείται η επανάληψη.
Εφόσον δε οι αιτήσεις επανάληψης της διαδικασίας ασκήθηκαν μετά τις 16.9.2024, εφαρμοστέες τυγχάνουν οι διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 του ν. 5119/2024.
Κατά τη γνώμη, όμως, δύο μελών με αποφασιστική ψήφο, το εφαρμοστέο, ως προς το ζήτημα της νομιμοποίησης, καθεστώς κρίνεται με βάση τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο άσκησης του αρχικού ένδικου βοηθήματος ή μέσου, η εκδίκαση του οποίου οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, η κρίση της οποίας παραβιάζει, κατά το ΕΔΔΑ, τις διατάξεις της ΕΣΔΑ. Και τούτο, ενόψει αφενός του ότι η επανάληψη κατατείνει στην επανεκδίκαση της ίδιας υπόθεσης προς τον σκοπό της πληρέστερης- αποτελεσματικότερης προστασίας των δικαιωμάτων ΕΣΔΑ του διαδίκου και αφετέρου της γενικής δικονομικής αρχής, σύμφωνα με την οποία η νεότερη δικονομική ρύθμιση δεν καταλαμβάνει τις υποθέσεις που είχαν εκδικασθεί πριν από τον χρόνο έναρξης της ισχύος της, ελλείψει ρητής περί του αντιθέτου πρόβλεψης.
Τέλος, κατά ειδικότερη προς την κρατήσασα γνώμη ενός μέλους της σύνθεσης με αποφασιστική ψήφο, προς την οποία προσχώρησαν οι Πάρεδροι, εφαρμοστέες τυγχάνουν μεν οι διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 12 του ν. 5119/2024, πλην το εκπρόθεσμο της νομιμοποίησης του δικογράφου των αιτήσεων επανάληψης συγχωρείται, εν προκειμένω, λόγω αφενός των εύλογων αμφιβολιών που ήταν δυνατόν, ενόψει της περιγραφόμενης πλοκής των υποθέσεων, να προκληθούν στους διαδίκους σε σχέση με το εφαρμοστέο καθεστώς που διέπει τη νομιμοποίηση του δικογράφου της αίτησης επανάληψης, οι οποίες ενισχύονται από τη διαμόρφωση δύο διαφορετικών γνωμών, και αφετέρου του γεγονότος ότι η εφαρμογή των νεότερων δικονομικών ρυθμίσεων του ν. 5119/2024 κρίνεται το πρώτον επί αίτησης επανάληψης της διαδικασίας.
Ακολούθως, κρίθηκε το ζήτημα της έναρξης της προθεσμίας για την άσκηση αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, στην περίπτωση που η παραβίαση των διατάξεων της ΕΣΔΑ διαπιστώνεται με απόφαση Τριμελούς Επιτροπής (άρθρο 26 παρ. 1 ΕΣΔΑ) κατά τη διαδικασία του άρθρου 28 παρ. 1 περ. β’ της Σύμβασης, η οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, καθίσταται οριστική από τη δημοσίευσή της και όχι σύμφωνα με τις διακρίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 44. Το Τμήμα έκρινε ότι, στην περίπτωση αυτή, η κατά το άρθρο 69Α παρ. 3 του π.δ. 18/1989 προθεσμία αρχίζει από την επομένη της δημοσίευσης των αποφάσεων αυτών, χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι το άρθρο 69Α παρ. 3 παραπέμπει στις διακρίσεις του άρθρου 44 ΕΣΔΑ, καθόσον η παραπομπή αυτή αφορά το συνήθως συμβαίνον, τη δημοσίευση, δηλαδή, των αποφάσεων κατά τη συνήθη διαδικασία.
Στην 950/2026 απόφαση, κατά την ειδικότερη γνώμη δύο μελών με αποφασιστική ψήφο, στην οποία προσχώρησαν και οι Πάρεδροι, το εκπρόθεσμο της αίτησης επανάληψης της διαδικασία συγχωρείται λόγω των εύλογων αμφιβολιών που ήταν δυνατόν να προκληθούν στον διάδικο, εξαιτίας αφενός της διατύπωσης της παραγράφου 3 του άρθρου 69Α του π.δ. 18/1989, στην οποία γίνεται ρητή παραπομπή μόνο στο άρθρο 44 ΕΣΔΑ και όχι και στο άρθρο 28 αυτής, και αφετέρου του γεγονότος ότι οι κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 69Α του π.δ. 18/1989 και του άρθρου 28 παρ. 1 και 2 ΕΣΔΑ ερμηνεύονται για πρώτη φορά συνδυαστικά.
Κρίθηκε, στη συνέχεια, το ζήτημα της υποχρέωσης αυτεπάγγελτης διερεύνησης του αμετακλήτου αθωωτικής ποινικής απόφασης από τα δικαστήρια ουσίας, αλλά και από το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν δικάζει κατ’ αναίρεση. Το Τμήμα διαπίστωσε ότι, με τις επίμαχες αποφάσεις, το ΕΔΔΑ θεμελίωσε την κρίση του σχετικά με την υποχρέωση αυτεπάγγελτης διερεύνησης του αμετακλήτου της αθωωτικής ποινικής απόφασης στην επίκληση της απόφασης Καπετάνιος και, συγκεκριμένα, της σκέψης 66 αυτής, χωρίς, ωστόσο, να παραθέσει τους λόγους που επιβάλλουν στα δικαστήρια της ουσίας και, κατά μείζονα λόγο, στο αναιρετικό δικαστήριο, την υποχρέωση να θέτουν εκποδών, κατά παράκαμψη της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, τους (περί προαπόδειξης) εθνικούς δικονομικούς τους κανόνες, αλλά και τους εγγενείς περιορισμούς του αναιρετικού ελέγχου και παραγνωρίζοντας το ισχύον στην ελληνική έννομη τάξη σύστημα χωριστών δικαιοδοσιών που εγκαθιδρύει το Σύνταγμα, στο πλαίσιο του οποίου δεν νοείται η δεσμευτική ισχύς απόφασης δικαστηρίου μιας δικαιοδοσίας να επεκτείνεται αυτομάτως σε υποθέσεις της άλλης δικαιοδοσίας.
Περαιτέρω, υπενθύμισε ότι τα ζητήματα αυτά είχαν, κατά αναλυτικό τρόπο, αναδειχθεί με την 1993/2016 απόφαση του Δικαστηρίου και ότι, στα επιχειρήματα που παρατέθηκαν στην απόφαση αυτή, ιδίως σε σχέση με την αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών και την ιδιαίτερη φύση και λειτουργία του αναιρετικού ελέγχου ως μηχανισμού διόρθωσης νομικών σφαλμάτων, το ΕΔΔΑ δεν έχει, μέχρι σήμερα, απαντήσει.
Τέλος, επεσήμανε ότι, σε άλλη υπόθεση ελληνικού ενδιαφέροντος, η οποία αφορά τη σχέση της ποινικής με την πολιτική δίκη, το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι ο Άρειος Πάγος δεν υποχρεούταν να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την επίδραση της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης, στο πλαίσιο της ενώπιόν του ιδιωτικής διαφοράς, προκειμένου να θεραπεύσει την παράλειψη του προσφεύγοντος να θέσει ο ίδιος το ζήτημα αυτό με προσθέτους λόγους αναιρέσεως, επισημαίνοντας, μάλιστα, ότι η υπόθεση αυτή διαφοροποιείται, κατά τούτο, από την υπόθεση Καπετάνιος κατά Ελλάδας, στην οποία, κατά την εκτίμηση του ΕΔΔΑ, οι προσφεύγοντες είχαν επικαλεστεί τις αθωωτικές αποφάσεις ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, τηρώντας τις οικείες διαδικαστικές προϋποθέσεις.
Με τα δεδομένα αυτά, το Τμήμα έκρινε ότι οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ, με τις οποίες αποδόθηκε στο Δικαστήριο παράβαση της αρχής ne bis in idem και του τεκμηρίου αθωότητας, δεν πληρούν την πέμπτη από τις νομολογιακώς (με τις 1992-1993/2016 αποφάσεις) διαπλασθείσες προϋποθέσεις βασίμου της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία:
«[η] απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, που αποδίδει στο Συμβούλιο της Επικρατείας παράβαση μίας ή περισσότερων διατάξεων της ΕΣΔΑ, δεν είναι εμφανώς ελλιπής, ασαφής ή αυθαίρετη ως προς τη νόμιμη ή την πραγματική της βάση, σύμφωνα με τα κριτήρια που προκύπτουν από τη νομολογία του ίδιου του ΕΔΔΑ (και, ιδιαίτερα, της ευρείας σύνθεσής του), αλλά και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), τη θεμελιώδη αρχή της (διαδικαστικής και ουσιαστικής) επικουρικότητας του ελέγχου του ΕΔΔΑ, καθώς και τη συναφή υποχρέωσή του για επαρκή αιτιολόγηση των αποφάσεών του με τις οποίες διαπιστώνεται παράβαση της ΕΣΔΑ από κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης.».
Κατόπιν τούτων, διατυπώθηκαν δύο επιμέρους γνώμες στο Τμήμα: Κατά τη γνώμη που κράτησε στην 959/2026 απόφαση, ενδείκνυται, πριν από την απόρριψη των αιτήσεων επανάληψης της διαδικασίας, να τεθούν υπόψη του ΕΔΔΑ τα επιχειρήματα που, κατά την κρίση του Τμήματος, συνηγορούν υπέρ της συμβατότητας προς την ΕΣΔΑ του εθνικού δικονομικού πλαισίου και καθιστούν, κατ’ επέκταση, πλημμελώς αιτιολογημένη την περί του αντιθέτου κρίση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου. Το ερώτημα δε που πρέπει να υποβληθεί είναι αν τα άρθρα 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου αυτής έχουν την έννοια ότι τα διοικητικά δικαστήρια υποχρεούνται να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως, αν έχει καταστεί αμετάκλητη η περιλαμβανόμενη στον φάκελο ή προσκομιζόμενη από τον προσφεύγοντα αθωωτική υπέρ αυτού απόφαση και δη ανεξαρτήτως αν ο τελευταίος δεν έχει προβάλλει, με δικονομικώς παραδεκτό τρόπο, λόγο περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας ή της αρχής ne bis in idem, παρακάμπτοντας εθνικούς δικονομικούς κανόνες (άρθρα 5 παρ. 4 και 150 παρ. 1 ΚΔΔ), οι οποίοι, αποτελώντας έκφραση της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, την οποία καταρχήν αναγνωρίζει η ΕΣΔΑ, αλλά και του συνταγματικώς κατοχυρωμένου συστήματος χωριστών δικαιοδοσιών, δεν επιβάλλουν στα εθνικά δικαστήρια την αυτεπάγγελτη εξέταση τόσο των οικείων λόγων (περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας ή/και της αρχής ne bis in idem) όσο και του αμετακλήτου της ποινικής απόφασης.
Το ίδιο ερώτημα πρέπει, κατά την ίδια άποψη, να τεθεί και σε σχέση με το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενόψει και των – κοινών στις έννομες τάξεις των κρατών μελών – εγγενών ορίων του αναιρετικού ελέγχου, στο πλαίσιο του οποίου αποκλείεται, κατ’ αρχήν, η εκ μέρους των διαδίκων επίκληση νέου πραγματικού που, αν και θα μπορούσε, δεν ετέθη υπόψη των δικαστηρίων της ουσίας.
Κατά τη γνώμη που κράτησε στην 950/2026 απόφαση, εφόσον δεν πληρούται η ως άνω προϋπόθεση, οι αιτήσεις επανάληψης της διαδικασίας πρέπει να απορριφθούν, χωρίς να συντρέχει ανάγκη υποβολής προς το ΕΔΔΑ αιτήματος γνωμοδότησης.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Διοικητική Δικονομία