Ρευματοκλοπή: πότε ο κατηγορούμενος αθωώνεται
Με αφορμή την υπ’ αριθμ. 391/2023 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς - Του Δημητρίου Μ. Ζιαμπάρα, Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω, συνηγόρου υπεράσπισης στην υπόθεση
Α. Ένα έγγραφο που αναστατώνει ένα νοικοκυριό
Όλα ξεκινούν συνήθως με ένα έγγραφο του ΔΕΔΔΗΕ με θέμα «Διαπίστωση ρευματοκλοπής στην παροχή με αριθμό...». Ακολουθεί αναδρομική χρέωση που μπορεί να φτάνει σε χιλιάδες ευρώ, απειλή απενεργοποίησης της παροχής και, λίγους μήνες αργότερα, μήνυση, κλητήριο θέσπισμα και αγωγή. Ο πολίτης βρίσκεται ξαφνικά να πολεμά σε τρία μέτωπα ταυτόχρονα, το οικονομικό, το διοικητικό, το ποινικό και το αστικό, με έναν αντίδικο που είναι συγχρόνως ελεγκτής, τεχνικός κριτής και ο μηνυτής.
Και πάνω από όλα αυτά αιωρείται μια βαθιά ριζωμένη εντύπωση: ότι αν ο μετρητής βρέθηκε πειραγμένος, ο χρήστης της παροχής είναι ένοχος. Η υπ’ αριθμ. 391/2023 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε σε υπόθεση όπου είχα την ευθύνη της υπεράσπισης, δείχνει με τον πιο επίσημο τρόπο γιατί η εντύπωση αυτή είναι νομικά εσφαλμένη. Το δικαστήριο όχι μόνο αθώωσε τον κατηγορούμενο, αλλά έστρεψε την έρευνα προς άλλη κατεύθυνση.
Β. Πώς τιμωρείται η ρευματοκλοπή
Η κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας διώκεται ως κλοπή κατά το άρθρο 372 ΠΚ, αφού ο νόμος εξομοιώνει ρητά την ενέργεια με κινητό πράγμα. Στην πράξη οι μορφές τέλεσης είναι τρεις: η επέμβαση στη μετρητική διάταξη ώστε να καταγράφει κατανάλωση μικρότερη της πραγματικής, η παράκαμψη του μετρητή με απευθείας σύνδεση της εγκατάστασης στο δίκτυο και η αυθαίρετη επανασύνδεση παροχής που έχει διακοπεί. Η βασική μορφή τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή, ενώ αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας η ποινή κλιμακώνεται και, όταν η αξία υπερβαίνει το όριο των 120.000 ευρώ, η πράξη αναβαθμίζεται σε κακούργημα.
Παράλληλα με την ποινική οδό τρέχουν άλλες δύο, αυτοτελείς. Η διοικητική, με τον καταλογισμό της «μη καταγραφείσας ενέργειας» σε τιμές προσαυξημένες κατά το ισχύον πλαίσιο χρεώσεων, πλέον των δαπανών εντοπισμού, κατά του οποίου χωρεί τεκμηριωμένη ένσταση εντός τριμήνου. Και η αστική, με αγωγές του διαχειριστή του δικτύου. Κρίσιμο και ευρέως παρεξηγημένο σημείο: η εξόφληση του καταλογισμού δεν σταματά την ποινική δίκη. Η πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντος πριν από την πρωτόδικη απόφαση μπορεί, κατά το άρθρο 381 παρ. 4 ΠΚ, θα οδηγήσει σε απαλλαγή από την ποινή, όμως η καταχώριση του ποινικού αδικήματος στο δικαστικό ποινικό μητρώο παραμένει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το ελαφρυντικό του σύννομου βίου σε τυχόν μελλοντική περιπέτεια. Η επιλογή, επομένως, ανάμεσα στην εξόφληση, την αμφισβήτηση ή τον συνδυασμό τους είναι απόφαση στρατηγικής που πρέπει να λαμβάνεται ενιαία και για τα τρία μέτωπα, όχι αποσπασματικά.
Γ. Τι αποδεικνύει η έκθεση του ΔΕΔΔΗΕ και τι όχι
Το κεντρικό αποδεικτικό έγγραφο κάθε τέτοιας δικογραφίας είναι η έκθεση ελέγχου του συνεργείου: παραβιασμένες σφραγίδες, αλλοιωμένη συνδεσμολογία, αναντιστοιχία καταγραφών. Το έγγραφο αυτό αποδεικνύει, στην καλύτερη περίπτωση, ένα και μόνο πράγμα: την κατάσταση της μετρητικής διάταξης κατά τον χρόνο του ελέγχου. Δεν αποδεικνύει ποιος επενέβη, δεν αποδεικνύει πότε, και δεν αποδεικνύει ότι ο σημερινός χρήστης της παροχής το γνώριζε.
Η απόσταση ανάμεσα στο εύρημα και στην ενοχή είναι μεγάλη και γεμάτη ερωτήματα που η κατηγορούσα πλευρά οφείλει να απαντήσει. Ο μετρητής βρίσκεται κατά κανόνα σε εξωτερικό ή κοινόχρηστο χώρο, προσβάσιμο σε οποιονδήποτε. Το ακίνητο μπορεί να έχει αλλάξει χέρια, ενοίκους και χρήστες, ενώ καμία τεχνική μέθοδος δεν χρονολογεί με ακρίβεια μια αλλοίωση, ώστε να αποδειχθεί ότι έγινε επί των ημερών του κατηγορουμένου. Η φθορά μιας παλαιάς διάταξης δεν ταυτίζεται πάντοτε με ανθρώπινη παρέμβαση, και το ύψος της «κλαπείσας» ενέργειας δεν είναι μέτρηση αλλά μαθηματική εκτίμηση, με παραδοχές που επιδέχονται έλεγχο. Όποιος έχει ασχοληθεί με ψηφιακά πειστήρια θα αναγνωρίσει το μοτίβο: όπως ένα αρχείο σε έναν σκληρό δίσκο, έτσι και μια αλλοιωμένη μετρητική διάταξη είναι ένα εύρημα που πρέπει να απαντήσει στα ερωτήματα ποιος, πότε και με ποια γνώση, πριν θεμελιώσει καταδίκη.
Δ. Ο δόλος: το στοιχείο που συχνά λείπει
Η κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας είναι έγκλημα δόλου. Ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει την παρέμβαση και να θέλει την αφαίρεση της ενέργειας. Η απλή κατανάλωση ρεύματος μέσα από μια παροχή που κάποιος άλλος έχει αλλοιώσει δεν είναι κλοπή, αν ο χρήστης αγνοεί την αλλοίωση. Γι’ αυτό και η δικαστηριακή κρίση στρέφεται σε αντικειμενικούς δείκτες: πότε εγκαταστάθηκε ο κατηγορούμενος στο ακίνητο σε σχέση με τον πιθανό χρόνο της παρέμβασης, ποια εικόνα παρουσιάζει το ιστορικό καταναλώσεων, ποιοι είχαν πρόσβαση στη διάταξη, αν οι λογαριασμοί εξοφλούνταν κανονικά. Θεωρητικά το βάρος της απόδειξης φέρει η κατηγορούσα αρχή, πρακτικά όμως, ειδικά στην περίπτωση της ρευματοκλοπής, πρέπει ο κατηγορούμενος να αποδείξει πως είναι αθώος.
Ε. Η υπ’ αριθμ. 391/2023 απόφαση: αθώωση και κάτι σπανιότερο
Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η σχολιαζόμενη απόφαση, η κατηγορία αφορούσε κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας κατ’ εξακολούθηση για διάστημα άνω των τεσσεράμισι ετών, με τον ΔΕΔΔΗΕ να παρίσταται προς υποστήριξη της κατηγορίας. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς έκρινε:
«ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν Αθώο για τις πράξεις: ΚΛΟΠΗ (ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ) ΚΑΤ’ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ που έλαβε χώρα στο Κερατσίνι από τις 22/04/2015 έως τις 17/10/2019»
Η αθώωση, όμως, δεν ήταν το μόνο σκέλος του διατακτικού. Το δικαστήριο προχώρησε σε κάτι που σπάνια συναντά κανείς σε υποθέσεις ρευματοκλοπής:
«ΔΙΑΒΙΒΑΖΕΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΜΟΔΙΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΔΙΕΡΕΥΝΗΘΟΥΝ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΓΙΑ [...] Ή ΤΥΧΟΝ ΑΛΛΟΥ»
Το δεύτερο αυτό σκέλος έχει διπλή σημασία. Πρώτον, δείχνει ότι το δικαστήριο δεν περιορίστηκε σε μια παθητική αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου, αλλά σχημάτισε θετική κρίση ότι τα ίχνη οδηγούσαν αλλού, και έθεσε την έρευνα ξανά σε κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση. Δεύτερον, αποτυπώνει ανάγλυφα τη διάκριση που βρίσκεται στην καρδιά κάθε υπεράσπισης σε ρευματοκλοπή: η αθώωση δεν σήμαινε ότι ρευματοκλοπή δεν υπήρξε. Σήμαινε ότι δεν την τέλεσε ο άνθρωπος που κάθισε στο εδώλιο. Η παρέμβαση στον μετρητή ήταν υπαρκτή. Ο δράστης της ήταν το ζητούμενο, και η δικαιοσύνη το αναζήτησε εκεί που έπρεπε. Σημειώνεται ότι το δημοσιευμένο ανωνυμοποιημένο απόσπασμα της απόφασης περιορίζεται στο διατακτικό, γι’ αυτό και τα παρατιθέμενα χωρία προέρχονται αποκλειστικά από αυτό. Το ανωνυμοποιημένο απόσπασμα είναι αναρτημένο στη σελίδα https://ziamparas.gr/poinikologos/revmatoklopi/ της εταιρίας μας.
ΣΤ. Πέντε πρακτικά διδάγματα
1. Η διαπίστωση παρέμβασης στη μετρητική διάταξη δεν ταυτίζεται με απόδειξη δράστη και δόλου. Ανάμεσα στο εύρημα και στην καταδίκη μεσολαβούν τα ερωτήματα ποιος, πότε και με ποια γνώση, και το βάρος απόδειξης, δυστυχώς, το φέρει πρακτικά ο κατηγορούμενος, κόντρα σε κάθε ποινική δικονομική θεωρία.
2. Οι τρεις οδοί ευθύνης, διοικητική, ποινική και αστική, είναι αυτοτελείς, αλλά η στάση που θα τηρηθεί σε καθεμία επηρεάζει τις άλλες. Καμία μεμονωμένη κίνηση, ούτε βιαστική εξόφληση, κυρίως όχι επιπόλαιη ένσταση (γιατί θα καταστρέψει την ορθή υπερασπιστική γραμμή), δεν πρέπει να γίνεται πριν χαραχθεί ενιαία γραμμή και για τα τρία μέτωπα.
3. Το πραγματικό πεδίο της μάχης είναι τεχνικό: η θέση και η κατάσταση της διάταξης, η δυνατότητα χρονολόγησης της παρέμβασης, το ιστορικό καταναλώσεων, η μεθοδολογία υπολογισμού της μη καταγραφείσας ενέργειας. Εδώ κρίνεται η υπόθεση, και εδώ ο τεχνικός έλεγχος της έκθεσης του ΔΕΔΔΗΕ είναι εξίσου σημαντικός με τη νομική επιχειρηματολογία.
4. Το ύψος του καταλογισμού είναι κατ’ εκτίμηση μέγεθος, όχι μέτρηση. Οι παραδοχές του, περίοδος αναγωγής, συντελεστές, συγκριτικές καταναλώσεις, ελέγχονται και αμφισβητούνται, τόσο διοικητικά όσο και στο ακροατήριο.
5. Η αθώωση είναι εφικτή ακόμη και όταν η παρέμβαση είναι αναμφισβήτητη. Η υπ’ αριθμ. 391/2023 απόφαση το επιβεβαιώνει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο: το ζητούμενο της ποινικής δίκης δεν είναι αν πειράχτηκε ο μετρητής, αλλά αν το έκανε, εν γνώσει του, ο κατηγορούμενος.
Ζ. Επίμετρο
Η κατηγορία της ρευματοκλοπής είναι ποινικό αδίκημα. Ακριβώς όμως επειδή η κατηγορία στηρίζεται σε ένα τεχνικό εύρημα που μιλά για το τι, αλλά σιωπά για το ποιος και το πότε, η ποινική κρίση οφείλει να παραμένει αυστηρή στην απόδειξη. Το ρεύμα μετριέται σε κιλοβατώρες ισχύος - η ενοχή μετριέται μόνο σε αποδείξεις τεχνικές.
Ο Δημήτριος Μ. Ζιαμπάρας είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, και Διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και Μηχανικός Υπολογιστών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Υπήρξε συνήγορος υπεράσπισης στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η σχολιαζόμενη απόφαση και ασχολείται συστηματικά με υποθέσεις ρευματοκλοπής και ηλεκτρονικού εγκλήματος, συνδυάζοντας τη νομική με την τεχνική ανάλυση (www.ziamparas.gr και poiniko-cyber.gr).
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ποινικό Δίκαιο
- ΕΤΙΚΕΤΕΣ
- ρευματοκλοπή