Συνεπιμέλεια και μεταρρύθμιση επιμέλειας ανηλίκων μετά τον Ν. 4800/2021: Η λειτουργική έννοια του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου στη νομολογία του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (82/2026)
Η ερμηνεία της μεταβολής συνθηκών κατά το άρθρο 1536 ΑΚ, τα όρια εφαρμογής της συνεπιμέλειας σε συνθήκες σύγκρουσης γονέων και η ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών προτύπων προστασίας του παιδιού στη σύγχρονη ελληνική νομολογία
Ι. Εισαγωγή – Η μετάβαση από τη νομοθετική κατεύθυνση στη δικαστική εξειδίκευση
Η υπ’ αριθ. 82/2026 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης εντάσσεται στον πυρήνα της σύγχρονης μεταρρύθμισης του οικογενειακού δικαίου, όπως αυτή εγκαινιάστηκε με τον Νόμο 4800/2021, και αναδεικνύει με ιδιαίτερη σαφήνεια το όριο μεταξύ νομοθετικής κατεύθυνσης και δικαστικής εφαρμογής. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν η συνεπιμέλεια ενισχύθηκε κανονιστικά, αλλά εάν και σε ποιο βαθμό η ενίσχυση αυτή δεσμεύει τη δικαστική κρίση ή, αντιθέτως, λειτουργεί ως ένα μόνο από τα συνεκτιμώμενα στοιχεία στην αξιολόγηση του συμφέροντος του τέκνου.
Η απόφαση επιχειρεί να επανατοποθετήσει τη σχέση αυτή, απορρίπτοντας σιωπηρά κάθε τάση «κανονιστικοποίησης» της συνεπιμέλειας και επαναφέροντας στο επίκεντρο τη δικαστική λειτουργία ως κατεξοχήν μηχανισμό εξατομίκευσης.
ΙΙ. Το κανονιστικό πλαίσιο και η έννοια της μεταβολής συνθηκών ως δυναμικού κριτηρίου
Το Δικαστήριο θεμελιώνει την κρίση του πρωτίστως στο άρθρο 1536 Αστικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα μεταρρύθμισης των ρυθμίσεων γονικής μέριμνας σε περίπτωση μεταβολής συνθηκών. Η ερμηνεία της διάταξης αυτής αποκτά καίρια σημασία, καθόσον καθορίζει το εύρος της δικαστικής παρέμβασης.
Σε αντίθεση με παλαιότερες προσεγγίσεις που απαιτούσαν ουσιώδη και ριζική μεταβολή, το Δικαστήριο υιοθετεί μία λειτουργική και ποιοτική ερμηνεία, κατά την οποία αρκεί κάθε ουσιαστική διαφοροποίηση των δεδομένων που επηρεάζουν την καθημερινή ζωή του τέκνου. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με τη σύγχρονη θεωρία, κατά την οποία η οικογενειακή ζωή δεν αποτελεί στατική κατάσταση αλλά δυναμικό πεδίο συνεχών μεταβολών.
Η σύγκλιση με τα συγκριτικά δίκαια είναι εμφανής: στο γερμανικό δίκαιο (§ 1696 BGB) γίνεται λόγος για «wesentliche Änderung», στο γαλλικό για «changement de circonstances», ενώ στο αγγλικό εφαρμόζεται το “material change test”. Η ελληνική απόφαση ευθυγραμμίζεται με τις ανωτέρω προσεγγίσεις, αποφεύγοντας μια τυπολατρική ερμηνεία που θα οδηγούσε σε ακαμψία.
ΙΙΙ. Το «βέλτιστο συμφέρον του τέκνου» ως υπερκανόνας – Δογματική αποδόμηση
Η απόφαση προβαίνει σε μία ώριμη δογματική επεξεργασία της έννοιας του συμφέροντος του τέκνου, όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 1511 Αστικού Κώδικα, αλλά και από το υπερεθνικό πλαίσιο, ιδίως το άρθρο 3 Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού και το άρθρο 24 Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
Το συμφέρον του τέκνου δεν αντιμετωπίζεται ως κανόνας δικαίου με προκαθορισμένο περιεχόμενο, αλλά ως αξιολογικό μέγεθος, το οποίο συγκεκριμενοποιείται κάθε φορά μέσω της δικαστικής κρίσης. Η έννοια αυτή λειτουργεί ως υπερκανόνας, ικανός να υπερκεράσει ακόμη και ρητές νομοθετικές κατευθύνσεις όταν αυτές δεν εξυπηρετούν την ψυχική και συναισθηματική ευημερία του ανηλίκου.
Η προσέγγιση αυτή ευθυγραμμίζεται με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ιδίως στην υπόθεση Neulinger and Shuruk v. Switzerland, όπου υπογραμμίζεται ότι το συμφέρον του παιδιού δεν μπορεί να προσδιοριστεί αφηρημένα αλλά απαιτεί ενδελεχή στάθμιση όλων των περιστάσεων.
IV. Η συνεπιμέλεια ως λειτουργικό σχήμα και όχι ως κανονιστική επιταγή
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η στάση του Δικαστηρίου έναντι της συνεπιμέλειας. Παρά τη νομοθετική ενίσχυσή της με τον Νόμο 4800/2021, η απόφαση απορρίπτει ρητά κάθε μηχανιστική εφαρμογή της, τονίζοντας ότι η συνεπιμέλεια δεν αποτελεί αυτοτελή σκοπό αλλά εργαλείο εξυπηρέτησης του συμφέροντος του τέκνου.
Η κρίση αυτή εντάσσεται σε μία ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση, σύμφωνα με την οποία η συνεπιμέλεια προϋποθέτει ένα ελάχιστο επίπεδο συνεργασίας μεταξύ των γονέων. Η νομολογία του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1218/2006) έχει ήδη επισημάνει ότι η σύγκρουση μεταξύ των γονέων δύναται να καταστήσει τη συνεπιμέλεια δυσλειτουργική, ενώ αντίστοιχες θέσεις συναντώνται και στη γερμανική νομολογία του Bundesgerichtshof.
Η απόφαση, συνεπώς, αποδομεί τη συνεπιμέλεια ως «κανόνα» και την επαναφέρει ως «ενδεχόμενο», το οποίο ενεργοποιείται μόνο εφόσον πληρούνται οι πραγματικές προϋποθέσεις λειτουργικότητάς της.
V. Η δικαστική διακριτική ευχέρεια ως κεντρικός μηχανισμός
Η απόφαση αναδεικνύει τη δικαστική διακριτική ευχέρεια ως τον πυρήνα της εφαρμογής του οικογενειακού δικαίου. Η στάθμιση των πραγματικών περιστάσεων –όπως η γεωγραφική απόσταση, η επαγγελματική κατάσταση των γονέων και η ποιότητα της σχέσης τους με τα τέκνα– δεν υπάγεται σε προκαθορισμένους κανόνες, αλλά σε μία συνολική αξιολόγηση.
Η προσέγγιση αυτή ενισχύει την ευελιξία του συστήματος, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει την προβλεψιμότητα, δημιουργώντας ένα πεδίο έντασης μεταξύ ασφάλειας δικαίου και εξατομίκευσης. Η ένταση αυτή αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό του οικογενειακού δικαίου και δεν δύναται να εξαλειφθεί, αλλά μόνο να εξισορροπηθεί.
VI. Συγκριτική αποτίμηση – Η ελληνική προσέγγιση στο ευρωπαϊκό πλαίσιο
Η ελληνική νομολογία, όπως εκφράζεται στην υπό κρίση απόφαση, εμφανίζει σημαντική σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Υιοθετεί τη γερμανική έμφαση στην εξατομίκευση, αποφεύγει την αγγλοσαξονική τυποποίηση και ενσωματώνει τις αρχές του Συμβουλίου της Ευρώπης ως προς την προστασία της ψυχικής ευημερίας του τέκνου.
Ωστόσο, η ευρύτητα της δικαστικής διακριτικής ευχέρειας παραμένει χαρακτηριστικό γνώρισμα της ελληνικής προσέγγισης, γεγονός που διαφοροποιεί το σύστημα από περισσότερο κανονιστικά δομημένα μοντέλα.
VII. Συμπεράσματα – Η μετάβαση σε ένα αξιολογικό μοντέλο επιμέλειας
Η υπ’ αριθ. 82/2026 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης συνιστά χαρακτηριστική έκφραση της μετάβασης από ένα κανονιστικό μοντέλο επιμέλειας σε ένα αξιολογικό σύστημα, όπου η δικαστική κρίση αναλαμβάνει τον ρόλο της εξειδίκευσης του δικαίου.
Το συμφέρον του τέκνου αναδεικνύεται ως υπερκανόνας, η μεταβολή συνθηκών ως δυναμικός μηχανισμός προσαρμογής και η συνεπιμέλεια ως εργαλείο υπό προϋποθέσεις. Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η σύγχρονη κατεύθυνση του οικογενειακού δικαίου δεν είναι η τυποποίηση, αλλά η εξατομίκευση, ακόμη και με τίμημα τη μείωση της προβλεψιμότητας.
Νομολογία
ΑΠ 1218/2006
ΑΠ 317/2015
Neulinger and Shuruk v. Switzerland
Βιβλιογραφία
Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο
Γεωργιάδης / Σταθόπουλος, ΑΚ
Δεληγιάννης, Γονική Μέριμνα και Συνεπιμέλεια
Eekelaar, Family Law and Personal Life
Schwenzer, Family Law in Europe
Palandt, BGB Kommentar
Η παρούσα ανάλυση εντάσσεται στη συστηματική επιστημονική δραστηριότητα της Oikonomakis Law στον τομέα του οικογενειακού δικαίου και της διασυνοριακής γονικής μέριμνας, βλ. το προφίλ της Oikonomakis Law στο Lawspot.