Κοινοπραξίες, υπεργολαβίες και τεχνικά έργα: φορολογική κατανομή εσόδων, δαπανών και ευθυνών στον κατασκευαστικό κύκλο
Οι κοινοπραξίες και οι υπεργολαβίες αποτελούν καθημερινό εργαλείο στην εκτέλεση δημοσίων και ιδιωτικών τεχνικών έργων, αλλά συχνά αντιμετωπίζονται φορολογικά με ανεπαρκή ακρίβεια.
Η κοινοπραξία, κατά το άρθρο 293 του Ν. 4072/2012, μπορεί να έχει ευρύ αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας, ενώ η πρακτική φορολογική της μεταχείριση εξαρτάται από τη συγκεκριμένη οργανωτική και συναλλακτική δομή. Το θέμα αφορά εργοληπτικές επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν έργα μέσω σχημάτων συνεργασίας, μηχανικούς που παρέχουν υπηρεσίες σε κοινοπραξίες και αναδόχους που χρησιμοποιούν υπεργολάβους για τμήματα του έργου. Το τεχνικό έργο σπάνια εκτελείται από έναν ενιαίο φορέα χωρίς συνεργασίες. Ο ανάδοχος μπορεί να είναι κοινοπραξία, μέλος κοινοπραξίας, τεχνική εταιρεία ή ατομική εργοληπτική επιχείρηση. Παράλληλα, τμήματα του έργου ανατίθενται σε υπεργολάβους, μελετητές, επιβλέποντες, προμηθευτές υλικών, χειριστές μηχανημάτων και εξειδικευμένα συνεργεία.
Η φορολογική δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στο ποιος εκδίδει τιμολόγιο, αλλά στο αν η πραγματική οικονομική κατανομή του έργου συμφωνεί με τη συμβατική, λογιστική και φορολογική του απεικόνιση. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην έκπτωση δαπανών. Σε τεχνικά έργα, οι δαπάνες είναι πολυεπίπεδες: υλικά, μηχανήματα, μισθώματα, προσωπικό, υπεργολαβίες, μεταφορές, ασφάλιση, εγγυητικές επιστολές, μελέτες, εργοταξιακά έξοδα, προσωρινές εγκαταστάσεις και αποκαταστάσεις. Για να εκπέσει η δαπάνη, πρέπει να συνδέεται με πραγματική συναλλαγή, να αφορά την επιχειρηματική δραστηριότητα, να αποδεικνύεται με νόμιμο παραστατικό και να έχει καταχωριστεί ορθά. Στις κοινοπραξίες, κρίσιμο είναι να αποφεύγεται η σύγχυση μεταξύ δαπανών της κοινοπραξίας και δαπανών των μελών της, καθώς και να τεκμηριώνεται αν μια δαπάνη έγινε για το συγκεκριμένο έργο ή για τη γενική λειτουργία επιμέρους επιχείρησης. Ιδιαίτερα πρακτικό σκέλος είναι η υποβολή συμφωνητικών.
Η ΑΑΔΕ διατηρεί εφαρμογή για την υποβολή καταστάσεων συμφωνητικών της παρ. 16 του άρθρου 8 του Ν. 1882/1990, με υποβολή έως την 20ή ημέρα των μηνών Ιανουαρίου, Απριλίου, Ιουλίου και Οκτωβρίου κάθε έτους. Αυτό έχει ιδιαίτερη αξία στις υπεργολαβίες, διότι το γραπτό συμφωνητικό δεν λειτουργεί μόνο αστικά ή εμπορικά, αλλά και φορολογικά. Αποδεικνύει το αντικείμενο, το τίμημα, τον χρόνο εκτέλεσης, τις τμηματικές πληρωμές, τις ευθύνες των μερών και την αντιστοίχιση των τιμολογίων με πραγματικές εργασίες.
Προκύπτει, επομένως, ανάγκη τριπλού ελέγχου πριν από κάθε συνεργασία σε τεχνικό έργο. Πρώτα, συμβατικός έλεγχος: ποιος αναλαμβάνει τι, με ποιο τίμημα και με ποιο χρονοδιάγραμμα. Έπειτα, φορολογικός έλεγχος: ποιος τιμολογεί, πότε, με ποιο ΦΠΑ, με ποιες κρατήσεις και με ποια παρακράτηση. Τέλος, αποδεικτικός έλεγχος: ποια έγγραφα αποδεικνύουν ότι η εργασία εκτελέστηκε πραγματικά. Σε εργοληπτικές διαφορές, φορολογικούς ελέγχους και ελέγχους δημοσίων συμβάσεων, η επιχείρηση που έχει οργανώσει αυτά τα τρία επίπεδα μειώνει ουσιωδώς τον κίνδυνο καταλογισμών, μη αναγνώρισης δαπανών και αμφισβήτησης της πραγματικότητας των συναλλαγών.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ακίνητα
- Φορολογικό Δίκαιο