Απόρριψη έφεσης Ν. 3869/2010 Ε.Φ.Κ.Α. και Δημοσίου
Η απόφαση 4857/2026 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών
Η με αριθμό 4857/2026 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος ως Δευτεροβάθμιο, με τη διαδικασία του Ν. 3869/2010, απορρίπτει κατ’ ουσίαν τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις ν. 3869/2010 του Ε.Φ.Κ.Α. και του Δημοσίου και επικυρώνει την πρωτοβάθμια απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή πρωτοδίκως την αίτηση.
Η απόφαση αναλύει τα κάτωθι ζητήματα:
- Την υπαγωγή των φορολογικών οφειλών στο Ν. 3869/2010 με το σκεπτικό ότι: «Με τον πρώτο λόγο έφεσης, το εκκαλούν εκθέτει ότι η αρχή της ισότητας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί νομικό κανόνα ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που ευρίσκονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες και ο οποίος δεσμεύει τόσο τον κοινό νομοθέτη όσο και τη Διοίκηση, η δε παραβίαση της αρχής αυτής ελέγχεται από τα δικαστήρια μέσα στον κύκλο της δικαιοδοσίας τους. Ότι, συνεπώς, υφίσταται δέσμευση του νομοθέτη, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και εν γένει διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, διότι επιβάλλεται από λόγους γενικότερου ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται από τα δικαστήρια. Ότι, επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος συνάγεται ότι οι φορολογικοί νόμοι δεν μπορούν να προβαίνουν σε αδικαιολόγητες διακρίσεις ή να επιβαρύνουν δυσαναλόγως και υπερμέτρως ορισμένους πολίτες ή κατηγορίες πολιτών, ενόψει του ότι η καθιερούμενη με την ανωτέρω διάταξη αρχή της φορολογικής ισότητας επιβάλλει την όμοια φορολογική μεταχείριση ατόμων που ευρίσκονται κάτω από τις ίδιες οικονομικές συνθήκες, οπότε και δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή η άνιση μεταχείριση όμοιων περιπτώσεων ή η εταχείριση ανόμοιων περιπτώσεων, ενώ στη διάταξη του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζονται τα στοιχεία εκείνα, ήτοι εισόδημα, περιουσία, δαπάνες και συναλλαγές, από τα οποία και μόνο μπορεί να τεκμαρθεί φοροδοτική ικανότητα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν άλλα κριτήρια να αποτελέσουν θεμιτό λόγο διαφορετικής μεταχείρισης, καθώς, σε διαφορετική περίπτωση, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος θα έχανε το ιδιαίτερο κανονιστικό της περιεχόμενο. Ότι, όμως, με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4336/2015, στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 περιλαμβάνονται και οι βεβαιωμένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση βάσει του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και του Τελωνειακού Κώδικα, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, αρκεί οι οφειλές αυτές να συντρέχουν με οφειλές προς ιδιώτες πιστωτές, ενώ κατά το άρθρο 11 του Ν. 3869/2010 ορίζεται ότι εφόσον ο οφειλέτης καταβάλει το σύνολο των δόσεων που ορίζονται στο πλαίσιο των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του ως άνω Νόμου θα απαλλαγεί από το υπόλοιπο των οφειλών του, ανεξαρτήτως του ύψους τους, με διάσωση κύριας κατοικίας και λοιπών περιουσιακών στοιχείων των οποίων η εκποίηση δεν κρίθηκε απαραίτητη δικαστικώς. Ότι, συνεπώς, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 είναι προδήλως αντισυνταγματική, καθώς εισάγει ως προϋπόθεση για την απαλλαγή του πολίτη από φόρους που υποχρεούται να καταβάλλει την ιδιότητα του αιτούντος την απαλλαγή από το φόρο ως οφειλέτη προς ιδιώτη πιστωτή, κατά τρόπο συνταγματικώς μη ανεκτό, καθώς το κριτήριο αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτά που μπορούν να αποτελέσουν λόγο διαφορετικής φορολογικής μεταχείρισης, ενώ η απαλλαγή του οφειλέτη από τις φορολογικές υποχρεώσεις του δεν γίνεται στη βάση γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, αλλά εντελώς αυθαίρετων, του Ν. 4336/2015, που τροποποίησε την παραπάνω διάταξη, στερουμένου και Αιτιολογικής Έκθεσης, θέτοντας τον αιτούντα την υπαγωγή στο Ν. 3869/2010 αδικαιολογήτως σε ευνοϊκότερη κατάσταση από τους άλλους φορολογούμενους, που ευρίσκονται σε όμοια προσωπική, οικογενειακή και εισοδηματική κατάσταση και εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δη τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5, 78 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το Ν. 4336/2015, δεχόμενο την αίτηση του πρώτου εφεσιβλήτου, καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά του ιδίου (του εκκαλούντος) για τη ρύθμιση οφειλών από φορολογικές υποχρεώσεις, απορρίπτοντας την προταθείσα από το ίδιο (το εκκαλούν) ένσταση αντισυνταγματικότητας του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Ο λόγος, όμως, αυτός έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος κατά νόμο, δεδομένου ότι με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. α’ του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4336/2015, επιτράπηκε η υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του νόμου και η ρύθμιση βεβαιωμένων οφειλών του φυσικού προσώπου προς το Δημόσιο, εφόσον αυτές συντρέχουν με χρέη του έναντι ιδιωτών πιστωτών. Η δυνατότητα υπαγωγής, μαζί με τα χρέη προς τους ιδιώτες πιστωτές, και των χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία αρχικά δεν υπάγονταν στο νόμο, κρίθηκε επιβεβλημένη από το νομοθέτη, προκειμένου να επιτευχθεί ο προστατευτικός σκοπός των ρυθμίσεων του Ν. 3869/2010, που έδωσε τη δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες, που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με βάση το εισόδημά τους ένα μέρος των χρεών τους. Η μέριμνα για τη διευθέτηση του φαινομένου της υπερχρέωσης, είτε αυτή αφορά σε οφειλές προς ιδιώτες, είτε αφορά σε οφειλές προς το Δημόσιο, επιτάσσεται τόσο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, όσο και από την υποχρέωση σεβασμού της αξίας του οφειλέτη ως ανθρώπου. Επομένως, η νέα διάταξη του νόμου, με την οποία υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου, πέραν των χρεών προς τους ιδιώτες, και τα χρέη προς το Δημόσιο, υπηρετεί την προστασία της προσωπικότητας των υπερχρεωμένων προσώπων και την οικονομική επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο. Ειδικότερα, η κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος προστασία της αξίας του ανθρώπου (προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας), από την οποία αντλεί τη θεμελιώδη σημασία της η αρχή της ισότητας, αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Από τη διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται η αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, απορρέει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος, το οποίο έχει ως φορέα τον «καθένα», ενεργοποιείται δε ως κανόνας προστασίας για κάθε άτομο που πλησιάζει τα όρια της εξαθλίωσης και αποτελεί το ακραίο όριο των νομοθετικών επιλογών. Από την επανένταξη δε των υπερχρεωμένων πολιτών στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα ωφελείται η κοινωνία και η οικονομία. Αντιθέτως, η μη συμπερίληψη και των φορολογικών οφειλών στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 δεν ωφελεί ούτε τους ιδιώτες πιστωτές, ούτε το Δημόσιο, αφού είναι ορατός ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο υπερχρεωμένος οφειλέτης να εξοφλήσει, αφενός μεν τις με βάση τη δικαστική απόφαση ορισθείσες δόσεις προς τους ιδιώτες πιστωτές, αφετέρου δε τις μη ρυθμισθείσες οφειλές του προς το Δημόσιο. Περαιτέρω, η τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α’ του Ν. 3869/2010 προϋποθέτει, για τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη προς το Δημόσιο μαζί με τα χρέη του προς ιδιώτες, τη δικαστική διάγνωση για τη χωρίς δόλο μόνιμη αδυναμία πληρωμής των εν γένει ληξιπρόθεσμων οφειλών του, κατόπιν συνεκτίμησης της οικονομικής και περιουσιακής του κατάστασης, ήτοι με κριτήρια που συνάδουν με τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Στη δικαστική διαδικασία συμμετέχουν όλοι οι πιστωτές, προκειμένου να εκθέσουν τις απόψεις τους, τόσο ως προς την έκταση του περιορισμού, όσο και ως προς τον τρόπο ικανοποίησης των απαιτήσεών τους. Μόνο δε μετά τη συνεπή τήρηση της δικαστικής ρύθμισης των χρεών του επέρχεται απαλλαγή του οφειλέτη, μεταξύ άλλων, και από μέρος των φορολογικών οφειλών του. Άλλωστε, προβλέπονται περιορισμοί στα δυνάμενα να ρυθμιστούν χρέη προς το Δημόσιο, διότι σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 3869/2010 εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του, μεταξύ άλλων, τα χρέη από διοικητικά πρόστιμα (όπως της Εφορίας, της Τροχαίας, της αρμόδιας λιμενικής αρχής κ.ά.) ή από χρηματικές ποινές, οι οποίες επιβάλλονται συνήθως από τα ποινικά δικαστήρια. Επίσης, η νέα διάταξη δεν παραβιάζει την ισότητα των πολιτών στα φορολογικά βάρη, που κατανέμονται σε αυτούς αναλόγως της φοροδοτικής τους ικανότητας, διότι οι φορολογικές υποχρεώσεις των υπερχρεωμένων οφειλετών, δικαίως μεν υπολογίσθηκαν με βάση τη φοροδοτική τους ικανότητα κατά την αντίστοιχη φορολογική χρήση, εντούτοις, εφόσον σε μεταγενέστερο χρόνο διαγνωσθεί δικαστικώς ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και δη ότι έχουν ήδη περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τους ιδιώτες πιστωτές, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, ότι, παρά ταύτα, διατηρούν την προγενέστερη φοροδοτική ικανότητά τους και, κατ’ επέκταση, ότι έχουν την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσουν στο ακέραιο τις οφειλές τους προς το Δημόσιο, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο όχι μόνο η αξιοπρεπής διαβίωσή τους, αλλά και η εξόφληση των δικαστικώς ρυθμισμένων οφειλών τους προς τους ιδιώτες. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει ανόμοια μεταχείριση των υπερχρεωμένων οφειλετών με εκείνους τους φορολογούμενους πολίτες, με τους οποίους είχαν κάποτε την ίδια ή όμοια φοροδοτική ικανότητα, καθόσον αυτή δεν υφίσταται πλέον. Επίσης, το γεγονός ότι εξαιρούνται της ρυθμιστικής εμβέλειας του νόμου οι πολίτες που έχουν αποκλειστικώς χρέη προς το Δημόσιο και όχι και προς ιδιώτες πιστωτές, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα περί μη εφαρμογής του νόμου λόγω αντισυνταγματικότητας στους πολίτες, που πληρούν τις προϋποθέσεις του. Από την άλλη πλευρά, με τη ρύθμιση των οφειλών προς το Δημόσιο, δεν θίγεται η δυνατότητα εξυπηρέτησης δημοσίων σκοπών από την είσπραξη βεβαιωμένων φόρων, διότι οι σχετικές απαιτήσεις του Δημοσίου έναντι των υπερχρεωμένων οφειλετών είναι, σε κάθε περίπτωση, ιδιαιτέρως επισφαλείς, έτσι ώστε η εκ μέρους του Δημοσίου είσπραξη μέρους των απαιτήσεών του μέσω της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, συνιστά ένα βέβαιο τρόπο να εισπράξει έσοδα από τις οφειλές αυτές. Συνακολούθως, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α’ του Ν. 3869/2010, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαρ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, με την οποία προβλέπεται η υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου και των οφειλών των υπερχρεωμένων οφειλετών προς το Ελληνικό Δημόσιο, με συνέπεια τον περιορισμό των σχετικών αξιώσεων του τελευταίου, είναι συμβατή με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος, διότι θεσπίσθηκε με βάση αντικειμενικά κριτήρια, ο δε τιθέμενος περιορισμός των αξιώσεων του Δημοσίου δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους όχι μόνο γενικότερου κοινωνικού, αλλά και δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, ήτοι την επανένταξη των υπερχρεωμένων πολιτών στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, από την οποία ωφελείται η κοινωνία και η οικονομία, πληροί το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του απαραίτητου αποτελέσματος, καθώς και το όριο αναλογικότητας σε σχέση με την ανάγκη να τεθεί ο συγκεκριμένος περιορισμός (βλ. και ΟλΑΠ 4/2023 σε ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται με την παρούσα κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, απορρίπτοντας την προβληθείσα ενώπιον του ένσταση αντισυνταγματικότητας του εκκαλούντος.»
- Την έλλειψη εμπορικής ιδιότητας στο πρόσωπο του αιτούντος με το σκεπτικό ότι: «Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, καθώς έπρεπε να απορρίψει την αίτηση ως αβάσιμη, δεδομένου ότι δέχθηκε ότι ο πρώτος εφεσίβλητος ήταν ομόρρυθμος εταίρος ομόρρυθμης εταιρίας κατά το χρόνο παύσης των πληρωμών του, οπότε και ως έχων την εμπορική ιδιότητα δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010. Ο λόγος, όμως, αυτός έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους μπορούν να υπαχθούν στη ρύθμιση του ως άνω Νόμου, στην οποία υπάγονται και οι «μικρέμποροι», για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπική δραστηριότητα (βλ. και ΑΠ 756/2020 σε ιστοσελίδα Αρείου Πάγου), το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, κατά παραδεκτή επισκόπηση της εκκαλουμένης, έκρινε ως μικρέμπορο τον αιτούντα και ήδη πρώτο εφεσίβλητο, δεχθέν ότι από τη 14η Αυγούστου 2002 έως την 31η Ιουλίου 2014 δραστηριοποιούταν ως σκηνογράφος και θεατρικός φωτιστής και ήταν από τη 19η Νοεμβρίου 2004 έως και την 26η Ιουνίου 2012, ήτοι και κατά τον επίμαχο χρόνο δημιουργίας συγκεκριμένων εκ των επίδικων οφειλών ομόρρυθμο μέλος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «……… Ο.Ε.», η οποία δραστηριοποιούταν στην παροχή υπηρεσιών σχεδιασμού διαφημιστικών αντικειμένων ή ταινιών, που, μολονότι εμπορική, δεν ασκούσε πράγματι εμπορική δραστηριότητα, καθώς η δραστηριότητά της περιοριζόταν στην παροχή υπηρεσιών που αντιστοιχούν στην άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, οπότε και ουδέποτε ο αϊτών και ήδη πρώτος εφεσίβλητος απέκτησε την εμπορική ιδιότητα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δη το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, δεχόμενο ότι υπάγονται στις ρυθμίσεις του και οι μικρέμποροι, όπως ο αιτών και ήδη πρώτος εφεσίβλητος.»
Την υπόθεση χειρίστηκε η Δικηγόρος Αθηνών, Αρετή Ν. Περδικομάτη.
Η απόφαση είναι διαθέσιμη στο michaliskouvaris.gr.