Ιατρική ευθύνη: τα 7 μέτρα που θωρακίζουν τον ιατρό απέναντι στην αντιδικία με τον ασθενή
Με αφορμή τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη και την εισαγγελική έρευνα για την εποπτεία του ιατρικού επαγγέλματος, ποια μέτρα θωρακίζουν πραγματικά τον ιατρό πριν εμφανιστεί η πρώτη αξίωση
Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη στις 9 Σεπτεμβρίου 2026, σε ηλικία 54 ετών, ύστερα από ανακοπή και διακομιδή από ιδιωτικό ιατρείο του Κολωνακίου, συγκλόνισε το πανελλήνιο. Η δικαστική αντίδραση υπήρξε άμεση, ασκήθηκε κακουργηματική ποινική δίωξη σε βάρος των δύο ιατρών του ιατρείου, ενώ η εισαγγελία διέταξε παράλληλα κατεπείγουσα έρευνα για ενδεχόμενες ευθύνες του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών και κάθε αρμόδιου φορέα ως προς τους ελέγχους, τις άδειες και τη διαχείριση καταγγελιών σε βάθος πενταετίας. Οι κατηγορούμενοι τελούν, βεβαίως, υπό το τεκμήριο της αθωότητας και η υπόθεση θα κριθεί από τη δικαιοσύνη. Ήδη όμως στέλνει στον ιατρικό κόσμο ένα διπλό μήνυμα, ότι η ευθύνη αναζητείται πλέον όχι μόνο στον θεράποντα αλλά και στους μηχανισμούς εποπτείας του επαγγέλματος, και ότι κανένας ιατρός, όσο έμπειρος και αν είναι, δεν είναι απρόσβλητος από μια αντιδικία. Το άρθρο αυτό εξετάζει τη σχέση ιατρού και ασθενούς από την πλευρά του ιατρού, πώς η σχέση εμπιστοσύνης μετατρέπεται σε δικαστική διένεξη και, κυρίως, ποια προληπτικά μέτρα προστατεύουν πραγματικά, χωρίς να οδηγούν στην παγίδα της αμυντικής ιατρικής.
Α. Η νομική φύση της σχέσης ιατρού και ασθενούς
Η σχέση θεμελιώνεται κατά κανόνα σε σύμβαση ιατρικής αγωγής, που διέπεται από τον Αστικό Κώδικα και εξειδικεύεται από τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (ν. 3418/2005). Ο ιατρός οφείλει να ενεργεί κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τέχνης, lege artis, αναλαμβάνει όμως υποχρέωση μέσων και όχι αποτελέσματος. Δεν εγγυάται την ίαση, εγγυάται την επιμελή, ενημερωμένη και σύμφωνη με τους κανόνες προσπάθεια. Η ιδιαιτερότητα της θέσης του έγκειται στο ότι το ίδιο περιστατικό μπορεί να τον εκθέσει ταυτόχρονα σε τρία μέτωπα, στο αστικό, με αγωγή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, στο ποινικό, με δίωξη για σωματική βλάβη ή ανθρωποκτονία από αμέλεια (ή και ενδεχόμενο δόλο?!), και στο πειθαρχικό, ενώπιον του ιατρικού συλλόγου. Η υπόθεση της επικαιρότητας προσθέτει και τέταρτη διάσταση, τον έλεγχο της ίδιας της εποπτείας, αφού ερευνάται πλέον και το αν οι αρμόδιοι φορείς άσκησαν προσηκόντως τα ελεγκτικά τους καθήκοντα.
Β. Πώς η θεραπευτική σχέση καταλήγει στη δικαστική αίθουσα
Η εμπειρία των δικαστηρίων δείχνει ότι η αντιδικία σπάνια γεννιέται μόνο από το ιατρικό σφάλμα. Γεννιέται από τον συνδυασμό ενός δυσμενούς αποτελέσματος με προσδοκίες που δεν είχαν ρυθμιστεί, με ελλιπή ενημέρωση και με την αίσθηση του ασθενούς ή των οικείων του ότι κάτι αποκρύπτεται. Η επιπλοκή είναι εγγενές ενδεχόμενο κάθε ιατρικής πράξης και δεν ταυτίζεται με την αμέλεια, όταν όμως ο ασθενής δεν είχε προειδοποιηθεί γι' αυτήν, στα μάτια του η επιπλοκή μοιάζει με σφάλμα. Στο αστικό πεδίο ο ιατρός αντιμετωπίζει επιπλέον μια κρίσιμη δικονομική ιδιαιτερότητα, καθώς κατά το άρθρο 8 του ν. 2251/1994 για την ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, όπως παγίως εφαρμόζεται στις ιατρικές υπηρεσίες, ο ζημιωθείς αποδεικνύει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια, ενώ ο ιατρός φέρει το βάρος να αποδείξει την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας. Με απλά λόγια, στη δίκη ο ιατρός καλείται να αποδείξει ότι έπραξε ορθά, και το μόνο πραγματικό αποδεικτικό του όπλο είναι η τεκμηρίωση που φρόντισε να υπάρχει πριν ανακύψει η διαφορά. Οι αστικές αξιώσεις έχουν εξάλλου μακρά ουρά, αφού η αδικοπρακτική παραγραφή είναι πενταετής από τότε που ο ζημιωθείς έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο, το δε ποινικό και το πειθαρχικό σκέλος κινούνται αυτοτελώς. Για το πότε, αντιθέτως, αποκλείεται η ευθύνη, παραπέμπουμε στην ανάλυσή μας για το ιατρικό σφάλμα και τις περιπτώσεις αποκλεισμού της αποζημίωσης.
Γ. Τα προληπτικά μέτρα που θωρακίζουν πραγματικά τον ιατρό
Πρώτο και θεμελιώδες μέτρο είναι η ουσιαστική ενημέρωση και η ειδική έγγραφη συναίνεση του ασθενούς. Η συναίνεση δεν είναι τυποποιημένο έντυπο που υπογράφεται βιαστικά στον προθάλαμο, είναι η καταγεγραμμένη απόδειξη ότι ο ασθενής γνώριζε τη φύση της πράξης, τις εναλλακτικές, τους κινδύνους και τις πιθανές επιπλοκές και τα αποδέχθηκε, ενώ ιατρική πράξη χωρίς έγκυρη συναίνεση είναι αυθαίρετη και γεννά ευθύνη ακόμη και αν εκτελέστηκε τεχνικά άψογα. Δεύτερο μέτρο είναι ο πλήρης, ακριβής και σύγχρονος με τα γεγονότα ιατρικός φάκελος, με καταγραφή ιστορικού, ευρημάτων, σκεπτικού των αποφάσεων, οδηγιών και της ενημέρωσης που δόθηκε, με τη νόμιμη διατήρηση επί δεκαετία για τα ιδιωτικά ιατρεία και επί εικοσαετία για τα νοσηλευτικά ιδρύματα (άρθρο 14 ν. 3418/2005). Στη δικαστική αίθουσα ισχύει ένας άτυπος αλλά αμείλικτος κανόνας, ό,τι δεν καταγράφηκε, δύσκολα αποδεικνύεται ότι έγινε. Τρίτο μέτρο είναι η τήρηση των κατευθυντήριων οδηγιών και πρωτοκόλλων της ειδικότητας και, όπου η εξατομικευμένη κρίση επιβάλλει απόκλιση, η έγγραφη αιτιολόγησή της, ώστε η απόκλιση να εμφανίζεται ως επιστημονική επιλογή και όχι ως παραδρομή. Τέταρτο, η διαχείριση των προσδοκιών και η επικοινωνία, ιδίως όταν επέλθει η επιπλοκή. Η έγκαιρη, ειλικρινής και ψύχραιμη ενημέρωση, χωρίς άστοχες παραδοχές ευθύνης αλλά και χωρίς εξαφάνιση του ιατρού, αφοπλίζει, ενώ το αίσθημα εγκατάλειψης και συγκάλυψης είναι ο ασφαλέστερος δρόμος προς το δικόγραφο. Πέμπτο, ο σεβασμός των ορίων της ειδικότητας και της υποδομής, με ανάληψη μόνο περιστατικών που η μονάδα μπορεί να διαχειριστεί με ασφάλεια, με επάρκεια μέσων για την αντιμετώπιση του επείγοντος και με έγκαιρη παραπομπή ή διακομιδή όπου χρειάζεται, και μαζί η αδιαμφισβήτητη νομιμότητα λειτουργίας, με άδειες, βεβαιώσεις και τήρηση των όρων τους, ζήτημα που η τρέχουσα εισαγγελική έρευνα για τους εποπτικούς φορείς καθιστά πιο επίκαιρο από ποτέ. Έκτο, η ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης με επαρκή όρια κάλυψης και νομική προστασία, ώστε μια αξίωση να μην απειλεί την προσωπική περιουσία και η υπεράσπιση να χρηματοδοτείται από την πρώτη στιγμή. Και έβδομο, η έγκαιρη προσφυγή σε νομική συμβουλή στα πρώτα σημάδια, όπως το αίτημα χορήγησης αντιγράφων του φακέλου, ένα εξώδικο ή μια κλήση για παροχή εξηγήσεων, διότι οι χειρισμοί των πρώτων ημερών συχνά προδιαγράφουν την έκβαση όλων των επόμενων.
Δ. Γιατί η πρόληψη δεν είναι αμυντική ιατρική
Αμυντική ιατρική είναι η ιατρική που ασκείται με γνώμονα όχι το συμφέρον του ασθενούς, αλλά τον φόβο του ιατρού, με περιττές εξετάσεις και υπερδιαγνωστικό έλεγχο, υπερβολικές παραπομπές και αποφυγή των βαρέων ή επικίνδυνων περιστατικών. Πέρα από το κόστος της για τον ασθενή και για το σύστημα υγείας, η αμυντική ιατρική δεν προσφέρει καν τη νομική προστασία που υπόσχεται, διότι το μέτρο της ευθύνης δεν είναι ο όγκος των εξετάσεων αλλά η επιμέλεια lege artis, η ενημέρωση και η τεκμηρίωση. Ιατρός που παρήγγειλε τα πάντα αλλά δεν ενημέρωσε, δεν κατέγραψε και δεν παρακολούθησε τον ασθενή του, παραμένει εκτεθειμένος. Αντιθέτως, τα μέτρα που περιγράφηκαν δεν αλλοιώνουν την ιατρική κρίση, την αποτυπώνουν. Είναι, στην ουσία τους, καλή ιατρική που μπορεί να αποδειχθεί.
Ε. Συμπέρασμα
Η υπόθεση που συγκλόνισε τη χώρα θα κριθεί από τη δικαιοσύνη, τα διδάγματά της όμως για το ιατρικό σώμα είναι ήδη ορατά. Το δίκαιο δεν απαιτεί από τον ιατρό το αλάθητο, απαιτεί επιμέλεια, ενημέρωση, σεβασμό των ορίων και τεκμηρίωση, και αυτά κρίνουν τελικά την έκβαση της αντιδικίας και στα τρία μέτωπά της. Ο ιατρός που επενδύει στη σχέση με τον ασθενή του, που εξηγεί, καταγράφει και γνωρίζει πότε να ζητήσει ο ίδιος συμβουλή, επιστημονική και νομική, δεν χρειάζεται την αμυντική ιατρική. Η ιατρική ασκείται με τη γνώση και με τα χέρια, στη δικαστική αίθουσα όμως αποδεικνύεται με τον φάκελο.
Ο Δημήτριος Ζιαμπάρας είναι δικηγόρος Αθηνών και διπλωματούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός ΑΠΘ, ιδρυτής της δικηγορικής εταιρίας «Ζιαμπάρας Δ. και Συνεργάτες» (www.ziamparas.gr).