Αναίρεση ποινικής απόφασης: πότε ευδοκιμεί

Το τελευταίο ένδικο μέσο δεν είναι τρίτος βαθμός ουσίας — και εκεί ακριβώς κρύβεται η τέχνη του

anairese-poinikes-apophases-pote-eudokimei

Α. Η θεμελιώδης παρεξήγηση

Η συχνότερη ερώτηση μετά από μια δυσμενή απόφαση Εφετείου είναι «πάμε στον Άρειο Πάγο να ξαναδικαστούμε;». Και η απάντηση, που ορίζει τα πάντα, είναι όχι: δεν ξαναδικαζόμαστε. Ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτος βαθμός ουσίας. Δεν εξετάζει μάρτυρες, δεν ζυγίζει αποδείξεις, δεν κρίνει αν ο κατηγορούμενος «το έκανε». Ελέγχει ένα και μόνο πράγμα: αν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά τον νόμο, ουσιαστικό και δικονομικό. Γι’ αυτό και οι περισσότερες αναιρέσεις απορρίπτονται: επιχειρούν να ξανανοίξουν τα πραγματικά περιστατικά με άλλα λόγια. Και γι’ αυτό οι σωστά δομημένες ευδοκιμούν: γιατί μιλούν τη μόνη γλώσσα που ακούει το ακυρωτικό: τη γλώσσα του νομικού σφάλματος.

Β. Προθεσμία και τρόπος άσκησης: το ρολόι που δεν χτυπά

Η αναίρεση κατά απόφασης ασκείται εντός προθεσμίας 20 ημερών, η οποία, στη συνηθέστερη περίπτωση, εκκινεί από την καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 ΚΠΔ. Και εδώ κρύβεται η πιο ύπουλη παγίδα του θεσμού: η καταχώριση αυτή δεν κοινοποιείται στον κατηγορούμενο. Το ρολόι ξεκινά αθόρυβα, και όποιος δεν παρακολουθεί συστηματικά την πορεία της καθαρογραφής μαθαίνει την έναρξη της προθεσμίας όταν αυτή έχει ήδη παρέλθει. Η άσκηση γίνεται είτε με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση είτε με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πάντοτε με σαφή και ορισμένη διατύπωση των λόγων. Η εμπρόθεσμη άσκηση έχει κατά κανόνα ανασταλτικό αποτέλεσμα κατά το άρθρο 471 ΚΠΔ, με τις εξαιρέσεις που ο νόμος προβλέπει.

Γ. Οι λόγοι που δουλεύουν

Το οπλοστάσιο των λόγων αναίρεσης απαριθμείται στο άρθρο 510 ΚΠΔ, όμως στη δικαστηριακή πράξη τρεις σηκώνουν το κύριο βάρος. Πρώτος και συχνότερος, η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιτάσσουν το Σύνταγμα και το άρθρο 139 ΚΠΔ. Ειδική αιτιολογία δεν σημαίνει εκτενής αιτιολογία: σημαίνει αιτιολογία που αναμετράται με τα κρίσιμα. Απόφαση που καταδικάζει χωρίς να απαντά σε παραδεκτώς προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό, που απορρίπτει ελαφρυντικό με στερεότυπη φράση, που προσπερνά σιωπηρώς ουσιώδες αποδεικτικό μέσο, όπως μια πραγματογνωμοσύνη που αμφισβητεί το πόρισμα της κατηγορίας, φέρει το σπέρμα της αναίρεσής της. Δεύτερος, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, τόσο η ευθεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια που δεν έχει, όσο και η εκ πλαγίου, όταν οι παραδοχές της απόφασης είναι ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής. Τρίτος, η απόλυτη ακυρότητα του άρθρου 171 ΚΠΔ, ιδίως όταν θίγονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, η νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου ή η νόμιμη παράσταση της υποστήριξης της κατηγορίας. Δίπλα τους, η υπέρβαση εξουσίας και η παραβίαση του δεδικασμένου συμπληρώνουν τα κύρια βέλη της φαρέτρας.

Δ. Το παραδεκτό: εκεί σκοντάφτουν οι περισσότερες

Η στατιστικά συνηθέστερη μοίρα μιας αναίρεσης δεν είναι η απόρριψη ως αβάσιμης, αλλά ως απαράδεκτης ή αόριστης. Λόγος που περιορίζεται στη φράση «η απόφαση στερείται ειδικής αιτιολογίας» χωρίς να προσδιορίζει ποια συγκεκριμένη παραδοχή πάσχει, ως προς ποιον ισχυρισμό και γιατί, δεν εξετάζεται καν. Η αναίρεση απαιτεί χειρουργική στόχευση: κάθε λόγος δένεται με συγκεκριμένο σημείο της απόφασης και των πρακτικών. Και εδώ αναδεικνύεται μια αλήθεια που οι εντολείς σπάνια γνωρίζουν: η αναίρεση δεν προετοιμάζεται μετά τη δίκη, αλλά μέσα σε αυτήν. Ο αυτοτελής ισχυρισμός που δεν προβλήθηκε γραπτώς και ορισμένα στο ακροατήριο, το αίτημα που δεν καταχωρίστηκε στα πρακτικά, δεν μπορούν να αναστηθούν ενώπιον του Αρείου Πάγου. Η δίκη της ουσίας χτίζει, ή γκρεμίζει, το αναιρετικό μέλλον της υπόθεσης. Ευεργετική, τέλος, είναι η πρόβλεψη του άρθρου 511 ΚΠΔ: εφόσον η αναίρεση κριθεί παραδεκτή με έναν έστω λόγο, ορισμένοι λόγοι εξετάζονται και αυτεπαγγέλτως, όπως και η εφαρμογή επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης.

Ε. Τι κερδίζεται όταν ευδοκιμήσει

Η αναιρετική νίκη έχει δύο εκδοχές. Η συνήθης είναι η αναίρεση με παραπομπή: η υπόθεση επιστρέφει για νέα κρίση σε άλλο δικαστήριο ή άλλη σύνθεση, με τον κατηγορούμενο να δικάζεται πλέον απαλλαγμένος από το ελάττωμα που μόλυνε την πρώτη κρίση, και συχνά με ευνοϊκότερο δικονομικό τοπίο. Η σπανιότερη αλλά πολυτιμότερη είναι η αναίρεση χωρίς παραπομπή, όταν μετά την αναίρεση δεν απομένει αντικείμενο δίκης, όπως όταν η πράξη έχει υποκύψει σε παραγραφή ή όταν επιβάλλεται οριστική παύση της δίωξης. Στην πρακτική της εταιρίας μας, αναιρέσεις σε υποθέσεις με έντονο τεχνικό υπόβαθρο, όπου η αιτιολογία της ουσίας σιωπούσε επί τεκμηριωμένων τεχνικών ισχυρισμών, έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα πρόσφορο έδαφος: το ακυρωτικό δεν συγχωρεί τη σιωπή απέναντι στο συγκεκριμένο. Ο αναλυτικός οδηγός μας για την αναίρεση είναι αναρτημένος στη σχετική σελίδα https://poiniko-cyber.gr/endika-mesa/anairesi-ston-areio-pago/.

ΣΤ. Επίμετρο

Η αναίρεση είναι το ένδικο μέσο με τη μικρότερη έκταση ελέγχου και τη μεγαλύτερη απαίτηση ακρίβειας. Δεν ανέχεται τον όγκο, δεν συγκινείται από την αγανάκτηση, δεν ξαναζυγίζει μαρτυρίες. Ζητά έναν βάσιμο λόγο, διατυπωμένο με την ακρίβεια χειρουργού, δεμένο με τη σωστή σελίδα των πρακτικών. Στην ουσία κερδίζεις με τα γεγονότα. Στον Άρειο Πάγο κερδίζεις με τις λέξεις.

Ο Δημήτριος Μ. Ζιαμπάρας είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, και Διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και Μηχανικός Υπολογιστών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ασχολείται συστηματικά με τα ένδικα μέσα σε ποινικές υποθέσεις και με την υπεράσπιση σε υποθέσεις με τεχνικό και ψηφιακό αποδεικτικό υλικό (www.ziamparas.gr και poiniko-cyber.gr).