Ψηφιακά πειστήρια σε υποθέσεις πορνογραφίας ανηλίκων: τιμές κατακερματισμού, μεταδεδομένα και αλυσίδα διαφύλαξης
Α. Το διακύβευμα
Ελάχιστες κατηγορίες επιφέρουν τόσο ολοκληρωτικές συνέπειες όσο εκείνη της πορνογραφίας ανηλίκων. Η ποινική απειλή είναι βαρύτατη, το κοινωνικό στίγμα προηγείται της δίκης και επιβιώνει συχνά ακόμη και της αθώωσης, ενώ το προστατευόμενο έννομο αγαθό, η ανηλικότητα και η γενετήσια αξιοπρέπεια του παιδιού, ανήκει στα υπέρτατα της έννομης τάξης. Ακριβώς γι’ αυτό, η δίωξη των εγκλημάτων αυτών αποτελεί αδιαπραγμάτευτο καθήκον της πολιτείας.
Εξίσου αδιαπραγμάτευτη, όμως, οφείλει να είναι και η αποδεικτική αυστηρότητα. Στις υποθέσεις του άρθρου 348Α ΠΚ το σύνολο σχεδόν του αποδεικτικού υλικού είναι ψηφιακό: αρχεία, σκληροί δίσκοι, φορητές μνήμες, καταγραφές δικτυακής κίνησης, δεδομένα παρόχων. Η ενοχή ή η αθωότητα δεν κρίνεται κατά κανόνα από μαρτυρικές καταθέσεις, αλλά από την τεχνική εγκυρότητα και την ορθή ερμηνεία δεδομένων. Και εδώ αναδεικνύεται μια δυσάρεστη αλήθεια της δικαστηριακής πράξης: το ψηφιακό πειστήριο περιβάλλεται συχνά από ένα τεκμήριο αλάθητου που δεν του αναλογεί. Σκοπός του παρόντος είναι να δείξει πού ακριβώς οφείλει να στρέφεται ο δικανικός έλεγχος, από τον συνήγορο, από τον εισαγγελέα και, τελικώς, από τον δικαστή.
Β. Το νομικό πλαίσιο σε αδρές γραμμές
Το άρθρο 348Α ΠΚ, όπως ισχύει, τυποποιεί ευρύ φάσμα συμπεριφορών: παραγωγή, διανομή, προσφορά, προμήθεια, απόκτηση και κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας (παρ. 1), με επαυξημένο πλαίσιο ποινής όταν οι πράξεις τελούνται μέσω πληροφοριακών συστημάτων (παρ. 2). Οι κακουργηματικές μορφές της παρ. 4, μεταξύ άλλων η κατ’ επάγγελμα τέλεση ή η σύνδεση της παραγωγής με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος, και η ιδιαιτέρως διακεκριμένη περίπτωση της παρ. 5 κλιμακώνουν την απειλή έως την κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, ενώ η παρ. 6 τυποποιεί αυτοτελώς την εν γνώσει απόκτηση πρόσβασης σε τέτοιο υλικό μέσω πληροφοριακών συστημάτων. Το εθνικό πλαίσιο εναρμονίζεται με την Οδηγία 2011/93/ΕΕ, η δε διεθνής πρακτική χρησιμοποιεί πλέον τον ακριβέστερο όρο «υλικό σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων», που αποτυπώνει ευθέως τη θυματοποίηση του παιδιού.
Δύο δογματικές σταθερές διατρέχουν τη διάταξη και καθορίζουν το αποδεικτικό ζητούμενο. Πρώτον, όλα τα εγκλήματα του άρθρου 348Α ΠΚ είναι εγκλήματα δόλου. Δεύτερον, η «κατοχή» ψηφιακού υλικού δεν εξαντλείται στη φυσική παρουσία δεδομένων σε έναν αποθηκευτικό φορέα, αλλά προϋποθέτει πραγματική εξουσίαση με γνώση και βούληση, δηλαδή τη συνειδητή δυνατότητα του δράστη να διατηρεί και να ανακαλεί το υλικό. Το τι πράγματι αποδεικνύει ένα ψηφιακό εύρημα ως προς τα στοιχεία αυτά είναι το κεντρικό ερώτημα κάθε τέτοιας δίκης.
Γ. Από την κατάσχεση στη δικανική απεικόνιση: πώς γεννιέται το ψηφιακό πειστήριο
Η διεθνής πρακτική της δικανικής πληροφορικής, όπως αποτυπώνεται ενδεικτικά στο πρότυπο ISO/IEC 27037 για τον χειρισμό ψηφιακών πειστηρίων, ακολουθεί μια θεμελιώδη αρχή: το πρωτότυπο μέσο δεν εξετάζεται ποτέ απευθείας. Μετά την κατάσχεση, καταρτίζεται πιστό δικανικό αντίγραφο (forensic image) με χρήση διάταξης αποκλεισμού εγγραφής (write blocker), υπολογίζεται και καταγράφεται η τιμή κατακερματισμού του αντιγράφου κατά τον χρόνο της κτήσης και κάθε ανάλυση διενεργείται αποκλειστικά επί του αντιγράφου, ενώ το πρωτότυπο σφραγίζεται και φυλάσσεται.
Ο λόγος της αυστηρότητας αυτής είναι τεχνικός και αδυσώπητος: τα ψηφιακά δεδομένα μεταβάλλονται αθόρυβα. Η απλή σύνδεση ενός δίσκου σε λειτουργικό σύστημα αρκεί για να προκαλέσει αυτόματες εγγραφές που αλλοιώνουν χρονοσημάνσεις και ίχνη, χωρίς καμία ανθρώπινη ενέργεια. Συνεπώς, κάθε απόκλιση από τη διαδικασία αυτή δεν συνιστά τυπολατρική αιτίαση αλλά νόμιμο αντικείμενο δικανικού ελέγχου: καταρτίστηκε απεικόνιση και πότε, καταγράφηκε τιμή κατακερματισμού στην οικεία έκθεση, ποιος και υπό ποιες συνθήκες απέκτησε πρόσβαση στο μέσο πριν από την απεικόνιση. Στα θεμέλια αυτά στηρίζεται οτιδήποτε ακολουθεί.
Δ. Οι τιμές κατακερματισμού: τι αποδεικνύουν και τι δεν αποδεικνύουν
Η συνάρτηση κατακερματισμού παράγει από οποιοδήποτε αρχείο ένα σταθερού μήκους αλφαριθμητικό, ένα μαθηματικό δακτυλικό αποτύπωμα: πανομοιότυπα αρχεία παράγουν πανομοιότυπη τιμή. Στην πράξη οι τιμές αυτές υπηρετούν δύο διακριτές λειτουργίες. Πρώτον, την πιστοποίηση ακεραιότητας: η ταύτιση της τιμής που καταγράφηκε κατά την κτήση με εκείνη του υλικού που αναλύθηκε βεβαιώνει ότι κανένα ψηφίο δεν μεταβλήθηκε ενδιαμέσως. Δεύτερον, την ταυτοποίηση γνωστού υλικού, μέσω αντιπαραβολής με διεθνείς βάσεις τιμών κατακερματισμού ήδη χαρακτηρισμένων αρχείων.
Η ταύτιση τιμών αποδεικνύει την ταυτότητα του αρχείου με οιονεί μαθηματική βεβαιότητα. Εκεί όμως εξαντλείται η αποδεικτική της εμβέλεια. Δεν αποδεικνύει πώς βρέθηκε το αρχείο στο μέσο, πότε, με ποια ενέργεια, από ποιο πρόσωπο, ούτε αν ο κάτοχος της συσκευής γνώριζε την ύπαρξή του και είχε τη βούληση εξουσίασής του. Κρίσιμη, αντιθέτως, είναι η τοπολογία του ευρήματος: άλλο αποδεικτικό βάρος έχει αρχείο σε ενεργό, οργανωμένο από τον χρήστη φάκελο, άλλο οι μικρογραφίες που δημιουργεί αυτόματα το λειτουργικό σύστημα, άλλο τα κατάλοιπα στην προσωρινή μνήμη περιήγησης, άλλο τα ίχνη διαγραμμένων δεδομένων σε μη εκχωρημένο χώρο του δίσκου και άλλο ο φάκελος κοινής χρήσης μιας εφαρμογής ανταλλαγής αρχείων. Καθεμία από τις θέσεις αυτές αφηγείται διαφορετική ιστορία για τη γνώση και τη βούληση. Έκθεση που περιορίζεται στη διαπίστωση ότι «ευρέθησαν» ορισμένα αρχεία, χωρίς να προσδιορίζει τη θέση και το πλαίσιό τους, δεν έχει απαντήσει στο νομικό ερώτημα.
Ε. Τα μεταδεδομένα και η εύθραυστη χρονολόγηση
Τα μεταδεδομένα, οι χρονοσημάνσεις δημιουργίας, τροποποίησης και τελευταίας πρόσβασης ή οι ενσωματωμένες πληροφορίες τύπου EXIF στις εικόνες, προσφέρονται συχνά ως ραχοκοκαλιά της κατηγορητήριας αφήγησης. Η ερμηνεία τους όμως απαιτεί πειθαρχία. Η αντιγραφή ενός αρχείου σε νέο μέσο παράγει νέα χρονοσήμανση «δημιουργίας», που αφορά το μέσο και όχι το περιεχόμενο. Αυτοματοποιημένες διεργασίες, όπως σαρώσεις προγραμμάτων προστασίας, ευρετηρίαση ή αντίγραφα ασφαλείας, μεταβάλλουν χρόνους πρόσβασης χωρίς καμία ανθρώπινη πράξη. Εσφαλμένο ρολόι συστήματος ή ρυθμίσεις ζώνης ώρας μετατοπίζουν ολόκληρα χρονολόγια.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: ο χρόνος που εμφανίζει το σύστημα δεν ταυτίζεται άνευ ετέρου με τον χρόνο ανθρώπινης ενέργειας. Χρονολόγιο που οικοδομείται αποκλειστικά επί μεταδεδομένων, χωρίς διασταύρωση με ανεξάρτητα ίχνη, όπως αρχεία καταγραφής συστήματος ή δεδομένα παρόχου, παραμένει υπόθεση εργασίας. Και η υπόθεση εργασίας δεν είναι απόδειξη πέραν ευλόγου αμφιβολίας.
ΣΤ. Η αλυσίδα διαφύλαξης των πειστηρίων
Η αλυσίδα διαφύλαξης (chain of custody) είναι η τεκμηριωμένη συνέχεια της πορείας του πειστηρίου από την κατάσχεση έως το εργαστήριο και το ακροατήριο: ποιος το παρέλαβε, πότε, πώς αποθηκεύτηκε, ποιος και για ποιον λόγο απέκτησε πρόσβαση. Στα ψηφιακά πειστήρια, κάθε κενό της αλυσίδας δεν συνιστά τυπική παράλειψη αλλά ουσιαστικό ρήγμα: αφού τα δεδομένα μεταβάλλονται αθόρυβα, η αδυναμία λογοδοσίας για ένα χρονικό διάστημα σημαίνει αδυναμία βεβαίωσης ότι το αναλυθέν ταυτίζεται με το κατασχεθέν.
Εδώ οι τιμές κατακερματισμού λειτουργούν υπέρ της αλήθειας προς κάθε κατεύθυνση. Αν καταγράφηκε τιμή κατά την απεικόνιση, η ταύτισή της κατά την ανάλυση πιστοποιεί την ακεραιότητα του πειστηρίου και θωρακίζει την κατηγορία. Αν δεν καταγράφηκε, το ερώτημα της ακεραιότητας μένει αναπάντητο. Και τα αναπάντητα ερωτήματα, στην ποινική δίκη, λύνονται υπέρ του κατηγορουμένου, κατά την αρχή in dubio pro reo.
Ζ. Ο καταλογισμός: ποιος ήταν στο πληκτρολόγιο
Η ταύτιση συσκευής δεν είναι ταύτιση προσώπου. Μια διεύθυνση IP προσδιορίζει σύνδεση, όχι χέρι στο πληκτρολόγιο: οικιακά δίκτυα εξυπηρετούν πλείονες χρήστες, ασύρματα δίκτυα μένουν ανοιχτά ή παραβιάζονται, υπολογιστές χρησιμοποιούνται από κοινού. Ομοίως, εφαρμογές ανταλλαγής αρχείων διαμοιράζονται αυτόματα το περιεχόμενο των φακέλων τους, κακόβουλο λογισμικό καθιστά ένα μηχάνημα χειραγωγήσιμο από τρίτους και μαζικές λήψεις μπορούν να εισαγάγουν επίμαχο υλικό αναμεμειγμένο σε πλήθος αδιάφορου.
Καμία από τις εκδοχές αυτές δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, υπερασπιστική πανάκεια. Η βασιμότητά τους κρίνεται in concreto, από τα ίχνη. Ακριβώς όμως γι’ αυτό, η δικανική εξέταση οφείλει να τις έχει ερευνήσει και να τις έχει αποκλείσει αιτιολογημένα, όχι να τις προσπερνά σιωπηρώς. Ο δόλος, η γνώση και η βούληση εξουσίασης, αποδεικνύεται. Δεν τεκμαίρεται από τη θέση δεδομένων σε έναν δίσκο.
Η. Τα δικονομικά εργαλεία του συνηγόρου
Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας παρέχει στην υπεράσπιση συγκεκριμένα και ισχυρά εργαλεία ελέγχου. Η πραγματογνωμοσύνη διέπεται από τα άρθρα 183 επόμενα ΚΠΔ, ο δε διορισμός πραγματογνωμόνων γνωστοποιείται στον κατηγορούμενο ή τον ύποπτο κατά το άρθρο 204 ΚΠΔ, ώστε να ασκηθεί το δικαίωμα διορισμού τεχνικού συμβούλου. Ο τεχνικός σύμβουλος παρακολουθεί τις εργασίες κατά το άρθρο 207 ΚΠΔ και υποβάλλει γραπτές παρατηρήσεις κατά το άρθρο 208 ΚΠΔ. Η ύλη εμφανίζει εδώ μια αναγκαία ιδιομορφία: το ίδιο το υλικό δεν επιτρέπεται να αναπαραχθεί ούτε να παραδοθεί, γι’ αυτό και η εξέταση από τον τεχνικό σύμβουλο διενεργείται επί της δικανικής απεικόνισης, υπό ελεγχόμενες συνθήκες στο εργαστήριο, πρακτική που υπηρετεί ταυτόχρονα την προστασία των θυμάτων και τα υπερασπιστικά δικαιώματα.
Όταν η έκθεση σιωπά επί κρίσιμων ερωτημάτων, διεκδικείται συμπληρωματική ή νέα πραγματογνωμοσύνη. Και όταν η ίδια η συλλογή πάσχει, όταν η έρευνα εκτείνεται πέραν του διαταχθέντος αντικειμένου ή η πρόσβαση σε δεδομένα επικοινωνιών χωρεί χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις, ενεργοποιούνται οι αποδεικτικές απαγορεύσεις του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος και του άρθρου 177 παρ. 2 ΚΠΔ.
Στην πράξη, έξι ερωτήματα συνοψίζουν τον έλεγχο που καμία τέτοια δικογραφία δεν επιτρέπεται να αφήνει αναπάντητο:
1. Καταρτίστηκε δικανική απεικόνιση με αποκλεισμό εγγραφής και καταγράφηκε τιμή κατακερματισμού κατά την κτήση;
2. Ταυτίζεται η τιμή αυτή με εκείνη του υλικού που πράγματι αναλύθηκε;
3. Είναι πλήρης και αδιάσπαστη η αλυσίδα διαφύλαξης από την κατάσχεση έως την ανάλυση;
4. Πού ακριβώς εντοπίστηκαν τα επίμαχα αρχεία και τι συνάγεται από τη θέση τους για τη γνώση και τη βούληση του χρήστη;
5. Ερευνήθηκαν και αποκλείστηκαν αιτιολογημένα οι εναλλακτικές πηγές, όπως οι πλείονες χρήστες, οι αυτοματοποιημένες διεργασίες και το κακόβουλο λογισμικό;
6. Στηρίζεται η χρονολόγηση σε διασταυρωμένα ίχνη ή αποκλειστικά σε μεταδεδομένα;
Θ. Επίμετρο
Η αυστηρότητα απέναντι στο ψηφιακό πειστήριο δεν αποδυναμώνει τη δίωξη της πορνογραφίας ανηλίκων. Τη θωρακίζει. Καταδίκη που στηρίζεται σε τεχνικά άτρωτη απόδειξη είναι καταδίκη που αντέχει στα ένδικα μέσα και αποδίδει πραγματική δικαιοσύνη στα θύματα. Και αθώωση που στηρίζεται στην ανασκευή μιας τεχνικά σαθρής κατηγορίας δεν είναι «παραθυράκι», αλλά η ίδια η λειτουργία του τεκμηρίου αθωότητας σε έναν κόσμο όπου τα κρισιμότερα αποδεικτικά μέσα είναι αόρατα διά γυμνού οφθαλμού. Ανάμεσα στον κώδικα και στον Κώδικα, το ζητούμενο παραμένει κοινό: η ακριβοδίκαιη απόδειξη.
Ο Δημήτριος Μ. Ζιαμπάρας είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, και Διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και Μηχανικός Υπολογιστών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία του Δικαίου (ΕΚΠΑ) και στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (Aston University). Ασχολείται συστηματικά με την υπεράσπιση σε υποθέσεις ηλεκτρονικού εγκλήματος και εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας (www.ziamparas.gr και poiniko-cyber.gr).
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Δίκαιο Ίντερνετ
- Ποινική Δικονομία
- Ποινικό Δίκαιο
- ΕΤΙΚΕΤΕΣ
- παιδική πορνογραφία