Ακύρωση επιταγής προς εκτέλεση και κατασχετήριας έκθεσης: Διαδικαστικό απαράδεκτο, έλλειψη της ειδικής τυπικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, έλλειψη έγγραφης απόδειξης
Η υπ’ αριθμ. 2737/2026 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών
Η με αριθμό 2737/2026 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κάνει δεκτή ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και ακυρώνει την αναγκαστική εκτέλεση (κατάσχεση – πλειστηριασμός) της κύριας κατοικίας των ανακοπτόντων.
Ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον μέρος της η απόφαση αναφέρει τα εξής:
«Η παράλειψη προσκόμισης της προαναφερόμενης πρόσθετης πράξης, με την οποία συμπληρώνονται οι όροι της πίστωσης και συνιστούν ενιαίο τμήμα και αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης πίστωσης δεν αμφισβητείται από την καθ’ ης η ανακοπή ούτε η τελευταία* αρνείται την κατάρτισή της. Ας σημειωθεί ότι η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον ως άνω τυπικό λόγο της μη έγγραφης απόδειξης απαγγέλλεται κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου ήτοι σχετίζεται με την έλλειψη της ειδικής τυπικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, αυτή της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα και εντεύθεν έπεται, ότι για την παραδοχή της ανακοπής δεν αποτελεί προκριματικό ζήτημα η ύπαρξη της απαίτησης η οποία δεν ερευνάται παρεμπιπτόντως από το παρόν Δικαστήριο, αλλά τούτο περιορίζεται μόνο στο δικονομικό ζήτημα του κύρους της διαταγής πληρωμής και δεν θα επεκταθεί στην ύπαρξη και το μέγεθος της απαίτησης.
Βάσει των ανωτέρω και επειδή, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω νομική σκέψη της παρούσας, στην αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται όλα τα κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η απαίτηση της αιτούσας τη διαταγή πληρωμής τυχόν δε παραδοχή της αίτησης παρά την μη αναφορά και μη προσκόμιση των άνω αποδεικτικών εγγράφων, θεμελιώνει λόγο ακυρότητας της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής το δε έγγραφο-πρόσθετη πράξη, που εν προκειμένω παραλείφθηκε να προσκομιστεί ήταν κρίσιμο, λόγω των ρυθμιζόμενων με αυτό ζητημάτων, ως αναπόσπαστο μέρος της κύριας δανειακής σύμβασης ώστε το περιεχόμενό της να καθίσταται ελλιπές χωρίς αυτό, ο σχετικός λόγος της ανακοπής, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, η δε ανωτέρω διαταγή πληρωμής, βάσει της οποίας επισπεύδεται η προσβαλλόμενη αναγκαστική. εκτέλεση, τυγχάνει άκυρη, επακόλουθο δε της ακυρότητας αυτής είναι η ανυπαρξία εκτελεστού τίτλου για την εν λόγω εκτελεστική διαδικασία, δεδομένου ότι αυτή δεν ισχύει ως εκτελεστός τίτλος. Η ανυπαρξία αυτή του εκτελεστού τίτλου επιφέρει ακυρότητα των ανακοπτόμενων πράξεων εκτέλεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 973 § 1, 904 επ., 159 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά τις οποίες ελλείψει εκτελεστού τίτλου οποιαδήποτε πράξη εκτέλεσης είναι άκυρη άνευ συνδρομής δικονομικής βλάβης (βλ. ενδεικ. ΕφΠατρ 1107/2007, ΑχΝομ 2008, 455, ΜΠρΘεσ 12901/2021, ΜΠρΘεσ 14620/2018, ΤΝΠ Νόμος).
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, παρέλκει δε η εξέταση της βασιμότητας των λοιπών λόγων της ανακοπής ως άνευ αντικειμένου, εφόσον κατατείνουν στην ακύρωση των αυτών πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης (ΕφΑθ 4490/2021, ΕφΑθ 4359/2021, ΕφΑιγ 125/2019, ΕφΘεσ 2175/2017, ΤΝΠ Νόμος, πρβλ. και ΑΠ 1054/1999 ΤΝΠ Νόμος).»
Η απόφαση είναι διαθέσιμη στο michaliskouvaris.gr.